Ένστικτο και θέληση

 

Ενώ κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα η κύρια φροντίδα ήταν να τεθεί το ασυνείδητο σε φιλοσοφική βάση, προς το τέλος εκείνου του αιώνα έγιναν διάφορες προσπάθειες σε διαφορετικά μέρη της Ευρώπης, λίγο πολύ ταυτόχρονα και ανεξάρτητα η μία από την άλλη, προκειμένου να κατανοηθεί το ασυνείδητο πειραματικά ή εμπειρικά. Οι πρωτοπόροι σε αυτόν τον τομέα ήταν ο Πιέρ Ζανέ στη Γαλλία και ο Σίγκμουντ Φρόυντ στην Αυστρία. Ο Ζανέ έγινε διάσημος για τις ερευνές του επί της τυπικής άποψης, ο Φρόυντ για τις έρευνές του στο περιεχόμενο των ψυχογενών συμπτωμάτων.

Εδώ, δεν είμαι σε θέση να περιγράψω λεπτομερώς τη μεταμόρφωση των ασυνείδητων περιεχομένων σε συνειδητά, γι’ αυτό οφείλω να αρκεστώ σε νύξεις. Αρχικά, η δομή των ψυχογενών συμπτωμάτων ερμηνεύθηκε επιτυχώς με βάση την υπόθεση των ασυνείδητων διαδικασιών. Ο Φρόυντ, ξεκινώντας από τη συμπτωματολογία των νευρώσεων δημιούργησε μια πειστική υπόθεση για τα όνειρα σαν μεσολαβητές ασυνείδητων περιεχομένων. Όσο ερμήνευσε ως περιεχόμενα του ασυνείδητου φάνηκαν, από πρώτης άποψης, ότι αποτελούνταν από στοιχεία προσωπικής φύσης, που μπορούσαν κάλιστα να βρίσκονται στη συνείδηση και επομένως είχαν υπάρξει συνειδητά κάτω από άλλες συνθήκες. Του φάνηκε ότι είχαν «καταπιεστεί» λόγω της ηθικά ασύμβατης φύσης τους. Συνεπώς, σαν ξεχασμένα περιεχόμενα υπήρξαν στο παρελθόν συνειδητά και έγιναν υποσυνείδητα. Επίσης, ήταν λίγο – πολύ μη ανακτήσιμα, εξαιτίας της αντενέργειας που ασκείται από τη στάση του συνειδητού του. Συγκεντρώνοντας κατάλληλα την προσοχή και επιτρέποντας στον εαυτό μας να οδηγηθεί από συνειρμούς – δηλαδή, από υποδείξεις που υπάρχουν ακόμη στη συνείδηση – η συνειρμική επανάκτηση των χαμένων περιεχομένων προχώρησε όπως οι μνημονικές ασκήσεις. Όμως ενώ τα ξεχασμένα περιεχόμενα ήταν μη ανακτήσιμα λόγω της μειωμένης ενεργειακής τους αξίας, τα καταπιεσμένα περιεχόμενα ήταν μη ανακτήσιμα λόγω της μειωμένης ενεργειακής τους αξίας, τα καταπιεσμένα περιεχόμενα όφειλαν τη σχετική μη ανάκτησή τους σε ένα εμπόδιο που έθετε ο συνειδητός νους.

Η αρχική ανακάλυψη οδήγησε λογικά στην ερμηνεία του ασυνείδητου σαν φαινόμενο αντίληψης, που θα γινόταν κατανοητό με όρους της προσωπικότητας. Τα περιεχόμενα του ήταν χαμένα στοιχεία, πρώην συνειδητά. Ο Φρόυντ αναγνώρισε αργότερα τη συνεχιζόμενη ύπαρξη λειτουργίας, αλλά ακόμη και αυτά ερμηνεύθηκαν με όρους της προσωπικότητας. Από αυτή την άποψη η ασυνείδητη ψυχή εμφανίζεται σαν υποσυνείδητη προσθήκη του συνειδητού νου.

