Αντίδραση -συνέχεια

Έτσι ακριβώς πριν το Συνέδριο έγραψε ένα ενθαρρυντικό γράμμα στον Jung: «Δεν ξέρω αν σταθείτε τυχερός ή άτυχος, αλλά θα ήθελα να βρίσκομαι μαζί σας αυτή τη στιγμή, απολαμβάνοντας, το συναίσθημα ότι δεν είμαι πια μόνος. Αν χρειαζόσαστε κάποια ενθάρρυνση, θα μπορούσα να σας πω για τα παραπεταμένα χρόνια έντιμης, αλλά επώδυνης μοναξιάς που άρχισαν για μένα μόλις κατάφερα να ρίξω την πρώτη ματιά στον νέο κόσμο, για την έλλειψη ενδιαφέροντος και κατανόησης απ’ τη μεριά των πιο κοντινών μου φίλων, για τις στιγμές αγωνίας, όταν εγώ ο ίδιος πίστεψα ότι ήμουν σε λάθος δρόμο και αναρωτιόμουν πως θα ήταν δυνατόν ν’ ακολουθήσω τόσο αντίθετους προς τα καθιερωμένα δρόμους, και παρ’ όλα αυτά να θρέψω την οικογένειά μου, για την σταδιακά στερούμενη βεβαιότητά μου, η οποία κόλλησε πάνω στην «Ερμηνεία των ονείρων», σάμπως σ’ έναν βράχο μέσα στα κύματα και για την γαλήνια σιγουριά που κέρδισα τελικά και μου έλεγε τελικά να μένω μέχρι να μου απαντήσει μια φωνή που δεν γνώριζα. Ήταν η δική σας!

Ο Jung σίγουρα χρειαζόταν την όποια ενθάρρυνση μπροστά σε αυτή τη δοκιμασία. Ο Aschaffenburg επανέλαβε τον προηγούμενο αφορισμό του για το αναξιόπιστο της μεθόδου του Φρόυντ, επειδή σε κάθε λέξη δινόταν μια σεξουαλική ερμηνεία. Κάτι τέτοιο δεν ήταν μόνο οδυνηρό αλλά συχνά άμεσα βλαβερό για τον ασθενή. Έπειτα, χτυπώντας το στήθος του με μια φαρισαϊκή χειρονομία, διαβεβαίωσε επισήμως ότι απαγόρευε στους ασθενείς του έστω και να αναφέρουν το οποιοδήποτε σεξουαλικό θέμα. Κατά την ομιλία του ο Aschaffenburg έκανε τούτη τη αποκαλούμενη γλωσσική παραδρομή: «Όπως είναι γνωστό, ο Breuer κι εγώ δημοσιεύσαμε ένα βιβλίο πριν μερικά χρόνια». Δεν φάνηκε να το πρόσεξε ο ίδιος και ίσως ο Jung κι εγώ να ήμασταν οι μόνοι που το αντιλήφθηκαν ή τουλάχιστον που καταλάβαμε τη σημασία του, το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να χαμογελάσουμε από μακριά ο ένας στο άλλο. Ο Jung είπε στην ομιλία του ότι είχε βρει τα συμπεράσματα του Φρόυντ ορθά σε κάθε περιστατικό υστερίας που είχε εξετάσει και παρατήρησε ότι το αντικείμενο του συμβολισμού, αν και οικείο στους ποιητές και τους μυθοποιούς, ήταν καινούργιο στους ψυχιάτρους. Την επόμενη μέρα, η επίθεση συνεχίστηκε από τον Konrad Alt. Aνεξάρτητα από τις μεθόδους του Φρόυντ είπε, ήταν ανέκαθεν γνωστό ότι τα σεξουαλικά τραύματα επηρέαζαν τη γένεση της υστερίας. « Πολλοί υστερικοί έχουν υποφέρει πολύ από την προκατάληψη των συγγενών τους ότι η υστερία μπορεί να προκύψει πάνω σε βάση σεξουαλική. Την ευρέως διαδεδομένη τούτη προκατάληψη εμείς οι Γερμανοί νευρολόγοι βαλθήκαμε με χίλιους κόπους να καταστρέψουμε. Τώρα αν η φροϋδική άποψη σε σχέση με τη γένεση της υστερίας αποκτούσε έδαφος οι φτωχοί υστερικοί θα καταδικάζονταν όπως παλιά. Αυτό το βήμα προς τα πίσω θα προκαλέσει το μεγαλύτερο κακό». Έν μέσω έντονων επευφημιών υποσχέθηκε να μην επιτραπεί σε κανέναν από τους δικούς του ασθενείς να φθάσει σε οποιονδήποτε από τους οπαδούς του Φρόυντ που με ασυνειδησία έχουν πάρει τον κατήφορο προς την απόλυτη βρωμιά.

