Διλήμματα γύρω από την φύση των επίσημων δεδομένων για το έγκλημα

 

Το ζήτημα της εννοιολόγησης του εγκλήματος δεν παύει να συνεχίζει να διηθείται υπό το πρίσμα κοινωνιολογικών, εγκληματολογικών και πολιτικών θεωριών. Η εναντίωση στο νόμο μπορεί να εντοπισθεί παντού και αφήνει τα ίχνη της σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής. Σημαδεύει αυτούς που την καταγγέλλουν, εκείνους που προσπαθούν να την ελέγξουν, εκείνους που την περιγράφουν σε φανταστικές διηγήσεις, εκείνους που υποφέρουν από αυτή. Σχεδόν κάθε κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να αναγνωρισθεί ως το σώμα της κοινωνικής αντίδρασης στην οποία η παράβαση του νόμου επιφέρει. Μιας αντίδρασης που δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε στατική, καθώς ενεργοποιεί ευκαιρίες και ενεργοποιεί ευκαιρίες και περιορισμούς στη διάπραξη νέων αδικημάτων. Άρα, ο κεντρικός προβληματισμός κάθε μελέτης που αφορά το έγκλημα ακολουθεί, ή πρέπει να ακολουθεί, δύο κυρίαρχες κατευθύνσεις σκέψης: Η μια αφορά το βασικό ερώτημα «τι μελετάμε και η δεύτερη «πως το μελετάμε». Και οι δυο κατευθύνσεις εμπλέκουν στην διαδρομή τους πλήθος δευτερευόντων ερωτημάτων, όπως, για παράδειγμα, «την έκταση του εγκληματικού φαινομένου», τις «διαφοροποιήσεις του με την πάροδο του χρόνου χωροχρονικά» καθώς και το «πως πληροφορούμεθα γι’ αυτό». Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά συνεπάγονται την περαιτέρω διερεύνηση ευρύτερων ζητημάτων, όπως η σχέση της πληροφορίας με τους τρόπους και με μέσα τα οποία σχετικά δεδομένα συγκεντρώνονται, δημοσιεύονται και χρησιμοποιούνται.

Ο ερευνητής που επιλέγει να ασχοληθεί με τις αποδείξεις του «περάσματος στην πράξη» ή/ και την κοινωνική αντίδραση σ’ αυτήν έρχεται αντιμέτωπος με ένα πλήθος αριθμών, τόσο στην χώρα μας όσο και διεθνώς που εμπεριέχονται στις έμμεσες πηγές, μεγάλο τμήμα των οποίων καταλαμβάνει η επίσημη στατιστική των εγκλημάτων και της ποινικής αντιμετώπισής τους από τους φορείς άσκησης τυπικού κοινωνικού έλεγχου. Έτσι, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δάσος αριθμοποιήσεων χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων. Όπως αναφέραμε και στην εισαγωγή, οι ποσότητες των αριθμών είναι τακτοποιημένων ως περιγραφικές κατηγορίες αδικημάτων και είναι τακτοποιημένες ως περιγραφικές κατηγορίες και δραστών κάτω από κεφαλίδες που αλλάζουν ως προς τη συγχρονία και τη διαχρονία στη βάση κυρίως των αναπαραστάσεων για το έγκλημα και τον εγκληματία. Στη συνέχεια διαπιστώνονται χρήσεις αλλά και καταχρήσεις των συνόλων αυτών των δεδομένων οι οποίες επιχειρούνται με μια αβάσταχτη ελαφρότητα τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Αυτή η τάση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς, όπως έχουμε τονίσει και αλλού, οι αριθμοί για το έγκλημα συνιστούν ηθικού τύπου οντότητες και όχι φυσικές στατιστικές ποσοτικοποιήσεις.