Τα περιεχόμενα που ανύψωσε ο Φρόυντ στην συνείδηση είναι εκείνα που ανακτώνται πιο ευκολότερα, επειδή έχουν τη δυνατότητα να γίνουν συνειδητά και ήταν αρχικά συνειδητά. Το μόνο πράγμα που αποδεικνύουν, σε σχέση με την ασυνείδητη ψυχή, είναι ότι υπάρχει μια ψυχική λήθη κάπου πέρα από τη συνείδηση. Ξεχασμένα περιεχόμενα που μπορούν ακόμα να ανακτηθούν, αποδεικνύουν το ίδιο. Τούτο δε θα μας έλεγε τίποτε σε σχέση με τη φύση της ασυνείδητης ψυχής, αν δεν υπήρχε αναμφίβολα ένας σύνδεσμος ανάμεσα στα ψυχικά περιεχόμενα και τη σφαίρα των ενστίκτων. Θεωρούμε την τελευταία ως φυσιολογική γενικά σαν μια λειτουργία των αδένων. Η σύγχρονη θεωρία των εσωτερικών εκκρίσεων και των ορμονών παρέχει τη μεγαλύτερη υποστήριξη σε αυτή την άποψη. Όμως, η θεωρία των ανθρωπίνων ενστίκτων βρίσκεται σε κάπως λεπτή θέση, επειδή είναι εξαιρετικά δύσκολο όχι μόνο να καθορίσουμε νοητικά τα ένστικτα, αλλά και να καθορίσουμε τον αριθμό και τους περιορισμούς τους. Επί του θέματος οι γνώμες διχάζονται. Το μόνο που μπορεί να εξακριβωθεί με κάποια βεβαιότητα, είναι ότι τα ένστικτα διαθέτουν μια σωματική και μια ψυχολογική άποψη. Ευρέως έχει επικρατήσει η άποψη του Πιέρ Ζανέ για το «partie superieure et inferieure d’une function» ( ανώτερο και κατώτερο τμήμα μιας λειτουργίας).

Το γεγονός ότι όλες οι ψυχικές διαδικασίες που είναι δυνατόν να παρατηρηθούν και να βιωθούν είναι κατά κάποιο τρόπο προσδεμένες σε ένα οργανικό υπόστρωμα, υποδηλώνει ότι είναι αρθωμένες με τη ζωή του οργανισμού σαν σύνολο και συνεπώς συμμετέχουν στο δυναμισμό του – με άλλα λόγια κατέχουν ένα μερίδιο από ένστικτα ή συνιστούν το αποτέλεσμα της δράσης τους. Με αυτό δεν εννούμε ότι η ψυχή προέρχεται αποκλειστικά από τη σφαίρα των ενστίκτων και το οργανικό υπόστρωμα της. Η ψυχή σαν τέτοια δεν μπορεί να ερμηνευθεί με χημικούς, βιολογικούς όρους, επειδή, μαζί με την ίδια τη «ζωή» είναι ο μόνος «φυσικός παράγοντας» ικανός να μετατρέπει στατιστικές οργανώσεις οι οποίες υπόκεινται σε φυσικούς νόμους σε «ανώτερες» ή « μη φυσικές» καταστάσεις, σε αντίθεση προς τον κανόνα της εντροπίας που διέπει το ανόργανο βασίλειο. Δεν γνωρίζουμε πως παράγει η ζωή περίπλοκα οργανικά συστήματα από ανόργανη ύλη αν και έχουμε άμεση εμπειρία πως κάνει κάτι τέτοιο η ψυχή. Άρα η ζωή έχει ένα δικό της συγκεκριμένο νόμο, τον οποίο δεν μπορούμε να συμπεράνουμε από τους γνωστούς φυσικούς νόμους. Ακόμη και έτσι η ψυχή είναι ως ένα βαθμό εξαρτημένη από τις διαδικασίες του οργανικού υποστρώματος. Είναι πολύ πιθανό να έχουν έτσι τα πράγματα. Η βάση του ενστίκτου κυβερνά το partie inferieure (κατώτερο μέρος) της λειτουργίας, ενώ το partie inferieure (ανώτερο μέρος) ανταποκρίνεται στο υπερισχύον «ψυχικό» συστατικό. Το   partie inferieure δείχνει ότι είναι το σχετικό αναλοίωτο, αυτόματο μέρος της λειτουργίας και το partie superieure το ακούσιο και αναλοίωτο τμήμα της.

Τώρα προκύπτει το ερώτημα: πότε δικαιούμαστε να μιλάμε για «ψυχικό» και πως καθορίζουμε γενικά το το «ψυχικό» ως διαφορετικό από το «σωματικό»; Και τα δύο είναι ζωικά φαινόμενα. Διαφέρουν, όμως, στο ότι το λειτουργικό συστατικό που χαρακτηρίζεται σαν partie inferieure έχει μια σαφώς σωματική πλευρά. Η ύπαρξή του ή μη φαίνεται εξαρτημένη από τις ορμόνες. Η λειτουργία του έχει εξωθητικό χαρακτήρα, από όπου και η ονομασία «παρόρμηση». Ο Ρίβερς (Rivers) βεβαιώνει ότι μια τέτοιου είδους αντίδραση, είναι στη φύση της πειθαναγκαστική. Από την άλλη το partie superieure, που περιγράφεται και το αισθανόμαστε σαν ψυχικό χάνει  τον πειθαναγκαστικό χαρακτήρα του, μπορεί να υποταχθεί στη θέληση και επιπλέον να εφαρμοστεί με τρόπο αντίθετο προς το αρχικό ένστικτο.

