Η ανάπτυξη της παιδικής φαντασίας

 

Η φαντασία στα παιδιά ουσιαστικά πρωτοεμφανίζεται περίπου κατά το τρίτο έτος της ηλικίας τους, όταν περνούν στην δραστηριότητα του παιδιού. Κατόπιν στην προσχολική ηλικία και τα πρώτα χρόνια του σχολείου, όπου το παιχνίδι κατέχει σημαντική θέση στη δραστηριότητά του, πραγματοποιείται γρήγορη ανάπτυξη των διαδικασιών της φαντασίας.

Το κύριο στοιχείο του παιχνιδιού είναι μια φανταστική κατάσταση, όπου το παιδί χωρίς να δεσμεύεται από κανόνες λογικής και απαιτήσεις αληθοφάνειας χειρίζεται ελεύθερα το απόθεμα αληθοφάνειας χειρίζεται ελεύθερα το απόθεμα σημασιών και παραστάσεων που έχει αποχτήσει. Η φανταστική εικόνα γίνεται το πρόγραμμα του παιχνιδιού –όταν φαντάζεται τον εαυτό του κοσμοναύτη, το παιδί διαμορφώνει αντίστοιχα τη συμπεριφορά του και τη συμπεριφορά των συνομηλίκων του. Απαλλάσσεται από τις σχέσεις «σχέσεις με τους φίλους», αναφέρει στον «αρχισχεδιαστή», κάνει ότι βρίσκεται μέσα στο διαστημόπλοιο κλπ.

Τα παιχνίδια με ρόλους δίνουν τη δυνατότητα για σκέψη και ταυτόχρονα επιτρέπουν στο παιδί ν’ αναπτύξει σημαντικές ποιότητες της προσωπικότητας (κουράγιο, αποφασιστικότητα, αυτοπειθαρχία, εφευρετικότητα). Συγκρίνοντας τη συμπεριφορά του με αυτή των άλλων σε μια φανταστική κατάσταση, το παιδί μαθαίνει να κάνει τις απαραίτητες εκτιμήσεις και συκρίσεις. Πειραματικές μελέτες (των Ελκόνιν, Λούρια, Λούκοφ, Ζαπορόζετς κ’ά) έδειξαν ότι η φαντασία παίζει σημαντικό ρόλο στην πραγματοποίηση και την οργάνωση της δραστηριότητας, διαμορφώνεται η ίδια στη δραστηριότητα και σβήνει όταν το παιδί παύει να δρα.

Στην προσχολική περίοδο η φαντασία του παιδιού αναπτύσσεται γρήγορα όταν παίζει, κόβει χαρτόνια, χτίζει με κύβους. Το παιδί βρίσκει εξωτερικό στήριγμα στις ρεαλιστικές ενέργειες με παιχνίδια, σε μια φανταστική κατάσταση. Για τα μεγαλύτερα παιδιά προσχολικής ηλικίας το εξωτερικό στήριγμα είναι η εκπλήρωση κάποιου ρόλου στο παιχνίδι.

Βαθμιαία η φαντασία μετατρέπεται σε μια ανεξάρτητη εσωτερική δραστηριότητα, που επιτρέπει στο παιδί να εμπλακεί σε στοιχειώδη δημιουργική εργασία, προφορική (σύνθεση παραμυθιών ιστοριών και στίχων) και καλλιτεχνική (ζωγραφική). Αυτή η μετάβαση πραγματοποιείται στη μεγαλύτερη προσχολική ηλικία (προφορικά παιχνίδια). Προς το τέλος της προσχολικής ηλικίας γίνεται σχετικά ανεξάρτητη από την εξωτερική δραστηριότητα. Εμφανίζονται δημιουργικά στοιχεία, πράγμα σημαντικό για την προετοιμασία του παιδιού για το σχολείο.

Η φαντασία του παιδιού αναπτύσσεται παράλληλα με την αφομοίωση της ομιλίας στη διαδικασία της επικοινωνίας με τους ενήλικους. Η ομιλία επιτρέπει στα παιδιά να φαντάζονται αντικείμενα που δεν έχουν προηγουμένως. Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της ομιλίας έχει αρνητικό αντίκτυπο στη φαντασία κάνοντάς τη λιγότερο έντονη και πιο περιορισμένη ως προς τα θέματα.

Ο ρόλος της ομιλίας στη φαντασία επιβεβαιώνεται και από μελέτες της παθολογίας. Ενήλικα άτομα με ζημία στον εγκέφαλο δεν μπορούν να επανάβουν φράσεις που αντιβαίνουν στην πραγματικότητα, όπως «σήμερα βρέχει», ενώ ο καιρός είναι καλός.