Το εγχείρημα γίνεται όλο και πιο δύσκολο σήμερα καθώς η αναπαράσταση του εγκλήματος με αριθμούς στο παγκοσμιοποιημένο στερέωμα των γνωστών «cloud data” “big data” ή “cloud linked data”, έχει απομακρυνθεί από παραδοσιακές επιστημολογικές και μεθοδολογικές ταξινομίες και κωδικοποιείται με βάση όχι μόνο το αδίκημα ή/ και τον δράστη αλλά κυρίως όπως προαναφέρθηκε ως «εγκληματικό περιστατικό» το οποίο περιλαμβάνει όλες τις παραμέτρους που του συνθέτουν: νομικούς ορισμούς και κοινωνικές αξίες, δράστες και θύματα, το πραγματικό ή κατασκευασμένο κίνητρο του δράστη τη συγκυρία του περάσματος στην πράξη ή/ και της σύλληψης, τον τόπο, την σκηνή του εγκλήματος, τις διαδικασίες αποκάλυψης ή συγκάλυψης ανάλογα με την ανάγνωση. Αυτές οι εξελίξεις είναι από μόνες τους σημαντικές ως προς την επινόηση και την εφαρμογή τους και συνάδουν με την συγκρότηση των παγκοσμιοποιημένων ιδεών και κοινωνιών στην μετα- νεωτερική εποχή.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι με την πρόοδο  των επιστημών της πληροφορικής και της επικοινωνίας, οι δυνατότητες επεξεργασίας και αξιοποίησης των δεδομένων έχουν διευρυνθεί προωθώντας την έρευνα από το «μεμονωμένο» στο «συκριτικό»- με πολλαπλές θετικές προεκτάσεις για την πρόοδο της επιστήμης και επαναχρησιμοποίησης δεδομένων, η πολλαπλή αλληλοσυσχέτιση και αξιοποίησή τους σε μεγάλη κλίμακα πλέον «εμφανίζεται ως απάντηση στο αίτημα συγκριτικών προσεγγίσεων στο διεθνικά συγκροτημένο ευρωπαϊκό χώρο (και όχι μόνο). Η δευτερογενής ανάλυση προσθέτει υπεραξία στα δεδομένα και μεγιστοποιεί τα επιστημονικά οφέλη. Η επαναχρησιμοποίηση δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα καθίστανται πρακτικά δυνατή με την συγκρότηση ερευνητικών υποδομών, σύνθετων δηλαδή πληροφοριακών συστημάτων που υποστηρίζουν ταυτόχρονα πολλές λειτουργίες, όπως είναι η καταγραφή, η τεκμηρίωση, η αρχειοθέτηση, η ταξινόμηση και η ανάλυση δεδομένων και κειμένων». Ακόμα, όμως και οι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές της αξίας και της σημασίας αυτών των ηλεκτρονικών ερευνητικών υποδομών αναγνωρίζουν πως «μια τέτοια τεχνική δυνατότητα εγείρει σειρά επιστημολογικών, μεθοδολογικών, θεσμικών και δεοντολογικών ζητημάτων» και προϋποθέτει μια νέα «ερευνητική κουλτούρα» προκειμένου να καταστεί επιστημολογικά και μεθοδολογικά λυσιτελής.

Μέχρι όμως να καταδειχθεί η ύπαρξη αυτής της ερευνητικής κουλτούρας, η ενενδοίαστη αποδοχή της εισαγωγής νέων τεχνικών και εργαλείων από τις θετικών επιστήμες και η μεθοδολογική επιλογή δημιουργίας νέων δομών βέλτιστης αξιοποίησης των δεδομένων σε τόπους άλλους από το συγκεκριμένο κοινωνικο- ιστορικό, πολιτισμικό και γεωγραφικό πλαίσιο που τα δημιούργησε ή/και τα εντόπισε ενδέχεται να απομακρύνουν την ανάλυση από τα επιστημολογικά προαπαιτούμενα της επιστήμης της εγκληματολογίας. Αυτή η «τεχνολογική υπερνίκηση των αποστάσεων» πόσο ασφαλής είναι όταν «οι σχέσεις μεταξύ του εγκληματικού φαινομένου και της αντιμετωπισής του από το διεθνή έλεγχο διαρκώς πυκνώνουν με κύρια τάση τη διαρκώς μεγαλύτερη διείσδυση του Διεθνούς Δικαίου στις σχετικές ρυθμίσεις», είτε με τη μορφή ποινικοποιήσεων κυρίως παρά αποποινικοποιήσεων δραστηριοτήτων ή πράξεων, είτε με τη μορφή της αντιμετώπισης ορισμένων εγκληματικών συμπεριφορών από διεθνή όρια;

Στην εποχή μας που η «αξιολογική ουδετερότητα» στην επιστήμη παραμένει ζητούμενο, επιστημονικά εργαλεία τα οποία θα έπρεπε να περιορίζονται στην απλή διαπίστωση εμπειρικών κανονικοτήτων, στην πραγματικότητα επινοούν συστήματα ιδεοτυπικών εννοιών που ενδεχομένως έρχονται σε αντίθεση και αντίδραση τόσο με τις οντότητες που περικλείουν όσο και με θεμελιώδη και πανανθρώπινα ιδανικά και προτάγματα. Με αυτόν τον τρόπο στον «πειρασμό του (ποινικού) νομοθέτη να επιχειρήσει να σχεδιάσει τις εξελίξεις» έρχεται να προστεθεί και ο πειρασμός του επιστήμονα που ασχολείται με τις νέες τεχνικές προκλήσεις της επιστήμης του.

 

Πηγή:To εγκληματικό φαινόμενο στην Ελλάδα σήμερα – Ιωάννα Τσιγγάνου