Από αυτούς τους αρχικούς συλλογισμούς φαίνεται ότι το ψυχικό αντιπροσωπεύει μια απελευθέρωση της λειτουργίας από την ενστικτώδη μορφή και έτσι από τον πειθαναγκασμό ο οποίος, ως μόνος καθοριστικός παράγων της λειτουργίας, προκαλεί την παγίωσή της σε μηχανισμό. Η ψυχική εξάρτηση ή ποιότητα αρχίζει εκεί όπου η λειτουργία χάνει την εξωτερική και εσωτερική αιτιοκρατία και γίνεται ικανή για εκτενέστερη και απελευθερωμένη εφαρμογή δηλαδή, εκεί όπου αρχίζει να φαίνεται προσιτή στη θέληση, η οποία παρακινείται από άλλες πηγές. Διακινδυνεύοντας να προτρέξω, δεν μπορώ να μην δείξω πως αν αποδεσμεύσουμε την ψυχή από την φυσιολογική σφαίρα των ενστίκτων στα κατώτερα στρώματα της ψυχής, μια παρόμοια οριοθέτηση επιβάλλεται και στα ανώτερα. Απελευθερούμενο σταδιακά από το καθαρό ένστικτο το partie superieure θα φθάσει τελικά ένα σημείο στο οποίο η σύμφυτη ενέργεια της λειτουργίας παύει να προσανατολίζεται από το ένστικτο με την αρχική σημασία, και επιτυγχάνει μια «πνευματική» μορφή. Κάτι τέτοιο δεν υπονοεί ουσιαστική διαφοροποίηση της κινητήριας δύναμης του ενστίκτου, αλλά απλά ένα διαφορετικό τρόπο εφαρμογής του. Το νόημα ή ο σκοπός του ενστίκτου δεν είναι διφορούμενος, καθώς το ένστικτο εύκολα μπορεί να υποκρύπτει μια κατευθυντήρια έννοια διαφορετική από τη καθαρά βιολογική, η οποία γίνεται εμφανής στην πορεία της ανάπτυξης.

Στην ψυχική σφαίρα η λειτουργία μπορεί να εκτραπεί μέσω της δράσης της θέλησης και να τροποποιηθεί ποικιλοτρόπως. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό επειδή το σύστημα των ενστίκτων δεν έχει αληθινά αρμονική σύνθεση και είναι εκτεθειμένο σε πολυάριθμες εσωτερικές συγκρούσεις. Το ένα ένστικτο ταράσσει και μεταθέτει το άλλο, και παρόλο που σαν σύνολο τα ένστικτα αποτελούν θεμέλια της ατομικοποιημένης ζωής, ο τυφλός πειθαναγκαστικός χαρακτήρας τους παρέχει συχνά τις συνθήκες για αμοιβαίους τραυματισμούς. Η διαφοροποίηση της λειτουργίας από τον πειθαναγκασμό του ενστίκτου και η εκούσια εφαρμογή της έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διατήρηση της ζωής. Όμως αυτό αυξάνει την πιθανότητα σύγκρουσης και παράγει ρωγμές – εκείνες τις ψυχικές ρήξεις που θέτουν διαρκώς σε κίνδυνο τη συγκρότηση της συνείδησης.

