Για τον χλωμό εγκληματία

 

Δε θέλετε να σκοτώσετε, δικαστές και θυσιαστές, πριν κινήσει το ζώο το κεφάλι του; Δείτε, ο χλωμός εγκληματίας κίνηση το κεφάλι του: η μεγάλη περιφρόνηση μιλά με το μάτι του.

«Το Εγώ μου είναι κάτι που μέλλει να ξεπεραστεί: το Εγώ μου είναι η μεγάλη μου περιφρόνηση απέναντι στον άνθρωπο»: έτσι μιλά με το μάτι τούτο.

Το ότι έκρινε ο ίδιος τον εαυτό του, αυτό ήταν η ανώτατη στιγμή του: μην αφήνετε το Υψηλό να ξεπέσει!

Δεν υπάρχει σωτηρία γι’ αυτόν που υποφέρει τόσο για τον εαυτό του παρά μόνο ο γρήγορος θάνατος.

H θανάτωσή σας, δικαστές, πρέπει να ‘ναι οίχτος και όχι εκδίκηση. Κ’ ενώ θανατώνετε κοιτάτε πώς να δικαιώνετε τη ζωή.

Δε φτάνει να συμφιλιώνεστε μ’ εκείνον που θανατώνετε. Η θλίψη σας ας είναι αγάπη για τον υπεράνθρωπο: έτσι δικαιώνετε την επιβίωσή σας!

Πρέπει να λέτε «εχθρός», αλλά όχι «κακούργος», πρέπει να λέτε «άρρωστος», αλλ’ όχι «παλιάνθρωπος», πρέπει να λέτε «τρελός», αλλ’ όχι «αμαρτωλός».

Και εσύ, κόκκινε δικαστή, αν ήθελες να πεις δυνατά ότι έπραξες κιόλας με τη σκέψη σου: τότε ο καθένας θα φώναξε: «Πετάξτε αυτή την ακαθαρσία κι αυτό το φαρμακερό σκουλήκι!»

Κάτι άλλο, όμως, είναι η σκέψη, κάτι άλλο ή πράξη, κάτι άλλο η εικόνα της πράξης. Ο τροχός του αιτίου δεν κυλά αναμεσά τους.

Μια εικόνα κάνει τον χλωμό αυτό άνθρωπο χλωμό.

Βρισκότανε στο ίδιο ύψος με την πράξη του, όταν την έπραττε: μα δεν άντεχε την εικόνα της, όταν είχε διαπραχτεί.

Τώρα, δεν έβλεπε τον εαυτό του παρά μόνο σαν ένας εκτελεστής πράξης. Αυτό εγώ το ονομάζω παραφροσύνη: η εξαίρεση έγινε φύση γι’ αυτόν.

Η γραμμή γοητεύει την όρνιθα, η πράξη που έκανε αυτός, γοήτευσε το φτωχό λογικό του – αυτό εγώ το ονομάζω παραφροσύνη μετά την πράξη.

Ακούσετε, ω δικαστές! Υπάρχει και μια άλλη παραφροσύνη ακόμα: κι αυτή είναι πριν από την πράξη. Αχ, δεν εισδύετε αρκετά βαθιά στην ψυχή αυτή!

Έτσι μιλά ο κόκκινος δικαστής: «μα γιατί σκότωσε αυτός ο εγκληματίας; Ήθελε να ληστέψει». Αλλά εγώ σας λέω: η ψυχή του ήθελε αίμα, όχι ληστεία: διψούσε την ευτυχία του μαχαιριού!

Με το φτωχό λογικό του δεν εννόησε αυτή την παραφροσύνη και τον έπεισε. «Τι σημασία έχει ακόμα! Μίλησε η παραφροσύνη, δε θέλεις, τουλάχιστον, να κάμεις μια ληστεία με την ευκαιρία αυτή; Να πάρεις μια εκδίκηση;»

Κ’ εκείνος άκουσε το φτωχό του μυαλό: σα μολύβι βάραιναν τα λόγια του πάνω του, τότε λήστεψε, αφού σκότωσε. Δεν ήθελε να ντρέπεται για την παραφροσύνη του.

Και τώρα το μολύβι του σφάλματός του τον βαραίνει πάλι, και πάλι το φτωχό του μυαλό είναι μουδιασμένο, παράλυτο, βαρύ.

Αν  μπορούσε να κουνήσει μόνο το κεφάλι του, το βάρος αυτό θα έπεφτε κάτω: μα ποιος μπορεί να κουνήσει αυτό το κεφάλι;

Τι είναι ο άνθρωπος αυτός; Ένας σωρός αρρώστιες που, με το μυαλό, αρπάζονται από τον κόσμο: εκεί θέλουν να βρούν τη λεία τους.

Τι είναι αυτός ο άνθρωπος; Ένα κουβάρι από αγριόφιδα, που σπάνια να ησυχάσουν μεταξύ τους,- τότε φεύγουνε καθένα και μόνο του και γυρεύουνε την τροφή τους στον κόσμο.

Δείτε το άθλιο τούτο κορμί! Ότι υπόφερε και λαχτάρησε το ερμήνευσε η φτωχή αυτή ψυχή, – το εξήγησε σαν δολοφονική ηδονή και επιθυμία της ευτυχίας του μαχαιριού.

Όποιος αρρωσταίνει τώρα, κατέχεται από το Κακό, που είναι τώρα κακό: θέλει να κάνει τους άλλους να πονούν μ’ αυτό που τον πονά. Μα υπήρξανε και άλλοι καιροί κ’ ένα άλλο κακό και καλό.

Έναν άλλο καιρό, η αμφιβολία ήταν κακό, το ίδιο κ’ η προσωπική φιλοδοξία. Τότε ο άρρωστος γινότανε αιρετικός και μάγος, αιρετικός και μάγος υπόφεραν κ’ ήθελε να κάνει και τους άλλους να υποφέρουν.

Αλλ’ αυτό δεν αρέσει στ’ αυτιά σας: για τους καλούς που βρίσκονται ανάμεσά σας θα ‘ταν βλαβερό μου λέτε. Μα τι μ’ ενδιαφέρουν εμένα οι καλοί ανθρωποί σας.

Πολλοί από τους καλούς σας μου προκαλούν την αηδία, και όχι οι κακοί σας. Θα ήθελα, αλήθεια, να είχανε μια τρέλα, που να καταστρέφονταν εξ αιτίας της σαν τούτο το χλωμό εγκληματία.

Θα ήθελα αληθινά, η τρέλα τους να λεγότανε αλήθεια ή πίστη ή δικαιοσύνη: αλλά έχουν την αρετή τους για να ζήσουν πολλά χρόνια και σε μιαν αξιοθρήνητη άνεση.

Είμαι ένα κιγκλίδωμα στο ποτάμι: ας με πιάσει όποιος μπορεί να με πιάσει! Μα δεν είμαι το δεκανίκι σας.

Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα.

Νίτσε