Οι κοινότητες του ύστερου 12 και του πρώιμου 11ου αι πΧ στην Ελλάδα μπορεί να ακολουθούσαν τον δικό τους δρόμο στον τομέα των πολιτισμικών αγαθών που παρήγαν και να παρέμεναν ανεπηρέαστες από ότι συνέβαινε στις άλλες περιοχές της κυρίως Ελλάδας, αλλά δεν ήσαν καθόλου αποκομμένες από τον έξω κόσμο, μάλιστα αποδείχτηκαν επιδεκτικές απέναντι σε σημαντικές καινοτομίες άλλων περιοχών. Οι επαφές τους με τον έξω κόσμο παρουσιάζονται, φυσικά, μειωμένες σε σύγκριση με τις επαφές που διατηρούσαν κατά την Υστεροελλαδική 1113, αλλά επείσακτα αντικείμενα εξακολουθούσαν να εμφανίζονται στους τάφους από τους οποίους προέρχονται σχεδόν όλα τα διαθέσιμα υλικά τεκμήρια. Αυτό ισχύει τόσο για την κεντρική Ελλάδα και το νεκροταφείο της Ελάτειας, όσο και για τη νότια, όπου οι τύμβοι στο Άργος και την Τίρυνθα υποδηλώνουν εισαγωγή στην Ελλάδα μεταλλικών  αντικειμένων από την Ιταλία και από τις περιοχές του Πολιτισμού των Νεκροταφείων με τις Τεφροδόχους. Ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η βεβαιωμένη εισαγωγή από την Κύπρο στον ελλαδικό χώρο της τεχνικής επεξεργασίας του σιδήρου που αποδεικνύει ότι θέσεις της κυρίως Ελλάδας στα παράλια του Αιγαίου διατηρούσαν επαφές με την Κύπρο.

Εκτενείς αρχαιολογικές έρευνες στην Κύπρο κατά τα πρόσφατα χρόνια έφεραν στο φως στοιχεία που δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια του 12ου και του 11ου αι πΧ αι η Κύπρος εξακολουθούσε να είναι πρωτοπόρος στη μεταλλουργία του σιδήρου στα μέσα του 11ου αι πΧ κατείχε την πρώτη θέση στη Μεσόγειο όπου η χρήση του σιδήρου υπερτερούσε πλέον της χρήσης του χαλκού, όπου η χρήση του σιδήρου υπερτερούσε πλέον της χρήσης του χαλκού, και επομένως την πρώτη θέση μεταξύ των περιοχών που συμμετείχαν στη μετάβαση από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου. Πιθανόν να υπήρξε και αυτόνομη ανάπτυξη της τεχνολογίας του σιδήρου στον ελλαδικό χώρο αλλά, μέχρις όπου βρεθούν και άλλα υλικά τεκμήρια, το πιθανότερο είναι ότι και η τεχνολογία και οι τύποι των μαχαιριών από σίδερο (μαχαίρια εξ ολοκλήρου σιδηρά που αντικαθιστούν τα χάλκινα με την ξύλινη λαβή και τα αμφικέφαλα καρφιά) που βρέθηκαν στον ελληνικό χώρο και τα οποία χρονολογούνται από τα τέλη του 12ου αι πΧ κε, καθώς και τα πρωιμότερα σιδηρά εργαλεία προέρχονται από την Κύπρο.

Ο σίδηρος ήταν γνωστός στην Εποχή του Χαλκού, αλλά μόνον ως πολύτιμο μέταλλο που το χρησιμοποιούσαν για δώρα γοήτρου και σε τελετουργίες. Ο μετασχηματισμός που επέφερε και τη μεταβολή του σιδήρου σε κυρίαρχο μέταλλο εν χρήσει απαιτούσε την ανάπτυξη μιας περίπλοκης τεχνολογίας και επίσης τακτικό εφοδιασμό με πρώτη ύλη. Η Κύπρος διαθέτει πλούσια κοιτάσματα χαλκού και μερικά από αυτά είναι επίσης πλούσια σε σίδηρο. Πολύ πιθανόν, λοιπόν, η κυπριακή βιομηχανία σιδήρου να ήταν αρχικά συμπληρωματική της βιομηχανικής παραγωγικής χαλκού, με την έννοια ότι οι Κύπριοι απλώς εκμεταλλεύτηκαν τα απορρίμματα της μεταλλουργίας του χαλκού. Εάν αυτό ευσταθεί, τότε εξηγείται η σχετικά ομαλή μετάβαση της Κύπρου από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου, χωρίς ουσιαστική διακοπή, αφού δεν ήταν αναγκαίες οι αλλαγές στο σύστημα της προμήθειας της πρώτης ύλης. Παρ’ όλα αυτά μετά την ταχεία διάδοση της σιδηρουργίας και την ανακάλυψη και εκμετάλλευση μεταλλευμάτων και αλλού, οι συνέπειες που είχε η έλευση της Εποχής του Σιδήρου είναι μάλλον διαφορετικές από ότι νόμιζαν οι άνθρωποι της Εποχής του Χαλκού.

