Αντίδραση

 

Όλα όσα είπα μόλις για την στάση του Φρόυντ απέναντι στην κριτική αληθεύουν σε μεγάλο μέρος τους, αλλά με κανέναν τρόπο δεν είναι ακέραιη η αλήθεια. Θα ήταν παραπλανητικό να παρουσιάσουμε τον Φρόυντ ως υπόδειγμα ολύμπιας αταραξίας. Απέναντι στην κριτική ήταν εν πολλοίς αρκετά νηφάλιος και μπορούσε να την προσπεράσει με κάποιο αστείο ή ειρωνικό σχόλιο. Αλλά μαζί με τον σιδερένιο αυτοέλεγχο του ήταν ικανός για δυνατά αισθήματα και υπήρχαν ορισμένες πλευρές της κριτικής που μπορούσαν να τον αγγίξουν αρκούντως βαθιά. Έτσι, τον πείραζε η δυσμενής ή παρανοούσα κριτική που προερχόταν από κάποιον που συμπαθούσε ή είχε καλή ιδέα γι’ αυτόν. Η αποσκίρτηση του Stanley Hall τον έθιξε βαθύτατα. Σοκαρίστηκε εμφανώς από μια περίπτωση ένδειξης κακών τρόπων στην Αμερική, όπου ήλπιζε να τύχει καλύτερης συμπεριφοράς. Στις 4 Απριλίου 1912, ένας γνωστός νευρολόγος της Νέας Υόρκης, ο Allen Starr τον είχε καταγγείλει δημόσια ως ένα τυπικό «βιενέζο ελευθεριάζοντα» ενώπιον του Νευρολογικού Τομέα της Ιατρικής Ακαδημίας της Νέας Υόρκης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της επόμενης ημέρας στην εφημερίδα New York Times ο Starr είπε ότι είχε δουλέψει στο ίδιο εργαστήριο με τον Φρόυντ για έναν ολόκληρο χειμώνα και άρα τον γνώριζε καλά. Αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ο Starr προχώρησε για να αποδώσει τις θεωρίες του Φρόυντ στην ανήθικη ζωή που διήγε την εποχή εκείνη.

Σε μια κατηγορία ο Φρόυντ έδειξε ιδιαίτερα ευαίσθητος, συγκεκριμένα στην ιδέα ότι είχε φθάσει εξελικτικά στα συμπερασματά του μέσα από την εσώτερη συνείδησή του.

Σ’ ένα γράμμα στον Pfister έγραφε: «Να μπορούσαμε μονάχα να κάνουμε τους αντιπάλους μας να καταλάβουν ότι όλα τα συμπερασμά μας αντλήθηκαν από εμπειρίες – εμπειρίες που όσο αφορά εμένα, άλλοι εργάτες της επιστήμης θα μπορούσαν κάλλιστα να προσπαθήσουν να ερμηνεύσουν διαφορετικά, και δεν τα βυζάξαμε από τα δάκτυλά μας ή τα σκαρώσαμε σ’ ένα γραφείο. Αυτό νομίζουν όλοι, και εν είδει προβολής ρίχνει φως στο τρόπο δουλεύουν αυτοί». Θα μπορούσε κανείς να υποπτευθεί ότι η συγκεκριμένη αυτή κριτική άγγιξε τον Φρόυντ λόγω του βαθύτατου φόβου ή της βαθειάς ενοχής του για την ευφάνταστη και εικοτολογική ακόμη πλευρά της φύσης του που τόσο σκληρά είχε αγωνιστεί να καταπνίξει ή τουλάχιστον να ελέγξει.

Μια άλλη ευαίσθητη περιοχή ήταν ο εξοστρακισμός που έπρεπε να υποφέρει στην ίδια του την πόλη, την Βιέννη. Αυτό δεν το συνήθισε ποτέ στην πραγματικότητα.

Αυτό όμως που μπορούσε να τον βγάλει έξω από τα ρούχα του ενίοτε ήταν η υποκρισία μερικών αντιπάλων του που απαξίωναν αφ’ υψηλού τον ρόλο του ηθικού τιμητή. Απαντώντας σ’ ένα γράμμα όπου ο Pfister είχε εσωκλείσει τα τυπογραφικά δοκίμια μιας απάντησης που είχε γράψει σε μιαν επίθεση που του είχε κάνει ο Foster, ο Φρόυντ έγραφε «Θαυμάζω τον τρόπο που μπορείτε να γράφετε, τόσο μειλίχια, τόσο ανθρώπινα, με τόσο σεβασμό στους άλλους, τόσο αντικειμενικά, απευθυνόμενος, περισσότερο στον αναγνώστη παρά εναντίον του εχθρού σας. Αυτός είναι προφανώς ο σωστός τρόπος να έχετε ένα διδακτικό αποτέλεσμα….. Εγώ όμως δεν θα μπορούσα να γράψω έτσι, καλύτερα να μην έγραφα καθόλου, δηλαδή, δεν γράφω καθόλου. Θα μπορούσα μόνο να γράψω για να ελευθερώσω τη δική μου ψυχή, να ξεφορτωθώ τα δικά μου αισθήματα, και μια και κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε τελικά να εξελιχθεί σε κάτι πολύ εποικοδομητικό – θα έδινε μεγάλη ευχαρίστηση στους πολέμιους που μετά χαράς θα με έβλεπαν θυμωμένο – δεν τους απαντώ καθόλου. Σκεφθείτε! Κάποιος παριστάνει το ηθικό και ανώτερο πλάσμα που στρέφεται ενάντια στα ποταπά πράγματα και έτσι αποκτά το δικαίωμα να φλυαρεί λέγοντας τις μεγαλύτερες ανοησίες, να μεταφέρει την άγνοια και την επιφανειακότητα του να χύνει τη χολή του, να διαστρέφει τα πάντα και να δημιουργεί κάθε είδους υποψίες. Όλες αυτά στο όνομα της υψίστης ηθικής. Δεν θα μπορούσα να μείνω ήρεμος απέναντι σ’ όλα αυτά. Μιας και δεν μπορώ να μετριάσω τεχνητά την οργή μου ή να την μεταδώσω μ’ έναν ευχάριστα μολυσματικό τρόπο τηρώ σιωπή».

