Αντίδραση στο έργο του Φρόυντ

 

Πρέπει να εκθέσω κάπως τη θύελλα αντιδράσεων που ήταν αναγκασμένος να υπομείνει, τα χρόνια ιδιαίτερα πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ως έναν βαθμό και για το υπόλοιπο της ζωής του.

Υπάρχουν δύο δυσκολίες που εμποδίζουν σήμερα την περιγραφή της φύσης και της έκτασης της αντίδρασης. Ο πρώτος είναι ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεν μπορούσε να φθάσει έως την δημοσιότητα, απλώς δεν ήταν δημοσιεύσιμη.

Όχι ότι δεν έφθανε στ’ αυτιά του Φρόυντ. Ασθενείς σε κατάσταση αρνητικής μεταβίβασης, για να μην κάνουμε λόγο για καλοθελητές φρόντιζαν να είναι ανελλιπώς καλά πληροφορημένος. Και εν πάση περιπτώσει, το να κάνουν πως δεν σε βλέπουν στον δρόμο, να σε απομονώνουν και να σε αγνοούν είναι εκδηλώσεις που δεν μπορείς να αποφύγεις. Το όνομα του Φρόυντ τώρα πια είχε γίνει παροιμιώδες για τον θόρυβο που είχε δημιουργήσει γύρω του – ή μάλλον για την κακή του φήμη- στους Γερμανούς ψυχιάτρους και νευρολόγους και οι θεωρίες του διατάραξαν βαθιά την ψυχική τους γαλήνη. Είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς το κύμα ύβρεων και παρανόησης που χρησίμευε για να βγουν στη φόρα τα εκρηκτικά συναισθήματα που είχαν γεννηθεί. Μονάχα ένα μικρό μέρος της πλημμύρας διηθήθηκε σε επιστημονικά περιοδικά, αλλά και τότε ακόμη μόνο σε μια σχετικά πολιτισμένη μορφή. Το υβρεολόγιο στο μεγαλύτερο μέρος του θα το συναντούσε κανείς σε μη καταγεγραμμένα ξεσπάσματα σε επιστημονικές συναντήσεις και ακόμη περισσότερο στις ιδιωτικές συζητήσεις έξω από τις συνεδριάσεις. Ο Ferenczi σωστά σχολίασε ότι αν οι πολέμιοι αρνούνταν τις θεωρίες του Φρόυντ, σίγουρα τις ονειρεύονταν.

Η δεύτερη δυσκολία είναι ότι η φύση του τι αποτελεί όνειδος έχει αλλάξει σημαντικά πεδίο το τελευταίο ήμισυ του αιώνα και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα του ίδιου του έργου του Φρόυντ. Αν στις μέρες μας λεγόταν για κάποια διακεκριμένη προσωπικότητα ότι «έχει έμμονη ιδέα με το σεξ», ότι διαβάζει τις πιο βρώμικες και πιο απωθητικές όψεις της σεξουαλικότητας σε κάθε μικροπεριστατικό ή ενέργεια, οι περισσότεροι  άνθρωποι θα το θεωρούσαν μάλλον μια λόξα από μέρους της, αλλά θα συνέχιζαν να την κρίνουν με άλλα κριτήρια – αν είναι προσωπικά ευχάριστη ή αν αξίζει η δουλειά της. Ακόμη και αν υπήρχαν υπαινιγμοί ότι παραδίδεται προσωπικά σε διάφορες σεξουαλικές διαστροφές, η φήμη από μόνη της ουδόλως θα την απέκλειε ως ένα ανυπόφορο πλάσμα, που θα ήταν ανάρμοστο να μιλάει κανείς μαζί του ή να το δέχεται σε αξιοπρεπείς συναναστροφές. Δεν νομίζω ότι θα θεωρούνταν αυτόχρημα κακόβουλο και αισχρό, ένας εχθρός της κοινωνίας.

Κι όμως αυτό θα σήμαινε ένας παρόμοιος στιγματισμός εδώ και σαράντα ή πενήντα χρόνια, ακόμη δε και για μισό αιώνα πιο πριν. Ο Φρόυντ ζούσε σε μια χρονική περίοδο, όπου το μίσος (odium theologicum) είχε αντικατασταθεί από το odium sexicum και όχι ακόμη από το odium politicum. Εναπομένει στο μέλλον να αποτιμήσει ποιο από τα τρία κατατάσσεται ως η πιο ατιμωτική φάση της ανθρώπινης ιστορίας.

