Η αμεσότητα της ποινής- Cesare Becaria

 

Όσο αμεσότερη και εγγύτερη είναι η ποινή στο έγκλημα, τόσο πιο δίκαιη και πιο ωφέλιμη θα είναι. Πιο δίκαιη, γιατί θα απαλλάξει τον κατηγορούμενο από την ανώφελη και σκληρή βάσανο της αβεβαιότητας, η οποία μεγεθύνεται από τη δύναμη της φαντασίας και από τη συναίσθηση της αδυναμίας του, πιο δίκαιη, διότι καθώς η στέρηση της ελευθερίας είναι μια ποινή, δεν μπορεί να προηγείται της δικαστικής απόφασης παρά μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο. Η φυλάκιση ενός πολίτη συνίσταται, έτσι, απλώς και μόνο στην κράτησή του έως ότου κριθεί ένοχος. Στο βαθμό όμως που μια τέτοια κράτηση αποτελεί στην ουσία μια ποινή, πρέπει να έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο επώδυνη. Το ελάχιστο αυτό διάστημα πρέπει να προσδιορίζεται αφενός μεν από την αναγκαία διάρκεια της διαδικασίας και αφετέρου από τη χρονική προτεραιότητα όσων ήδη περιμένουν να δικαστούν. Ο περιορισμός πρέπει να είναι ο απολύτως αναγκαίος είτε για την αποτροπή της απόδρασης είτε για την προστασία των αποδείξεων του εγκλήματος. Η ίδια η δίκη πρέπει να ολοκληρώνεται όσο το δυνατόν συντομότερα. Υπάρχει σκληρότερη αντίθεση ανάμεσα στη νωχέλεια ενός δικαστή και την σκληρότερη αντίθεση ανάμεσα στη νωχέλεια ενός δικαστή και την αγωνία ενός αναίσθητου δικαστή από τη μια και στα δάκρυα και την άθλια διαβίωση ενός φυλακισμένου την άλλη; Η βαρύτατη μιας ποινής και οι συνέπειες ενός εγκλήματος πρέπει γενικότερα να ωφελούν όσο το δυνατόν περισσότερο τους υπόλοιπους και να είναι οι λιγότερο σκληρές γι’ αυτόν που τις υφίσταται, διότι δεν θεωρούμε νόμιμη μια κοινωνία που δεν αναγνωρίζει ως αδιαμφισβήτητη αρχή ότι οι άνθρωποι επιθυμούν να υποβάλλονται στα μικρότερα δυνατά δεινά.

Έχω υποστηρίξει ότι η αμεσότητα των ποινών γεννά μεγαλύτερα οφέλη, γιατί όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα ανάμεσα στην ποινή και το έγκλημα, τόσο εντονότερα και διαρκέστερα συνδέονται στην ανθρώπινη ψυχή οι δύο αυτές ιδέες, το έγκλημα και τιμωρία, έτσι ώστε ασυναίσθητα το ένα να θεωρείται η αιτία και το άλλο η αναγκαία και αναπόδραστη συνέπεια. Έχει αποδειχτεί ότι ο ειρμός των συλλογισμών είναι το συνδετικό υλικό που στερεώνει όλο το οικοδόμημα της ανθρώπινης διανόησης, δίχως την οποία τα αισθήματα της ευτυχία και του πόνου θα ήταν αποκομμένα και δεν θα επέφεραν καμία συνέπεια. Όσο περισσότερο οι άνθρωποι απομακρύνονται από γενικές ιδέες και καθολικές αρχές, δηλαδή όσο πιο αδαείς είναι, τόσο περισσότερο προκρίνουν τις αμεσότερες και κοντινές σχέσεις των πραγμάτων, παραβλέποντας τις έμμεσες και σύνθετες. Οι τελευταίες χρησιμεύουν μόνο όσους είναι παθιασμένοι για το αντικείμενο του έργου τους, διότι η προσοχή τους στρέφεται αποκλειστικά σε αυτό, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα στο σκοτάδι. Αντίστοιχα, οι ιδέες αυτές χρησιμεύουν σε ανώτερα μυαλά που έχουν αποκτήσει τη συνήθεια να εξετάζουν με σβελτάδα πολλά αντικείμενα ταυτόχρονα και έχουν την ικανότητα να αντιπαραθέτουν πολλά επιμέρους αισθήματα, έτσι ώστε το αποτέλεσμα, δηλαδή οι πράξεις τους, να είναι το λιγότερο επικίνδυνο και αβέβαιο.

Η χρονική εγγύτητα μεταξύ του εγκλήματος και της ποινής είναι λοιπόν εξαιρετικά σημαντική, εάν θέλουμε η ελκυστική εικόνα ενός εγκλήματος, να συνδεθεί στα ακατέργαστα, βάρβαρα μυαλά, με την ιδέα της τιμωρίας. Το μόνο που επιτυγχάνει η μακρόχρονη καθυστέρηση είναι ο όλο και εντονότερος διαχωρισμός των δύο αυτών ιδεών. Έτσι, η τιμωρία ενός εγκλήματος προκαλεί εντύπωση (περισσότερο ως θέαμα και λιγότερο ως τιμωρία), και μάλιστα αφού εξασθενήσει στις ψυχές των ανθρώπων η φρίκη για ένα συγκεκριμένο έγκλημα που θα έπρεπε να ενισχύει το αίσθημα της ποινής.

Η σύνδεση μεταξύ εγκλήματος και ποινής εξυπηρετείται ακόμα πιο θαυμαστά και από μια άλλη αρχή: η ποινή πρέπει να είναι κατά το δυνατόν ανάλογη με τη φύση του εγκλήματος. Η αναλογία αυτή ενισχύει αφάνταστα την αντίθεση που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στο κίνητρο του εγκλήματος και τον αντίκτυπο της ποινής, ώστε να παρασύρει τη σκέψη και να την οδηγήσει σε αντίθετη κατεύθυνση η ελκυστική ιδέα της παραβίασης του νόμου.