Οι Μασατέκοι στην Οαχάκα του Μεξικού λένε πως ο Χριστός σταυρώθηκε γιατί έκανε τους φτωχούς και τα δέντρα να μιλούν.

Και πως ήταν θαμμένος και κοιμόταν το θάνατό του, όταν ένας γρύλος άρχισε να τραγουδά.

Και ο γρύλος τον ξύπνησε.

Ο Χριστός είπε πως ήθελε να βγεί από τον θάνατο.

Ο γρύλος το είπε στον τυφλοπόντικα, ο οποίος έσκαψε κάτω από τη γη μέχρι το φέρετρο όπου τον είχαν βάλει.

Ο τυφλοπόντικας ζήτησε τη βοήθεια του αρουραίου, που άνοιξε το φέρετρο με τα κοφτερά του δόντια.

Και ο Ιησούς βγήκε.

Έσπρωξε με το δάχτυλο την τεράστια πέτρα που είχαν τοποθετήσει οι Ρωμαίοι στρατιώτες. Ευχαρίστησε το γρύλο, τον τυφλοπόντικα και τον αρουραίο για την εξυπηρέτηση.

Κι ανέβηκε στον ουρανό, μολονότι δεν είχε φτερά.

Πάνω στον ανοιχτό του τάφο άφησε την τεράστια πέτρα να αιωρείται στον αέρα, μ’ ένα άγγελο πάνω της.

Κι ο άγγελος τα διηγήθηκε όλα στη δόνα Μαρία, τη μητέρα του Ιησού.

Η δόνα Μαρία δεν μπόρεσε να κρατήσει το μυστικό, και το είπε στις γειτόνισσες, στην αγορά. Εκείνη το διέδωσε.

Εντουάρντο Γκαλεάνο- Καθρέπτες