Η αποφυγή της αιμομιξίας ως θεμελιακός κανόνας: παράβαση και τιμωρία

Το μαγικοθρησκευτικό πλαίσιο του τοτεμισμού, η διάκριση μεταξύ και βέβηλου, οι ζώνες της επιτρεπτικότητας και της απαγόρευσης οι ηθικές αξιολογήσεις της αγνότητας και του μιάσματος και οι συμβολικές τελετουργικές πρακτικές στις πρωτόγονες κοινωνίες οριοθετούν τη σημασία του ταμπού της αιμομιξίας, ενώ παράλληλα προσδιορίζουν τη βαρύτητα της παράβασης και τη μορφή της τιμωρίας.

Το ταμπού και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό θεωρούνται ως ο αρχαιότερος άγραφος κώδικας των ανθρώπων. Η πίστη στο ταμπού παραμένει αδιαμφισβήτητη στο περιεχόμενό του, ενώ η αιμομικτική πράξη έχει πάντοτε αρνητικό χαρακτήρα.

Έτσι η προσβολή στο ταμπού της αιμομιξίας προσλαμβάνει δύο διαστάσεις: α) μια φυσική διάσταση, αφού ισοδυναμεί με βαρύτατη προσβολή κατά των θεών, στρέφεται κατά της ίδιας της φύσης και επισύρει την πρωταρχική μορφή τιμωρίας, που προέρχεται από τα στοιχεία της φύσης και  β) μια κοινωνική διάσταση, που απορρέει από την προσβολή της ίδιας της κοινωνικής ομάδας και των κανόνων που διέπουν την κοινωνική οργάνωση και επισύρει κοινωνικές κυρώσεις, όπως είναι ο εξοστρακισμός των παραβατών από την ομάδα. Η τιμωρία της αιμομιξίας που προέρχεται από τα στοιχεία της φύσης φαίνεται να προηγείται χρονικά από τις κοινωνικές κυρώσεις, οι οποίες προϋποθέτουν την ύπαρξη κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης και ρητών απαγορεύσεων.

Το αδίκημα επομένως της αιμομιξίας, από πολύ νωρίς προσλαμβάνει τον χαρακτηρισμό του «δημοσίου αδικήματος». Ειδικότερα, η ανάλυση του E.Durkheim  αποδίδει στην αιμομιξία την έννοια του «φυσικού εγκλήματος». Όλες οι κοινωνίες τιμωρούν την αιμομιξία με την ποινή του θανάτου, οι τρόποι και οι μέθοδοι αλλάζουν. Τα εγκλήματα τα οποία η κοινωνία δεν τιμωρεί ευθέως, δεν σημαίνει ότι είναι αφέσιμα, αντίθετα η κοινωνία τα εγκαταλείπει στις φυσικές τους συνέπειες, γιατί συνιστούν εξαιρετικής σπουδαιότητας εγκλήματα. Ο εξαγνισμός και η κάθαρση πρέπει να παραχθούν μηχανικά. Οι παραβιάσεις του κανόνα της εξωγαμίας πρέπει να παραχθούν μηχανικά. Οι παραβιάσεις του κανόνα της εξωγαμίας ανήκουν σ’ αυτήν ακριβώς την κατηγορία…. Η τιμωρία δεν είναι τιποτ’ άλλο παρά η αντίδραση του Θεού και αποτελεί μια μορφή αυτόματου μηχανισμού…. Ωστόσο ο Durkheim ταυτίζει τη συλλογική συνείδηση, με την ίδια την κοινωνία με τον θεό. Το θεϊκό στοιχείο που προσβάλλεται και ταυτόχρονα τιμωρεί είναι η ίδια η κοινωνία. Η λατρεία του τοτέμ ταυτίζεται με τη λατρεία της κοινωνικής πραγματικότητας.

Το έννομο αγαθό που προστατεύει το ταμπού της αιμομιξίας είναι το κοινό αίμα και οι συνέπειες του (οι λειτουργίες της εξωγαμίας όπως η σύναψη συμμαχιών μεταξύ εχθρικών φυλών, η διατήρηση της ειρήνης κλπ) σύμβολο των συλλογικών παραδόσεων και των οργανομένων πρακτικών. Το αίμα ανάγεται πλέον σε «δημόσιο κίνδυνο» σε ταμπού και θεωρείται «η ταυτότητα της φύσης».

Έτσι, η κοινωνική απαξία της αιμομιξίας σηματοδοτείται από τη θεμελιακή σημασία του «κοινού αίματος» και τις λειτουργίες του ταμπού της αιμομιξίας.

Συμπερασματικά, μερικά από τις ανθρωπολογικές προσεγγίσεις του ταμπού της αιμομιξίας αναδεικνύονται οι πολλαπλοί συσχετισμοί και οι διαπλοκές του ταμπού (της αιμομιξίας) με τα συστήματα και τους όρους συγγένειας. Η απαγόρευση των σεξουαλικών σχέσεων μεταξύ στενών εξ αίματος συγγενών και κυρίως μεταξύ γονέων και παιδιών βρίσκονται στη βάση των συστημάτων συγγένειας και συνιστά συστατικό όρο κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι η απαγόρευση της αιμομιξίας αποτελεί θεμελιακό στοιχείο της κοινωνικής οργάνωσης.

Από αυτήν την θεμελιακή κοινωνική σημασία της απαγόρευσης προκύπτει και ο αρνητικός χαρακτήρας της αιμομικτικής πράξης. Η συναγωγή της αιμομιξίας σε έγκλημα, οι πραγματικές και συμβολικές διαστάσεις αυτής της μορφής της παραβίασης, καθώς και η ηθική απαξία της αιμομικτικής πράξης απορρέουν και παράλληλα σηματοδοτούνται από την προσβολή της συλλογικότητας, των όρων της κοινωνικής οργάνωσης και των κοινωνικών κανόνων.

 

Πηγή: αιμομιξία – Βάσω Αρτινοπούλου