Στην σφαίρα της ψυχής, όπως είδαμε, η θέληση επηρεάζει τη λειτουργία. Τούτο γίνεται εξαιτίας του γεγονότος ότι εφεαυτού αποτελεί μορφή ενέργειας και έχει τη δύναμη να υπερκεράσει μια άλλη μορφή. Σε αυτή τη σφαίρα, την οποία ορίσαμε σαν ψυχική, η θέληση βρίσκεται στην τελευταία εφεδρία παρακινούμενη από τα ένστικτα, όχι βέβαια απολύτως, διαφορετικά δεν θα ήταν θέληση, η οποία χρειάζεται εξ ορισμού την ελευθερία επιλογής. Η «Θέληση» υπονοεί μια κάποια ποσότητα ενέργειας, η οποία διατίθεται ελεύθερα από την ψυχή. Απαιτείται να υπάρχουν τέτοιες ποσότητες διατιθεμένου λίμπιντο (ή ενέργειας),διαφορετικά οι τροποποιήσεις των λειτουργιών θα ήταν αδύνατες. Αν αυτές οι τροποποιήσεις αλυσσοδεθούν στα ένστικτα – τα οποία είναι αφεαυτού εξαιρετικά συντηρητικά και συνεπώς μη τροποποιήσιμα – καμία διαφοροποίηση δεν είναι δυνατόν να συμβεί, εκτός αν είναι οργανική. Όπως είπαμε ήδη το κίνητρο της θέλησης πρέπει πρώτα από όλα να θεωρηθεί ουσιαστικά βιολογικό. Αλλά στο ανώτερο στάδιο της ψυχής, όπου η λειτουργία απελευθερώνεται από τον αρχικό της στόχο, τα ένστικτα χάνουν την επιρροή τους ως υποκινητές της θέλησης. Μέσω αλλαγής της μορφής της η λειτουργία ωθείται στην υπηρεσία άλλων καθοριστικών παραγόντων ή κινήτρων, τα οποία προφανώς δεν αφορούν περαιτέρω τα ένστικτα. Εκείνο που προσπαθώ να καταστήσω σαφές είναι το αξιοσημείωτο γεγονός ότι η θέληση δεν μπορεί να υπερβεί τα δεσμά της ψυχικής σφαίρας, δεν μπορεί να εξαναγκάσει τα ένστικτα, ούτε ασκεί κυριαρχική δύναμη πάνω στο πνεύμα. Το πνεύμα και το ένστικτο είναι από τη φύση τους αυτόνομα και τα δύο περιορίζουν ισόποσα το εφαρμοσμένο πεδίο της θέλησης. Αργότερα θα δείξουμε ποια είναι η σχέση του πνεύματος με το ένστικτο.

Όπως στα κατώτερα όρια η ψυχή βυθίζεται στο οργανικό υλικό της υπόβαθρο, έτσι και στα ανώτερα όριά της αυτοαναλύεται σε μια «πνευματική» μορφή, για την οποία γνωρίζουμε τόσο λίγα όσο και για τη λειτουργική βάση του ενστίκτου. Εκείνο που θα ονόμαζα καθαρή ψυχή, εκτείνεται σε όλες τις λειτουργίες, οι οποίες μπορούν να βρεθούν υπό την επίδραση της θέλησης. Το καθαρά ενστικτώδες δεν προϋποθέτει καμία συνείδηση και δεν χρειάζεται καμία. Εξαιτίας όμως της εμπειρικής ελευθερίας επιλογής της η ψυχή χρειάζεται μια υπερκαθοριστική αρχή, κάτι σαν καθαρή συνείδηση προκειμένου να τροποποιήσει τη λειτουργία. Οφείλει να «έχει γνώση» ενός στόχου διαφορετικού από τον καθαρά λειτουργικό. Διαφορετικά, θα συμπίπτει με την κινητήρια δύναμη της λειτουργίας. Ο Ντρις ορθά τόνισε: «Δεν υπάρχει θέληση χωρίς να γνωρίζεις». Η βούληση προϋποθέτει ένα επιλεκτικό υποκείμενο που διαβλέπει διαφορετικές δυνατότητες. Κοιτάζοντάς την από αυτή την οπτική γωνία, η ψυχή είναι ουσιαστικά μια σύγκρουση μεταξύ του τυφλού ενστίκτου και της θέλησης (ελευθερίας επιλογής). Εκεί όπου κυριαρχεί το ένστικτο, αναπτύσονται οι ψυχοειδής διαδικασίες, οι οποίες ανήκουν στην σφαίρα του ασυνείδητου σαν στοιχεία ανίκανα για συνείδηση. Η ψυχοειδής διαδικασία δεν είναι το ασυνείδητο αυτό καθεαυτό, γιατί τούτο εκτείνεται πολύ περισσότερο. Εκτός από τις ψυχοειδείς διαδικασίες υπάρχουν στο ασυνείδητο ιδέες και βουλητικές πράξεις, άρα κάτι συγγενικό με τις συνειδητές διαδικασίες. Όμως, στη σφαίρα του ενστίκτου αυτά τα φαινόμενα αποσύρονται στο βάθος δικαιολογώντας πιθανά τον όρο «ψυχοειδής». Αν περιορίσουμε την ψυχή σε πράξεις θέλησης, φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι η ψυχή είναι λίγο ή πολύ ταυτόσημη με την συνείδηση, γιατί είναι δύσκολο να φανταστούμε τη θέληση και την ελευθερία επιλογής χωρίς τη συνείδηση. Κάτι τέτοιο μας οδηγεί πίσω, εκεί όπου πάντα βρισκόμαστε, στο αξίωμα ψυχή= συνείδηση.

Κarl Jung