ΑΜΑΖΟΝΙΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ- Τροπικό φορτίο

 

Το πλοίο προχωρεί αργά στα νερά του Αμαζονίου, σε ένα ατέλειωτο ταξίδι μέχρι το Μανάος. Σπανίως εμφανίζεται κάποια καλύβα ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση της ζούγκλας, ή κάποιο γυμνό παιδί να  χαιρετά τους ταξιδιώτες με το χέρι. Στο κατάμεστο κατάστρωμα κάποιος διαβάζει τη βίβλο μεγαλόφωνα, ηχηρά εγκώμια στον Θεό, όμως ο κόσμος προτιμά να γελάει και να τραγουδάει, ενώ μπουκάλια και τσιγάρα περνούν από στόμα σε στόμα. Μια εξημερωμένη κόμπρα τυλίγεται στα κάγκελα, σε μικρή από τις νεκρές συντρόφισσές της που ξεραίνονται στον ήλιο. Ο ιδιοκτήτης της κόμπρας καθισμένος κατάχαμα, καλεί τους άλλους επιβάτες σε μονομαχία με την τράπουλα.

Ένας Ελβετός δημοσιογράφος βρίσκεται πάνω στο πλοίο. Παρακολουθεί επί ώρες έναν φτωχό κοκαλιάρη γεράκο, που κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του ένα χάρτινο κιβώτιο, και που δεν το αφήνει ούτε όταν κοιμάται. Όλος περιέργεια, ο Ελβετός του προσφέρει τσιγάρα, μπισκότα και συντροφιά, όμως ο γέρος δεν έχει κακές συνήθειες, είναι λιτοδίαιτος, κι ακόμα περισσότερο λιγόλογος.

Στη μέση της διαδρομής, στη μέση της ζούγκλας, ο γέρος αποβιβάζεται. Ο Ελβετός τον βοηθάει να κατεβάσει το μεγάλο χάρτινο κιβώτιο και τότε, ξεσκεπάζοντας λίγο το πάνω μέρος, έριξε μια ματιά: μέσα στο κιβώτιο, τυλιγμένος σε σελοφάν, είναι ένας πλαστικός φοίνικας.

 

πηγή:Εντουάρντο Γκαλεάνο