Μέχρι το 1000 πΧ η Εποχή του Σιδήρου είχε φτάσει στην Κρήτη και τον ελλαδικό χώρο: τα οκτώ γνωστά ξίφη, τα τέσσερα μαχαίρια, οι τρεις πέλεκεις και τα δύο εγχειρίδια, που βρέθηκαν στην Αθήνα και χρονολογούνται στην περίοδο μεταξύ 1050 και 900πΧ, είναι από σίδηρο: ο σίδηρος κυριαρχεί επί του χαλκού ακόμη ακόμη και στις περόνες και στις πόρπες μόνο στις αιχμές δοράτων ο χαλκός έχει αξιοπρεπή παρουσία. Εάν συγκρίνουμε τα μεταλλικά ευρήματα από το νεκροταφείο στις Σκάλες στην Παλαίπαφο της Κύπρου με τα μεταλλικά ευρήματα στο Λευκαντί, θα δούμε πόσο ρωμαλέα ήταν η παράδοση μεταλλουργίας που είχε εγκαθιδρυθεί στην κυρίως Ελλάδα. Μόλις αποκτήθηκε η νέα τεχνολογία, άρχισε η αναζήτηση νέων πηγών σιδήρου, η εξάρτηση από την Κύπρο ήταν βραχύβια.

Στα μέσα του 11ου αι πΧ οι επαφές με την Κύπρο είναι προφανείς και σημαντικές και στην περιοχή μιας άλλης τέχνης, της αγγειογραφίας. Στην κυπριακή γραπτή κεραμική του ενδεκάτου αιώνα εμφανίζονται ξαφνικά παραστάσεις πολεμιστών και κυνηγών που οι δημιουργοί τους φαίνεται πως φαίνεται πως τις έχουν εμπνευστεί από παρόμοιες παραστάσεις σε αγγεία της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ3 μάλιστα μία από τις μορφές αυτές κρατά ασπίδα ενός τύπου περιεχομένου προ πολλού μια από τις μορφές αυτές κρατά ασπίδα ενός τύπου παρωχημένου προ πολλού όχι μόνο ως όπλου αλλά και ως συμβόλου στη κυρίως Ελλάδα, για την οποία διατυπώθηκε η θεωρία ότι υιοθετήθηκε εσκεμμένα για να ορίσει ένα ιδιαίτερο τμήμα κυπριακού πληθυσμού που τα μέλη του επιθυμούσαν διακαώς να διαχωρίσουν εαυτούς τους από τους άλλους, δείχνοντας ότι οι δικές του ρίζες ήταν στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, αγγεία από την Αθήνα και το Λευκαντί παρουσιάζουν επίσης άγνωστα μέχρι τότε άγνωστα σχήματα και συστήματα διακόσμησης που παραπέμπουν στην αγγειοπλαστική η οποία είναι γνωστή ως κεραμική της Κυπριακής IIIB περιόδου. Ακριβώς όπως επείσακτα αντικείμενα από την Κύπρο έδρασαν ως καταλύτης στη δημιουργία της ελλαδικής βιομηχανίας σιδήρου, έτσι και η επιρροή που άσκηση που άσκησε η κεραμική της Κυπριακής III2 περιόδου φαίνεται πως επέφερε ένα είδος επανάστασης στην αγγειοπλαστική με συνέπεια τη διαμόρφωση ενός πολύ διακεκριμένου ρυθμού γνωστού ως πρωτογεωμετρικού. Την πρωτογεωμετρική κεραμική χαρακτηρίζουν δύο τεχνικές καινοτομίες: η χρήση του ταχέως περιστρεφόμενου τροχού και η χρήση διαβήτη που το ένα σκέλος καταλήγει σε πολλαπλό πινέλο για τη σχεδίαση ημικυκλίων και κύκλων επίσης διακρίνεται για την πολύ υψηλότερη ποιότητα στο πλάσιμο του πηλού και για την απλότητά της τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση. Η επινόησή της θα πρέπει να θεωρηθεί επίσης ότι αποτελεί στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας που αρχίζει να διαμορφώνεται στους οικισμούς της κυρίως Ελλάδας αυτή την εποχή.