Ο Φρόυντ είχε την πολυτέλεια να πράξει αναλόγως, αλλά το θέμα ήταν διαφορετικό για εκείνους από εμάς που το επαγγελματικό μας έργο μας έφερνε αναπόδραστα σε προσωπική επαφή με αντιπάλους. Η συμβουλή του Φρόυντ σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να καταδειχθεί από ένα χωρίο γράμματος προς τον Starcke, ένα χωρίο που καταδεικνύει επίσης την απόλυτη ακεραιότητα του χαρακτήρα του.

«Δεν θα έχετε εύκολο έργο στο Ολλανδικό Συνέδριο. Επιτρέψτε μου να εκφράσω τη γνώμη ότι θα μπορούσατε να τα βγάλετε σε πέρας με ένα τρόπο καλύτερο από αυτό που προτείνατε. Η ιδέα σας να κερδηθεί η κοινωνία σας δια της πειθούς ή να πεισθεί δια της υποβολής έχει εναντίον της δύο πράγματα. Κατά πρώτον αποβλέπει σε κάτι αδύνατον και κατά δεύτερον ξεκινάει έχοντας ως πρότυπο την ψυχαναλυτική θεραπεία. Πρέπει όντως κανείς να αντιμετωπίζει τους ιατρούς όπως κάνουμε με τους ασθενείς, επομένως όχι δια της υποβολής αλλά ξυπνώντας τις αντιστάσεις τους και τη σύγκρουση. Εξάλλου, κανείς ποτέ δεν πετυχαίνει κάτι διαφορετικό. Όποιος υπερπηδήσει το πρώτο «όχι» των απωθήσεων και έπειτα το δεύτερο και το τρίτο θα φθάσει σε μια αληθινή σχέση με τα ζητήματα τα σχετικά με την ψυχανάλυση, οι υπόλοιποι θα μείνουν κολλημένοι στη λάσπη των αντιστάσεων τους, μέχρι να μεταβάλουν στάση από την έμμεση πίεση της ογκούμενης κοινής γνώμης. Θεωρώ, επομένως, ότι θα έπρεπε να είναι κανείς ικανοποιημένος με το να διατυπώσει την αποψή του και να εκθέσει τις εμπειρίες του με όσο το δυνατό σαφέστερο και κατηγορηματικότερο τρόπο και να μην ενδιαφέρεται και τόσο πολύ για τον τρόπο που θα αντιδράσει το ακροατήριο.

Η κατάρτιση στατιστικών, όπως προτείνετε, είναι προς το παρόν αδύνατη. Σίγουρα το ξέρετε και ο ίδιος. Κατ’ αρχήν, εργαζόμαστε με πολύ μικρότερα νούμερα απ’ ότι οι άλλοι γιατροί, που αφιερώνουν πολύ λιγότερο χρόνο σε άτομα. Έπειτα λείπει η αναγκαία ομοιομορφία που μόνον αυτή μπορεί να αποτελέσει τη βάση της οποιασδήποτε στατιστικής. Μήπως θα μπορούσαμε θα συναριθμήσουμε μήλα, αχλάδια και καρύδια; Τι ονομάζουμε οξεία περίπτωση; Επιπλέον, δεν θα μπορούσα να θεωρήσω τα δικά μου αποτελέσματα των τελευταίων είκοσι χρόνων συγκρίσιμα, αφού η τεχνική μου έχει θεμελιωθεί στο διάστημα αυτό. Και τι θα κάναμε για τις πολυπληθείς περιπτώσεις που είναι μόνον μερικώς αναλυμένες και για εκείνες που η θεραπεία δεν μπόρεσε να συνεχισθεί για εξωτερικούς λόγους;

H θεραπευτική άποψη, ωστόσο, δεν είναι σίγουρα η μόνη για την οποία η ψυχανάλυση αξιώνει το ενδιαφέρον, ούτε είναι η σημαντικότερη. Έτσι πολλά έχουν να ειπωθούν επί του θέματος ακόμη και χωρίς να βάλουμε τη θεραπεία στην πρώτη γραμμή».