Αντίδραση – συνέχεια

 

Ο Friedlader ήταν περίεργος άνθρωπος, μια αμφίβολη προσωπικότητα, με σκοτεινό παρελθόν για το οποίο ο Φρόυντ ήταν ενήμερος. Όταν ήμασταν στην Ολλανδία το καλοκαίρι του 1910 μου είπε την εξής ιστορία. Στις 28 Μαίου 1910, χτύπησε το τηλέφωνο και κάποιος καθηγητής Schottlander, ψυχίατρος, ζήτησε μια συνάντηση. Ο Φρόυντ του είπε να περάσει εκείνο το βράδυ, αλλά βρισκόταν σε μεγάλη αμηχανία, αφού γνώριζε τα ονόματα όλων των Γερμανών ψυχιάτρων και δεν μπορούσε να θυμηθεί αυτό. Στις εννέα η ώρα έκανε την εμφανισή του ο καθηγητής Friedlander και διαβεβαίωσε τον Φρόυντ ότι δεν είχε ακούσει σωστά το ονομά του στο τηλέφωνο. Η κουβέντα προχώρησε και σύντομα έφτασε στο θέμα της Ανάλυσης της Dora, την οποία ο Friedlander ανέφερε με το όνομα Ανάλυση της Άννας. Ο Φρόυντ τέντωσε τ’ αυτί του, έσκυψε μπροστά και είπε: «Παρακαλώ, Herr Professor, δεν είμαστε στο τηλέφωνο τώρα. Προτείνω να αναλύσουμε τούτη τη γλωσσική παραδρομή». Από την ώρα εκείνη δεν άφησε σε ησυχία τον επισκέπτη και του έψησε το ψάρι στα χείλη μέχρι τις μια το πρωί. Παραδέχτηκε σε μας ότι του έκανε δύσκολη τη ζωή – του τα είχε μαζεμένα πολλά και ήταν σπάνια ευκαιρία – και το τελικό αποτέλεσμα ήταν ότι ο Fridlander ήταν «ένας ψεύτης, απατεώνας κούτσουρο απελέκητο

Ο Oscar Vogt ήταν ένας άλλος δριμύς πολέμιος. Μεταξύ 1899 και 1903 είχε δημοσιεύσει σε μια σειρά εργασιών υποστηρίζοντας την ανωτερότητα της δικής του «αιτιώδης ανάλυσης» σε σύγκριση με την ψυχαναλυτική μέθοδο του Φρόυντ. Η διανοητική αυτοπαρατήρηση ήταν εντελώς επαρκής, δίχως να επικαλούμαστε τους οποιουσδήποτε θυμικούς παράγοντες, ο Φρόυντ ήταν απλώς ένας στενοκέφαλος μεσαλλόδοξος, όταν εισήγαγε τους τελευταίους. Ο Vogt ήταν Πρόεδρος του Διεθνούς Συνεδρίου Ιατρικής Ψυχολογίας, στο Μόναχο τον Σεπτέμβρη 1911. Όταν στη συζήτηση για την ύπνωση εξέθεσα την άποψη του Ferenczi για την παλινδρόμηση στην κατάσταση παιδιού – γονέα, με διέκοψε θυμωμένος με την παρατήρηση: «Είναι σκέτη ανοησία να προτείνεις ότι η δύναμη υπνώτισης ασθενών βρίσκεται στο πατρικό μου σύμπλεγμα – θέλω να πω, φυσικά, στο πατρικό τους σύμπλεγμα». Οπότε, προς όφελος του ακροατηρίου, εξήγησα προσεκτικά τη σημασία της παραδρομής. Το βράδυ, ωστόσο, στη φιλικότερη ατμόσφαιρα του κήπου της μπυραρίας, αποκαταστάθηκαν λιγότερο τεταμένες σχέσεις. Μια σειρά σόκιν ανέκδοτα ήσαν στην ημερησία διάταξη για να χαλαρώσουμε από την ένταξη των συνεδριάσεων και μάλιστα ο ίδιος ο Vogt είπε μερικά καλά. Διατάραξα την αρμονία με την παρατήρηση ότι τα ανέκδοτα δεν θα είχαν κανένα νόημα αν δεν υπήρχαν ποικίλες συμβολικές σημασίες ταυτόσημες μ’ εκείνες την ύπαρξη των οποίων είχε με τόσο σθένος αρνηθεί το ίδιο εκείνο απόγευμα. Σάστισα αλλά γρήγορα έδωσε την απάντηση που μου φάνηκε εντελώς πειστική: «Μα αυτά είναι έξω από την επιστήμη».

Στις 12 Ιανουαρίου 1910, ο Fritz Wittels διάβασε μια εργασία ενώπιον της Εταιρείας της Βιέννης αναλύοντας τον χαρακτήρα του πολύ γνωστού συγγραφέα και ποιητή Karl Kraus. Ο Φρόυντ την βρήκε έξυπνη και καίρια, αλλά συνέστησε διακριτικότητα στη μελέτη ενός ζώντος προσώπου, από φόβου μήπως εκφυλιστεί σε απανθρωπία. Ο Karl με κάποιο τρόπο άκουσε τελικά για την εργασία του Wittel και απάντησε με άγριες επιθέσεις εναντίον της ψυχανάλυσης στο μεγάλης ζωντάνιας περιοδικό που εξέδιδε, το Die Faclel.