Τολμηρές προσπάθειες έγιναν την εποχή περίπου αυτή να εισαχθούν οι ψυχαναλυτικές ιδέες στο Βερολίνο. Στις 14 Δεκεμβρίου 1907, ο Juliusberger διάβασε μια εργασία που τις υπερασπιζόταν ενώπιον της Psychiatrischer Verein ( Ψυχιατρικής Ένωσης) και κατάφερε να επιβιώσει μέσα από την ομόθυμη αντίδραση που συνάντησε. Έναν χρόνο μετά, στις 9 Νοεμβρίου 1908, ο Abraham διάβασε μια εργασία ενώπιον της ίδιας Ένωσης με θέμα τις ερωτικές όψεις της εξ αίματος συγγένειας. Οδήγησε σ’ ένα λυσσαλέο ξέσπασμα από μέρους του διάσημου νευρολόγου Oppenheim που δήλωσε ότι δεν μπορούσε να εκφραστεί με τη δέουσα σκληρότητα ή σαφήνεια ενάντια σε παρόμοιες τερατώδεις ιδέες. Ο Ziehen σοκαρίστηκε επίσης ακούγοντας «τέτοιες επιπόλαιες δηλώσεις», και ανήγγειλε ότι όλα όσα έγραψε ο Φρόυντ είναι απλώς ανοησίες. Ο Braatz έβγαλε κραυγή αγωνίας ότι τα γερμανικά ιδανικά βρίσκονταν σε κίνδυνο και ότι θα έπρεπε να ληφθούν δραστικά μέτρα για την προστασία τους. Λίγο μετά ο Oppenheim δημοσίευσε μια εργασία σε υπεράσπιση μιας επίθεσης του Dubois από τη Βέρνη, ενάντια στη ψυχανάλυση.  Οι εσφαλμένες γενικεύσεις του Φρόυντ καθιστούσαν τη μέθοδό του επικίνδυνη και οι εκθέσεις που ο ίδιος και οι οπαδοί του δημοσίευσαν, έκαναν εντύπωση ως ένα μοντέρνο είδος μανίας για τη μαγεία. Ήταν επιτακτικό καθήκον τους να διεξάγουν πόλεμο εναντίον της θεωρίας αυτής και των συνεπειών της, μιας και εξαπλώνονται γρήγορα και το κοινό θα έπεφτε σε απελπιστική σύγχυση.

Ο ακούραστος Abraham διάβασε μιαν ακόμη εργασία ενώπιον της ίδιας Ένωσης στις 8 Νοεμβρίου 1909, αυτή τη φορά με θέμα τις «ονειρικές καταστάσεις». Αντιμετωπίστηκε με υπεροπτικά χαμόγελα και ο Πρόεδρος καθηγητής Ziehen, απαγόρευσε κάθε συζήτηση, αλλά ο ίδιος εξέφρασε τα συναισθήματά του μ’ ένα ξέσπασμα οργής. Τα προσόντα του Ziehen για να κρίνει το έργο του Φρόυντ μπορούν να αποτιμηθούν από το εξής επεισόδιο. Στην ψυχιατρική κλινική του Βερολίνου, Διευθυντής της οποίας ήταν ο Ziehen ήρθε ένας ασθενής παραπονούμενος για μια ψυχαναγκαστική παρόρμηση να σηκώνει τις φούστες των γυναικών στο δρόμο. Ο Ziehen είπε στους μαθητές του: «Αυτή είναι μια ευκαιρία να βάλουμε σε δοκιμασία την υποτιθέμενη σεξουαλική φύση παρόμοιων ψυχαναγκασμών. Θα τον ρωτήσω αν αυτό ισχύει και για τις πιο ηλικιωμένες γυναίκες επίσης, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει προφανώς να είναι προφανώς να είναι ερωτική». Η απάντηση του ασθενούς ήταν «Α, βέβαια, για όλες τις γυναίκες, ακόμη και για τη μητέρα μου και την αδελφή μου». Πάνω στο οποίο ο Ziehen διέταξε η εγγραφή στο πρωτόκολο να περιγράφει το περιστατικό ως «ρητώς μη- σεξουαλικό».