Τα χρόνια εκείνα ο Φρόυντ και οι οπαδοί του θεωρούνταν όχι μόνο ως σεξουαλικά διεστραμμένοι, αλλά επίσης είτε ιδεοληπτικοί είτε παρανοϊκοί ψυχοπαθείς και ο συνδυασμός γινόταν αντιληπτός ως ένας πραγματικός για την κοινότητα. Οι θεωρίες του Φρόυντ ερμηνεύονταν ως κατευθείαν προτροπές για την κατάλυση κάθε περιορισμού, για μια επιστροφή στην πρωτόγονη ασυδοσία και αγριότητα. Ούτε λίγο ούτε πολύ κινδύνευε ο ίδιος ο πολιτισμός.  Όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, ο πανικός που προκλήθηκε οδήγησε από μόνος του στην απώλεια της ίδιας εκείνης συγκράτησης που οι πολέμιοι πίστευαν ότι υπερασπίζονταν. Κάθε ιδέα καλών τρόπων, ανεκτικότητας, ακόμη και μια αίσθηση αξιοπρέπειας – ας αφήσουμε κατά μέρος βέβαια την οποιαδήποτε σκέψη για αντικειμενική συζήτηση ή έρευνα – απλώς εγκαταλείφθηκαν.

Σε ένα Συνέδριο των Γερμανών Νευρολόγων και Ψυχιάτρων που έγινε στο Αμβούργο στα 1910, ο καθηγητής Wilhelm Weygandt εξέφρασε δυναμικά την κατάσταση συναγερμού, όταν γινόταν αναφορά στις θεωρίες του Φρόυντ, χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι και φωνάζοντας: «Αυτό δεν είναι αντικείμενο συζήτησης σε μια επιστημονική συνάντηση, είναι θέμα της αστυνομίας». Παρομοίως, όταν ο Ferenczi διάβασε μια εργασία ενώπιον της Ιατρικής Εταιρείας της Βουδαπέστης, τον πληροφόρησαν ότι το έργο του Φρόυντ δεν ήταν παρά μια πορνογραφία και ότι ο χώρος που ταίριαζε στους ψυχαναλυτές ήταν η φυλακή.

Και δεν περιοριζόταν πάντα στα λόγια ο προπηλακισμός. Στο νευρολογικό Συνέδριο στο Βερολίνο στα 1910 ο καθηγητής Oppenheim, o περίφημος νευρολόγος και συγγραφέας του περίφημου εγχειριδίου στον τομέα αυτό, πρότεινε να μποϋκοτάρεται οποιοδήποτε ίδρυμα, όπου θα ήταν ανεχτές οι απόψεις του Φρόυντ. Η πρόταση βρήκε άμεση ανταπόκριση στο ακροατήριο και όλοι οι διευθυντές σανατορίων σηκώθηκαν για να δηλώσουν αθώοι. Πάνω στο οποίο ο καθηγητής Raimann προχώρησε ακόμη παραπέρα και δήλωσε ότι «ο εχθρός πρέπει να αναζητηθεί στο λημέρι του». Όλες οι περιπτώσεις του που δεν αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς από ψυχαναλυτές θα πρέπει να συγκεντρωθούν και να δημοσιευτούν.

Το πρώτο υλικό θύμα, όλως παραδόξως , ήταν στην απόμακρη Αυστραλία, όπου ο πρεσβυτεριανός κληρικός Donald Fraser αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ιερωσύνη εξ αιτίας της συμπαθειάς του για το έργο του Φρόυντ. Τον ίδιο χρόνο, το 1908, εξαναγκάστηκα να παραιτηθώ από το διορισμό μου ως νευρολόγος στο Λονδίνο, διότι ερευνούσα τη σεξουαλική ζωή των ασθενών. Δύο χρόνια αργότερα η κυβέρνηση του Οντάριο διέταξε τη διακοπή της δημοσίευσης του Asylum Bulletin. Ανατύπωνε όλες τις εργασίες που έγραφε το προσωπικό και οι δικές μου κρίθηκαν «ακατάλληλες προς δημοσίευση σε ένα ιατρικό περιοδικό». Στα 1909 ο Wulff απολύθηκε από ένα ίδρυμα στο Βερολίνο. Ο Pfister είχε για μια ακόμα φορά προβλήματα με τους ανωτέρους του, αλλά κατάφερε να επιβιώσει. Ο συνάδελφός του, Schneider, ήταν λιγότερο τυχερός και απολύθηκε από τη διεύθυνση ενός Σεμιναρίου στα 1916. Τον ίδιο χρόνο, ο Sperber, o διακεκριμένος Σουηδός φιλόλογος, συνάντησε την άρνηση στο αίτημά του να του δοθεί ο τίτλος του docent, εξ αιτίας ενός δοκιμίου που είχε γράψει για τη σεξουαλική προέλευση της ομιλίας και η καριέρα του καταστράφηκε.