Στα τέλη του 1910 ο Φρόυντ μπορούσε να σχολιάσει ότι «οι βρισιές πέφτουν βροχή» από τη Γερμανία και δύο χρόνια αργότερα πρόσθεσε: «Χρειάζεται γερό  στομάχι»  . Η ιστορία αυτή, δείγματα της οποίας έδωσε συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια μέχρι την έναρξη του Παγκοσμίου Πολέμου στα 1914, αλλά θα ήταν βαρετό να συνεχίσω να πληθαίνω τα παραδείγματα. Όχι ότι ο πόλεμος έβαλε ένα τέλος σ’ αυτήν. Στα 1916 ο καθηγητής Franz von Luschan από το Βερολίνο δημοσίευσε ένα πολιτικό μανιφέστο υπό τον οικείο πια τίτλο «Ψυχιατρική των Γραϊδίων». «Παρόμοιες ανοησίες θα πρέπει να αντιμετωπιστούν αλύπητα και με σιδερένια σκούπα. Στους Μεγάλους Καιρούς που ζούμε τέτοιου είδους ψυχιατρική των γραϊδίων είναι δύο φορές αποκρουστική». Ο Φρόυντ παρατήρησε επ’ αυτού: «Τώρα γνωρίζουμε τι έχουμε να περιμένουμε από τους Μεγάλους Καιρούς. Ας είναι. Ένας γέρος Εβραίος είναι σκληρότερο καρύδι από έναν Βασιλικό Πρώσο Τεύτονα».

Μέχρις εδώ όλη η «κριτική» που σημειώσαμε θα μπορούσε να συνοψισθεί σε δύο αφορισμούς, διαρκώς επαναλαμβανόμενους με το πιο έντονο από καθέδρας ύφος. Οι ερμηνείες του Φρόυντ ήσαν αυθαίρετες και τεχνητές και τα συμπεράσματά του, όντως αποκρουστικά, πρέπει να είναι αναληθή. Yπήρχε όμως και μια μικρή ομάδα συγγραφέων που έκρινε ότι ήταν επιθυμητή μια πληρέστερη κατανόηση του έργου του, έστω και μόνο με σκοπό να ανασκευαστεί με επιχειρήματα που φιλοδοξούσαν να είναι αντικειμενικά. Παρεμπιπτόντως ο Φρόυντ κάποτε έκανε σε μένα το σχόλιο πόσο περίεργο ήταν που οι πολέμιοί του σφετερίζονταν ατάραχοι αυτή την ιδιότητα αποκλειστικά για τους ίδιους, αυτός δεν επιτρεπόταν ποτέ να είναι αντικειμενικός. Μια σοβαρή προσπάθεια έγινε στα 1909 από τον J. H. Schultz. Είναι μια παρουσίαση που δεν της λείπει η σοβαρότητα, των πρώιμων φάσεων της ψυχανάλυσης και της αντίδρασης που συνάντησε. Περιείχε 172 βιβλιογραφικές παραπομπές. Γενικά απέφευγε να εκφέρει τελεσίδικη κρίση πάνω στα επίμαχα ζητήματα, αν και ο γενικός τόνος ήταν αρνητικός. Την επόμενη χρονιά ο Isserlin δημοσίευσε μια συνολική κριτική τοποθέτηση όπου η τελική του κρίση ήταν ανεπιφύλακτη: η όλη μέθοδος του Φρόυντ, τόσο στη βάση της όσο και στους σκοπούς της ήταν αστήριχτη.

Στα 1914 ο Arthur Krofeld δημοσίευσε μια πλήρη σύνοψη της ψυχανάλυσης θεωρούμενης ως οργανικό όλο. Ασχολήθηκε πολύ λίγο με τις ιστορικές όψεις του θέματος, αλλά παρουσίασε μια εγκάρσια τομή της στο στάδιο που βρισκόταν τότε. Η κριτική πλευρά ήταν φυλοσοφικού και αφηρημένου χαρακτήρα, τα συμπεράσματα εν γένει εξέφραζαν κάτι περισσότερο από σκεπτικισμό. Όταν ο Φρόυντ τη διάβασε, έγραψε: «Ο Kronfeld απέδειξε φιλοσοφικά και μαθηματικά ότι όλα αυτά με τα οποία τυραννιόμαστε, δεν υπάρχουν, γιατί δεν μπορούν να υπάρχουν. Τώρα λοιπόν ξέρουμε». Να τι είπε στον Starcke: «Διάβασα και την δουλειά του Kronfeld. Φανερώνει τη συνηθισμένη φιλοσοφική τεχνική. Γνωρίζεται με τι βεβαιότητα οι φιλόσοφοι αναιρούν ο ένας τον άλλον αφού φύγουν μακριά από την εμπειρία. Αυτό ακριβώς κάνει και ο Kronfeld. Ισχυρίζεται ότι η εμπειρία μας δεν υπολογίζεται καθόλου και κατόπιν είναι παιχνιδάκι γι’ αυτόν να μας αναιρέσει».