Ο Φρόυντ φυσικά παρακολουθούσε από πολύ κοντά όλα όσα γίνονταν και έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το τι συνέβαινε στην Αμερική- ίσως γιατί ήταν το μόνο μέρος όπου είχε μιλήσει ποτέ στη ζωή του σε ένα ευρύ, δημόσιο ακροατήριο. Έτσι μπορώ να αναφέρω δύο περιστατικά από τη μακρινή εκείνη ήπειρο που συνέβησαν στα 1910, το έτος στο οποίο έχουμε τώρα φθάσει.

Στη συνεδρίαση της Αμερικανικής Ψυχολικής Ένωσης τον Δεκέμβριο του 1909 στη Βαλτιμόρη, ο Boris Sidis έκανε μια αγρίως υβριστική επίθεση στο έργο του Φρόυντ και καταφέρθηκε εναντίον της «τρελλής επιδημίας Φροϋδισμού που εισβάλλει τώρα στην Αμερική». Η ψυχολογία του Φρόυντ μας έφερνε πίσω στον σκοτεινό Μεσαίωνα και ο ίδιος ο Φρόυντ ήταν απλώς «ένας από εκείνους τους ευσεβείς σεξουαλιστές» των οποίων υπήρχαν πολλά παραδείγματα στην ίδια την Αμερική. Ο Putnam θύμωσε τόσο πολύ που δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του για να μιλήσει αλλά εγώ κατάφερα να δώσω μια αρκούντως ήρεμη απάντηση. Παρ’ όλα αυτά, λίγο αργότερα στη συνεδρίαση ο Putnam και ο Stanley Hall του έδωσαν μια αποστομωτική και οριστική απάντηση.

Στην ετήσια συνεδρίαση της Αμερικανικής Νευρολογικής Ένωσης στην Ουάσιγκτον τον Μάιο του 1910, ο Joseph Collins, ένας νευρολόγος από τη Νέα Υόρκη, διακρίθηκε βγάζοντας στο συμπόσιο έναν λόγο που ήταν μια χυδαία, προσωπική επίθεση του χειρότερου δυνατού γούστου εναντίον του Putnam. Διαμαρτυρήθηκε διότι η Ένωση επέτρεψε στον Putnam να διαβάσει την εργασία του που απαρτιζόταν από «πορνογραφικές ιστορίες για αγνές παρθένες», παρεμπιπτόντως, ο ίδιος ο Collins ήταν διαβόητος για την εφεσή του προς τα αισχρά αστεία. «Ήταν καιρό η Ένωση να πάρει θέση ενάντια στον υπερβατισμό και την υπερφυσιοκρατία και να συντρίψει την Χριστιανική Επιστήμη, τον Φροϋδισμό και όλες τούτες τις βλακείες, τρίχες και ανοησίες». Όπως ήταν φυσικό, ο λόγος προσέβαλε το κοινό αίσθημα του «καθαρού παιχνιδιού, και το άλλο πρωί, όταν σηκώθηκε κάποιος στη συνεδρίαση και είπε πόσο ευγνώμων θα πρέπει να είναι η Ένωση που ένας άνθρωπος με τις υψηλές ηθικές αρχές του Putman είχε διερευνήσει σε βάθος και δοκιμάσει αυτό το καινοφανές έργο, ξέσπασαν οι πιο θερμές επευφημίες.