Τα πρώτα χρόνια του αιώνα ο Φρόυντ και τα γραπτά του είτε αγνοούνταν εντελώς ή αλλιώς αναφέρονταν με μία ή δύο περιφρονητικές φράσεις ως εάν να μην άξιζαν της δέουσας προσοχής. Μετά το 1905 όμως, όταν κυκλοφόρησαν οι Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας και η ανάλυση της Dora, η στάση αυτή της σιωπής άλλαξε σύντομα και οι επικριτές ακολούθησαν μια πιο δραστήρια τακτική. Αν οι ιδέες του δεν πέθαιναν από μόνες τους έπρεπε να σκοτωθούν. Ο Φρόυντ προφανώς ανακουφίστηκε από αυτή την αλλαγή γραμμής. Παρατήρησε ότι η ανοιχτή πολεμική, ακόμη και οι ύβρεις, ήσαν πολύ προτιμότερες από το να αγνοείται κανείς σιωπηρά. « Ήταν μια ομολογία ότι είχαν να κάνουν αναγκαστικά με έναν σοβαρό αντίπαλο, με τον οποίο εκόντες άκοντες έπρεπε να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους».

Στην πρώτη κιόλας βιβλιοπαρουσίαση της ανάλυσης της Dora, o Spielmeyer καταφέρθηκε εναντίον της χρήσης μιας μεθόδου που περιέγραψε ως «ψυχικό αυνανισμό». Ο Bleuler διαμαρτυρήθηκε ότι κανείς δεν ήταν αρμόδιος να κρίνει την μέθοδο χωρίς να την έχει δοκιμάσει, αλλά ο Spielmeyer σε μια οργίλη ανταπάντηση τον συνέτριψε κάτω από το βάρος της ηθικής του αγανάκτησης.

Ο πρώτος που ενήργησε αυτόματα ήταν ο Gustav Aschaffenburg. Σε ένα Συνέδριο στο Μπάντεν- Μπάντεν τον Μάιο του 1906 εξέφρασε με σθένος τις απόψεις του και έφθασε στο συμπέρασμα ότι «η μέθοδος του Φρόυντ είναι εσφαλμένη στις περισσότερες περιπτώσεις, αποδοκιμαστέα σε πολλές και περιττή σε όλες». Ήταν μια ανήθικη μέθοδος και έτσι και αλλιώς βασιζόταν μονάχα στην αυθυποβολή. Ο Hoche ήρθε να ενώσει τις δυνάμεις του. Σύμφωνα μ’αυτόν η ψυχανάλυση ήταν μια μέθοδος που ξεκινούσε από μυστικιστικές τάσεις και εγκυμονούσε κινδύνους για το ιατρικό επάγγελμα.

Την ίδια χρονιά ο Ostawald Bumke θέλησε να κάνει αίσθηση παραθέτοντας την πρώτη δημόσια, ισοπεδωτική επίκριση εναντίον του Φρόυντ, την οποία ο Rieger είχε δημοσιεύσει δέκα χρόνια πριν για την συνεισφορά του Φρόυντ στη θεωρία της παράνοιας. Σύμφωνα με τον Ringer, οι απόψεις του Φρόυντ ήταν τέτοιες που «κανείς φρενολόγος δεν μπορούσε να διαβάσει χωρίς να νιώσει ένα αίσθημα φρίκης». Η αιτία της φρίκης αυτής βρισκόταν στον τρόπο που ο Φρόυντ αντιμετώπιζε ως κάτι υψίστης σπουδαιότητας την παρανοειδή μπουρδολογία με σεξουαλικούς υπαινιγμούς σε τυχαία συμβάντα τα οποία, ακόμη κι αν δεν είχαν επινοηθεί, ήσαν εντελώς αδιάφορα. Όλα τούτα δεν μπορούσαν να οδηγήσουν παρά σε «μια απλώς ανατριχιαστική ψυχιατρική των γραϊδίων». Μερικά χρόνια αργότερα ο Bumke ανέπτυξε μέγεθος βιβλίου την επίκρισή του, η δεύτερη έκδοση του οποίου έμελλε να χρησιμεύει στα χρόνια των Ναζί ως καθιερωμένο έργο αναφοράς επί του θέματος.

Στα 1907 υπήρξε μια σοβαρή μονομαχία μεταξύ Aschaffenburg και Jung στο Πρώτο Συνέδριο Ψυχιατρικής και Νευρολογίας που έγινε στο Άμστερνταμ. Ο Φρόυντ είχε λάβει πρόσκληση να συμμετάσχει στο Συμπόσιο, αλλά είχε αρνηθεί δίχως δισταγμό. Έγραψε γι’ αυτό στον Jung γι’ αυτό: «Περίμεναν προφανώς πως και πως την μονομαχία μου με τον Janet, αλλά σιχαίνομαι τις συμπλοκές των μονομάχων ενώπιον ενός ευγενούς όχλου και μου είναι δύσκολο ν’ αποδεχτώ ένα αμέτοχο πλήθος να ψηφίζει για τις δικές μου εμπειρίες». Παρ’ όλα αυτά ένιωσε άσχημα αργότερα στη σκέψη ότι αυτός απολάμβανε τις ευχάριστες διακοπές του τη στιγμή που κάποιος έδινε μάχη εκ μέρους του……