Από πρώτη άποψη φαίνεται ότι η φαντασία της προσχολικής ηλικίας είναι πιο ανεπτυγμένη από τις περιόδους που ακολουθούν. Οι ιδιόρυθμοι συνδυασμοί που κάνουν τα παιδιά αυτής της ηλικίας, οδήγησε μερικούς ερευνητές στο συμπέρασμα ότι η φαντασία των παιδιών είναι πλούσια. Στην πραγματικότητα η ευκολία συνδυασμών των μορφών δείχνει αδυναμία της φαντασίας. Για το μικρό παιδί δεν υπάρχει κάτι αδύνατο, γιατί ακόμα δεν γνωρίζει τι μπορεί να γίνει και τι όχι (αδυναμία κριτικής σκέψης)Συγχέει το πραγματικό με το φανταστικό. Η απόσπαση από την πραγματικότητα συνδέεται με το γεγονός ότι δε γνωρίζουμε τους νόμους της κίνησης του αντικειμενικού κόσμου. Οι ενήλικες συχνά αξιολογούν αδικαιολόγητα κάθε τυχαίο συνδυασμό εικόνων που κάνει το παιδί, σαν δημιουργικό. Όμως η ικανότητα του παιδιού «να βλέπει τα πάντα σε οτιδήποτε» δεν είναι η βάση της δημιουργικότητας.

Οι φανταστικές μορφές της προσχολικής ηλικίας είναι πολύ ασταθείς, αλλάζουν πολύ εύκολα κατεύθυνση. Η φαντασία των παιδιών υποτάσσεται στην αντιληψή τους, πράγμα που φαίνεται και από το ότι δεν ξέρουν να κατευθύνουν τη δραστηριότητά τους  στη βάση ενός προγράμματος, πχ, δεν μπορούν να πουν τι θα ζωγραφίσουν. Αρχίζουν τη ζωγραφιά και στην πορεία το προσδιορίζουν, ενώ συχνά το αλλάζουν ριζικά.

Χαρακτηριστική είναι η συμπεριφορά των παιδιών κατά την ακρόαση παραμυθιών. Ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό του παραμυθιού είναι ότι είναι καθαρά προσανατολισμένο προς την επινόηση. Τα παραμύθια πρώτα μεταφέρουν τον ακροατή σε ένα φανταστικό κόσμο, σε ένα χώρο ακροατή και μετά τον φέρνουν πίσω στην πραγματικότητα.

Τα πολύ μικρά παιδιά φοβούνται το μαγικό κόσμο. Ένας λόγος είναι ότι δεν διακρίνουν επαρκώς την απεικόνιση από αυτό που απεικονίζεται. Αναφέρονται στην απεικόνιση, όπως στο πραγματικό αντικείμενο, πχ, φοβούνται πραγματικά ένα τρομερό ζώο στη ζωγραφιά. Ένας άλλος λόγος είναι ότι ο κόσμος του παραμυθιού και η εικόνα του πραγματικού κόσμου συγχωνεύονται, έχουν κοινό «πεδίο» για το παιδί. Το παιδί βιώνει συναισθηματικά τις ενέργειες του ήρωα του παραμυθιού. Καθώς ακούει το παραμύθι μιμείται τις ενέργειες των χαρακτήρων του επαναλαμβάνοντας αυτά που λένε. Βιώνει τα διάφορα επεισόδια σαν αληθινά και κλαίει. Με το νου του γίνεται το ίδιο ο κύριος χαρακτήρας του παραμυθιού.

Σε πειράματα της Ελκονίνοβα ζητήθηκε από παιδιά να υποδυθούν τους ρόλους των χαρακτήρων παραμυθιών. Διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας δεν υποδύονταν τους ρόλους τους, αλλά τους ζούσαν πραγματικά. Δεν μπορούσαν να διακρίνουν τον εαυτό τους από το ρόλο. Συχνά, για να αποφύγουν την ψυχική ένταση, που προέκυπτε από τους κινδύνους του κόσμου του παραμυθιού, τροποποιούσαν την υπόθεση.

Η ένταση, που δημιουργείται εξαιτίας των δυνητικών κινδύνων που ενέχει ο μαγικός κόσμος για τους ήρωές του, μειώνεται καθώς βαθμιαία το παιδί αρχίζει να έχει επίγνωση ότι η κατάσταση  είναι φανταστακή. Στα πειράματα αυτό έγινε με τη βοήθεια του πειραματιστή, ο οποίος επεσήμανε τη διαφορά ανάμεσα στο φανταστικό κόσμο και την πραγματικότητα. Η μετάβαση στη δυνατότητα διαχωρισμού του κόσμου του παραμυθιού και της πραγματικότητας γίνεται σε ηλικία από 4 μέχρι 5,5 ετών. Ωστόσο ακόμα και τότε πολλά παιδιά ταλατεύονται, δεν είναι τελείως βέβαια για την φανταστική κατάσταση.

Επαναλαμβάνοντας το ίδιο παιχνίδι με ρόλους, το παιδί αρχίζει να κατανοεί ότι έχει ιδέες. Προηγουμένως δε γνώριζε αυτή τη δυνατότητά του. Αρτότερα όταν τα παιδιά γνωρίζουν καλά να διακρίνουν το αληθινό από το φανταστικό, η ζωντάνια της παράστασης του παραμυθιού ξεθωριάζει. Τα παιδιά καταλαβαίνουν ότι αυτά που συμβαίνουν είναι μόνο «σαν να….». Τα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν θεληματικά πώς να ενεργούν στη φαντασία τους, πράμα που είναι σημαντικό όχι μόνο για τη μάθηση, αλλά κυρίως για τη διαμόρφωση μιας πιο διαμορφοποιημένης, πλούσιας συνείδησης.