Στις 29 Μαρτίου 1910 υπήρξε μια βίαιη έκρηξη προσβολών και ύβρεων σε μια συνεδρίαση του Ιατρικού Συλλόγου του Αμβούργου. Ο Weygandt, αυτός ο κύριος που έκανε λόγο να καλέσουν την αστυνομία, έσταξε φαρμάκι. Οι ερμηνείες του Φρόυντ ήταν του αυτού επιπέδου με τους πιο ευτελείς ονειροκρίτες της πεντάρας. Οι μεθοδοί του ήσαν επικίνδυνες, επειδή απλώς γεννούσαν σεξουαλικές ιδέες στους ασθενείς του. Η θεραπευτική του μέθοδος ισοδυναμούσε με την χειρομάλαξη των γεννητικών οργάνων. Ο Ernst Trommer έκανε την πρωτότυπη κριτική ότι δεν μπορούσαν να υπάρξουν σεξουαλικοί παράγοντες στην υστερία, αφού οι περισσότεροι υστερικοί ήσαν ψυχροί. Ο Max Nonne ανησυχούσε για τον ηθικό κίνδυνο που διέτρεχε ο ιατρός που χρησιμοποιούσε παρόμοιους μεθόδους. Ο Alfred Saenger έδειξε πως με τη μνεία του πρωκτικού ερωτισμού οι θεωρίες του Φρόυντ έπαιρναν την πιο φαντασιώδη και τραγελαφική μορφή. Ευτυχώς, πάντως, ο πληθυσμός της Βορείου Γερμανείας απείχε παρασάγκας απ’ το να είναι τόσο αισθησιακός όσο εκείνος της Βιέννης.

Το σχόλιο του Φρόυντ ήταν: «Εκεί ακούει κανείς ακριβώς τα επιχειρήματα που προσπάθησα ν’ αποφύγω κάνοντας κέντρο τη Ζυρίχη. Ο βιενέζικος αισθησιασμός δεν βρίσκεται πουθενά αλλού. Υπό τις γραμμές μπορείς να διαβάσεις εξάλλου ότι εμείς οι Βιεννέζοι εκτός από γουρούνια είμαστε και Εβραίοι. Αλλά τούτο δεν μπορεί να δημοσιευτεί».

Ένας άλλος πολέμιος που μας έκανε να ευθυμούμε ήταν ο Friedlader από τη Φρανκφούρτη. Είχε ήδη κάνει αρκετές επιθέσεις στην ψυχανάλυση. Εκείνη που δημοσίευσε στην Αμερική, όπου απαριθμούσε ένα μεγάλο αριθμό κρίσεων μας έβλαψε σημαντικά εκεί, αφού έδινε την εντύπωση ότι ηπειρωτικές αυθεντίες είχαν κάνει εκτεταμένες έρευνες επί του θέματος και το καταδίκαζαν ομόθυμα. Παρ’ όλο που όλα τα δημοσιεύματα του ήταν άκρως εχθρικά απέναντι στην ψυχανάλυση, αυτή έδειχνε να ασκεί πάνω του μια περίεργη γοητεία. Επισκεπτόταν τον Jung, ήταν μελιστάλαχτος μαζί του και εξέφραζε την ελπίδα να καταφέρουν να συνεννοηθούν τελικά. Ο μεγάλος του πόνος ήταν ότι κανείς μας δεν εννοούσε να απαντήσει στα κείμενά του. Γνωρίζοντας τούτη τη λαχτάρα του για αναγνώριση, αποφασίσαμε να τον αγνοήσουμε εντελώς και αυτό το έβρισκε ανυπόφορο. Σε μια εργασία που εκφώνησε στη Βουδαπέστη παραπονέθηκε με πικρία για τον τρόπο που τον αγνοούσαν. «Η κριτική μου για τη Φροϋδική θεωρία αναγγέλθηκε εδώ και τόσους μήνες, γιατί λοιπόν ο Φρόυντ που δεν τον πείραξε να ταξιδεύσει στην Αμερική, δεν μπήκε στον κόπο να έρθει στη Βουδαπέστη να με αντικρούσει; Γιατί ξεπετάει τους αντιπάλους του μονάχα με μια υποσημείωση;»