Γράμμα στον άρρωστο ποιητή- Μενέλαος Λουντέμης

 

Ναζίμ Χικμέτ, αρκαντάς, συγκάτοικε της κόλασης.

Σ’ άκουσα που βόγκηξες εχτές για την Ελλάδα.

Ήταν νύχτα, ώρα πικρή. Κι ο βόγκος σου ακούμπησε στο στήθος μας

Ήταν η ώρα που δέναμε τις πληγές μας,

Κι ανασηκώσαμε τον επίδεσμο για ν’ ακούσουμε.

Ν’ σ’ ακούσουμε – απ’ το μικρό μπουντρούμι της Σταμπούλ-

Να βογκάς μες σ’ όλα τα κελιά του κόσμου.

 

Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω.

Τώρα που μου στένεψαν κι εμένα τον κόσμο.

Τώρα που γεύτηκα της αλυσίδας τη σκουριά.

Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω:

Στο δεξί βραχιόλι της χειροπέδας μου

Αισθάνομαι το χέρι το δικό σου, Ναζίμ,

Ομοθάνατε αδελφέ μου.

 

Μας έφθασε απρόσμενα το γράμμα σου εδώ εψές.

Σαν ένα πουλί που έφυγε απ’ το κλουβί του.

Σαν ένα χέρι που ανέβηκε απ’ τα κύματα.

Το διαβάσαμε ριγώντας συλλαβιστά,

Κάτω από το γιαταγάνι του μισοφέγγαρου.

Κι ορκιστήκαμε

Να σου κεντήσουμε το ρούχο

Τη στάμπα του Μηκρονησιώτη.

Και να σε κράξουμε

Επίτιμο μάρτυρα και συντοπίτη.

Η φυλακή μας είναι ξέσκεπη εδώ, Ναζίμ.

Γκρεμότοπος που τον σώνει η πίσσα,

Και πάνω του σαλεύουμε ολόρθοι σκελετοί.

Πως ήρθε και μας βρήκε το χαρτί σου;

Εδώ δεν άραξε άλλο τίποτε, ποτές-

Παρά μονάχα οι δήμιοι, και οι βοριάδες.

Πως βρήκε το δρόμο το χαρτί σου;

 

Αυτό που γίνηκε στον τόπο μου, Ναζίμ,

Δεν εματάγινε ποτέ αλλού στη σφαίρα

Κι ουδέ μιλιέται, ουδέ γροικιέται.

Και τούτο σου λέω μοναχά: Τα μωρά,

Που δεν έκλαψαν ποτέ γι’ άλλον κανένα

Παρά μονάχα για τον ίδιο τους τον εαυτό, τα μωρά

Έβαλαν από τις κούνιες το μοιρολόι

Για τα μεγάλα πάθη των δικών τους.

Τούτο μόνο σου λέω, αρκαντάς. Και θα ‘θελα πολύ να το φωνάξω.

Μα το χέρι μου γέρνει στο σαμντάνι του,

Και κλαίω τον εαυτό του.