Η ΘΕΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΩΣ ΗΘΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Ο Εμίλ Ντυρκέμ (1858-1917) έχει χαρακτηρισθεί «πατέρας της κοινωνιολογίας» και περιλαμβάνεται στην «Αγία Τριάδα» της διαμόρφωσής της μαζί με τον Μαρξ και τον Βέμπερ. Ως «πατέρας» της κοινωνιολογίας τον θεωρούν όσοι γνωρίζουν στο έργο του κατά κύριο λόγο την προσπάθειά του να μεταφέρει την «θετική» μέθοδο, τη μέθοδο της εμπειρικής παρατήρησης και της επαγωγικής γενίκευσης, στην πραγμάτευση των κοινωνικών φαινομένων. Ο Ντιρκέμ στο έργο του Οι κανόνες της κοινωνιολογικής μεθόδου (1895) προσδιόρισε την έννοια του «κοινωνικού γεγονότος» εξέθεσε με συνέπεια τους «κανόνες της παρατήρησης των κοινωνικών γεγονότων» και τους τρόπους, τους «κανόνες» για την εξήγησή τους. Θεωρήθηκε έτσι ο «πρώτος συστηματικός επιστήμονας» του κλάδου και ο κλασσικός θετικιστής κοινωνιολόγος. Όμως η συμβολή του Ντιρκέμ στην κοινωνική θεωρία είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, πολύ ευρύτερη. Η επανεξέταση και η πιο πρόσφατη συζήτηση του έργου του έχουν αναδείξει πλευρές της σκέψης του που επιδέχονται περισσότερες και μάλιστα και αντιφατικές αναγνώσεις. Ορισμένοι λοιπόν χαρακτηρίζουν τον Ντιρκέμ «ιδεαλιστή» στηριζόμενοι στα έργα της τελευταίας συγγραφικής του περιόδου, όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στους «πολιτισμικούς παράγοντες» και περιθωριοποιούνται οι «μορφολογικές δομές» στην πραγμάτευση των μορφών της κοινωνικής δράσης. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι ο Ντιρκέμ «ουδέποτε εγκατέλειψε την πρώιμη δέσμευσή του με ένα τρόπο ανάλυσης (που δέχεται το σχήμα) «βάση – εποικοδόμημα» και παρέμεινε «υλιστής». Η τελευταία αυτή αντίληψη αναφέρεται στις επεξεργασίες του Ντιρκέμ που αφορούν την κοινωνική προέλευση των κοινωνικών πεποιθήσεων, της «συλλογικής συνείδησης», των «συλλογικών παραστάσεων» και τρόπων σκέψης. Άλλοι έχουν επισημάνει την κριτική στους κοινωνικούς θεσμούς της σύγχρονης κοινωνίας, που περιλαμβάνουν τα έργα του, όπως και τις προτάσεις του για την υπέρβαση των αντιθέσεων και την επίλυση των προβλημάτων της. Θα σχολιάσουμε σε ότι ακολουθεί τις πλευρές αυτές της θεωρίας του Ντιρκέμ. Όπως θα δούμε, το έργο του χαρακτηρίζει πρωτίστως αυτό που ονομάστηκε «κοινωνικός ρεαλισμός». Οφείλουμε πάντως από τώρα να σημειώσουμε ότι οι διαφορετικές ή και αντιφατικές τάσεις και οι πλευρές οι οποίες επισημαίνουν και αναδεικνύουν οι σχολιαστές του υπάρχουν στο έργο του. Είναι όμως υποταγμένες στον κύριο στόχο της διαχείρισης των κοινωνικών πραγμάτων δια της «επιστήμης της ηθικής», δηλαδή της κοινωνιολογίας ως επιστήμης που αποκαθιστά την κοινωνική τάξη και εντέλει καταφάσκει την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων ως «φυσική» και ηθικά επιβεβλημένη. Είναι γι’αυτό που ορισμένοι χαρακτηρίζουν τον Ντιρκέμ «ιδιότυπο θετικιστή», ενώ άλλοι σημειώνουν ότι, παρά τις προσπάθειές του να θεμελιώσει τις εκτιμήσεις του για τη νεότερη κοινωνία αποφεύγοντας τις μονομερείς προσεγγίσεις, «ουδέποτε επέτυχε να ξεφύγει από τον Θετικισμό».

Ο Ντιρκέμ διαμόρφωσε τις ιδέες του εν μέσω κοινωνικών αναταραχών για την επαύριο της Κομμούνας του Παρισιού (1871). Η καταστολή της κομμούνας ετάραξε τη γαλλική κοινωνία, ενώ ο απόηχός της έθεσε τη γαλλική και την ευρύτερη ευρωπαϊκή κοινωνία και πολιτική σκέψη ενώπιον νέων προβληματισμών. Τα γεγονότα των ετών 1870-71 και οι συνεπειές τους δημιούργησαν στον Ντιρκέμ το αίσθημα του επείγοντος, της ανάγκης να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα τα οποία έθεσαν: «Το σοκ των γεγονότων αυτών απετέλεσε το κίνητρο που αναζωογόνησε τα μυαλά των ανθρώπων. Η χώρα βρέθηκε ενώπιον των ίδιων προβλημάτων όπως στις αρχές του αιώνα. Το σύστημα οργάνωσης (……) είχε καταρρεύσει. Ετίθετο το ζήτημα της ανοικοδόμησης του συστήματος σε μια πραγματική βάση στηριγμένη στη φύση των πραγμάτων. Για τον σκοπό αυτό ήταν αναγκαίο να γνωρίζουμε ποια ήταν η φύση των πραγμάτων. Συνεπώς το επείγον της δημιουργίας μιας επιστήμης των κοινωνιών δεν άργησε να συνειδητοποιηθεί». Ο Ντιρκέμ πίστευε λοιπόν ότι ο προορισμός της κοινωνικής επιστήμης είναι να διερευνήσει και να προσδιορίσει τις ρυθμιστικές αρχές που διέπουν ή οφείλουν να διέπουν την κοινωνική ζωή, προκειμένου οι σύγχρονες, οι «μοντέρνες» κοινωνίες να προσαρμοσθούν σε αυτές με το λιγότερο δυνατό κόστος. Ο Ντιρκέμ αποσκοπούσε με τις θεωρητικές έρευνες που ανέλαβε σε μια πρακτική επιστήμη. Σε μια επιστήμη της οποίας τα συμπεράσματα θα ήταν εφαρμόσιμα και θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν την κοινωνική πρακτική και την πολιτική δράση, ώστε να υπάρξει «διέξοδος»