Όσο ζωντανές και αν είναι οι φανταστικές εικόνες, το παιδί προσχολικής ηλικίας διακρίνει καθαρά το φανταστικό από το πραγματικό. Ποτέ δεν εκλαμβάνει την κούκλα σαν ζωντανή, όταν την ταϊζει. Τα μεγαλύτερα παιδιά προσχολικής ηλικίας συχνά έχουν αντιρρήσεις, αν το παραμύθι περιλαμβάνει κάτι που το θεωρούν αδύνατο όπως ότι «το μελανοδοχείο φύλαγε το σπίτι και γάβγιζε». Ο ρεαλισμός της παιδικής φαντασίας, που συνδέεται στενά με την ικανότητα να βλέπει το όλο πριν από τα μέρη του, καλλιεργείται από τα παραμύθια.

Για τα πιο μικρά παιδιά οι ζωγραφιές που συνοδεύουν το παραμύθι δεν παρέχουν απλά υποστήριξη και απεικόνιση, αλλά αποτελούν το βασικό υλικό που αυτό δεν μπορούν να φανταστούν αυτά που συμβαίνουν στο παραμύθι. Όταν ακούει το παραμύθι, το παιδί κατασκευάζει οπτικές εικόνες στη βάση της προφορικής περιγραφής. Αν μετά του ζητηθεί να διηγηθεί το παραμύθι, τότε ανακαλεί στη συνείδησή του μια «εικόνα» και μόνο έτσι μπορεί να πει το παραμύθι.

Από τις πρώτες τάξεις του σχολείου τα παιδιά αρχίζουν να ονειρεύονται τις μελλοντικές ενέργειές τους, όμως τα όνειρα δεν έχουν σταθερότητα. Αργότερα, κατά την εφηβεία, τα σχέδια για το μέλλον αποχτούν πιο σκόπιμο, ενεργό και σταθερό χαρακτήρα. Η φαντασία είναι σημαντική προϋπόθεση για την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, για την άσκηση των δημιουργικών του δυνάμεων. Στην προσχολική ηλικία η φαντασία είναι μια από τις πιο σημαντικές προϋποθέσεις για την αφομοίωση της κοινωνικής πείρας.

Στην προσχολική ηλικία η φαντασία είναι μια από τις πιο σημαντικές προϋποθέσεις για την αφομοίωση της κοινωνικής πείρας.

Οι σωστές, επαρκείς σημασίες των γύρων του πραγμάτων ριζώνουν στη συνείδηση του παιδιού μόνο μέσω της φαντασίας. Ενδεικτικές από αυτή την άποψη είναι η άποψη είναι οι μεταθέσεις ή αναδιατάξεις των στοιχείων που συνθέτουν μια οικεία εικόνα. Ένα τετράχρονο κορίτσι τραγουδάει: «Θα σου δώσω ένα κομμάτι γάλα και ένα κομμάτι πίτα». Τέτοιες μεταθέσεις, που αρέσουν στα περισσότερα παιδιά, είναι προϊόν της φαντασίας τους, όπως και όλες οι εικόνες που προκύπτουν από την ανάγκη για ένα συναισθηματικά κωμικό αποτέλεσμα. Η λαθεμένη φανταστική συσχέτιση των πραγμάτων βοηθάει το παιδί να κατανοήσει την ορθή σχέση ανάμεσα στα αντικείμενα.

Η ανάπτυξη της φαντασίας συμβαδίζει με τη συνολική ανάπτυξη του παιδιού, επιταχύνεται ιδιαίτερα, όταν πάει σχολείο, και κορυφώνεται στην εφηβεία, όταν διαμορφώνονται οι επιστημονικές έννοιες στη συνείδηση του παιδιού. Η φαντασία επιτρέπει στα παιδιά να γνωρίσουν τον εξωτερικό κόσμο στο παιχνίδι.

Το παιδί μαζί με την αθέλητη φαντασία αρχίζει να διαμορφώνει μια ενεργητική φαντασία. Οι χειρισμοί εικόνων που υποτάσσονται σε ένα γνωστικό στόχο αρχικά είναι ασταθείς και μικρής διάρκειας. Η σταθερότητα του προσανατολισμού της φαντασίας και των προθέσεων του παιδιού αυξάνει με την ηλικία τόσο στο παιχνίδι, όσο και στην αντιληπτική δραστηριότητα. Στην αρχή οι εικόνες της φαντασίες προκύπτουν από την λεκτική επίδραση των ενηλίκων. Κατόπιν εμφανίζονται σε συλλογικά παιχνίδια καθώς και σε ζωγραφιές με συγκεκριμένα θέματα.

Πηγή: διαλεκτική –υλιστική προσέγγιση