Ένα χρόνο αργότερα ο Kuno Mittenzwey έγραψε μια άκρως μακροσκελή κριτική που εκτείνονταν σε συνέχειες σε όλα τα τεύχη της βραχύβριας επιθεώρησης του Specht, Zeitchrift, η οποία κατέρρευσε κάτω από το ίδιο της το βάρος πριν τελειώσει ο Mittenzwey. Έτσι έχουμε μονάχα ένα κορμό 415 σελίδων απ’ ότι ίσως αποτελεί την καλύτερη ιστορική κριτική παρουσίασης της πρώιμης εξέλιξης των ιδεών του Φρόυντ.

Ο ίδιος ο Φρόυντ έμενε εντελώς έξω απ’ αυτή την φασαρία και σπατάλησε ελάχιστη σκέψη γι’ αυτή. Η μόνη απάντηση που καταδέχτηκε να δώσει στην πλημμύρα κριτικής ήταν ίδια με του Δαρβίνου: δημοσίευσε απλώς περισσότερες μαρτυρίες που στήριζαν τις θεωρίες του. Περιφρονούσε την ηλιθιότητα των αντιπάλων του και αποδοκίμαζε τους κακούς τους τρόπους, αλλά δεν νομίζω ότι πήρε και πολύ κατάκαρδα την αντίδραση. Αυτή όμως δεν βελτίωσε την αποψή του για τον κόσμο που τον περιέβαλλε, ιδιαίτερα δε για το τμήμα του εκείνο που αποτελούσαν οι Γερμανοί επιστήμονες. Πολλά χρόνια αργότερα, στην Αυτοβιογραφία του έμελλε να γράψει τούτα τα λόγια:

«Φαντάζομαι πως αν τελικά γραφτεί η ιστορία της φάσης που έχουμε τελικά διανύσει, η γερμανική επιστήμη δεν θα έχει λόγο να είναι υπερήφανη να είναι υπερήφανη για όσους την εκπροσώπησαν. Δεν έχω κατά νου το γεγονός ότι απέρριψαν την ψυχανάλυση ή τον κατηγορηματικό τρόπο με το οποίο το έκαναν και τα δύο αυτά είναι ευκόλως κατανοητά, και αναμενόμενα, και εν πάση περιπτώσει δεν δυσφημίζουν τον χαρακτήρα των αντιπάλων της ψυχανάλυσης. Αλλά για το μέγεθος της υπεροψίας που έδειξαν, για την χωρίς ευσυνειδησία περιφρόνηση της λογικής και για την χυδαιότητα και το κακό γούστο των επιθέσεών τους δεν θα μπορούσε να υπάρξει δικαιολογία. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι είναι παιδιάστικο εκ μέρους μου ν’ αφήνω ελεύθερα παρόμοια τέτοια αισθήματα όπως αυτά τώρα, μετά από δεκαπέντε χρόνια που έχουν περάσει, και δεν θα το έκανα αν δεν είχα να προσθέσω κάτι περισσότερο. Χρόνια αργότερα, κατά τον Μεγάλο Πόλεμο, όταν χορεία εχθρών κατηγορούσαν το Γερμανικό έθνος για βαρβαρότητα, μια κατηγορία που συνοψίζει όλα όσα έγραψα παραπάνω, με πλήγωσε βαθιά, παρ’ όλα αυτά, να αισθάνομαι ότι όλες μου οι εμπειρίες δεν μου επέτρεπαν να το διαψεύσω».

Για τον Φρόυντ ήταν προφανές ότι ήταν εντελώς μάταιο να απαντήσει σε παρόμοιες σφοδρές επιθέσεις και δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό να το κάνει. Ότι θα υπήρχε γενική δυσπιστία όσον αφορά τις ανακαλύψεις του που ξάφνιαζαν ήταν πλήρως κατανοητό σε οποιοδήποτε είχε για πολλά χρόνια παλαίψει με την έντονη αντίδραση των ασθενών του και είχε από καιρό συνειδητοποιήσει ότι από αυτή την άποψη δεν διέφεραν από άλλους ανθρώπους. Μήτε αιφνιδίασε τον Φρόυντ το γεγονός ότι τα αποκαλούμενα επιχειρήματα που προβάλλονταν από τους αντιπάλους του ήταν ταυτόσημα με τις άμυνες των ασθενών του και μπορούσαν να δείχνουν την ίδια έλλειψη εις βάθος κατανόησης ή ακόμα και λογικής. Όλα τούτα ήταν επομένως μέσα στην φυσική τάξη των πραγμάτων και δεν μπορούσαν ούτε να κλονίσουν τη βεβαιότητα του Φρόυντ ούτε να τον ταράξουν προσωπικά.