Μία ψυχολόγος θυμάται μία περίπτωση θεραπευόμενης που περνούσε έναν οδυνηρό χωρισμό, όπως ακριβώς είχε κι εκείνη βιώσει μια παρόμοια απώλεια.

Πολλά χρόνια πριν, όταν είχα μόλις αποκτήσει το πτυχίο μου ως κλινική ψυχολόγος, πέρασα έναν οδυνηρό χωρισμό με το αγόρι μου. Τελείως ξαφνικά, ήρθε το τέλος της σχέσης, κάτι που δεν το περίμενα. Δεν μπορούσα να συνέλθω και εκείνη την εβδομάδα, μόνο με την δύναμη της θέλησης, κατάφερνα να σηκωθώ από το κρεβάτι και να πάω στη δουλειά.

Τότε μπήκε στο γραφείο μου η Άννυ για την πρώτη της συνεδρία. Θυμάμαι καθαρά την πρώτη εντύπωση καθώς μπήκε αποφασιστικά μέσα στο γραφείο. Πρόσεξα τις μπότες της ως το γόνατο, το κομψό τιρκουάζ σακάκι και το στυλάτο, ασημί βραχιόλι. Έφτασα νωρίς, οπότε αγόρασα αυτό από το βιβλιοπωλείο, είπε, δείχνοντας ένα βιβλίο. Θέλω να το διαβάσω εδώ και χρόνια.

Είχα ξεκινήσει να διαβάζω το ίδιο ακριβώς μυθιστόρημα την προηγούμενη εβδομάδα και αντιστάθηκα στην επιθυμία να της πω την άποψή μου. Κάθισε και έκανε ένα αστείο για τον πίνακα στον τοίχο. Ήταν έξυπνη και με χιούμορ. Άκουσα τον εαυτό μου να γελάει, ίσως κάπως πολύ δυνατά. Εκείνη χαμογέλασε. Ήταν μια στιγμή σύνδεσης και αισθάνθηκα εκείνη την έξαρση, τον σχεδόν παιδιάστικο ενθουσιασμό όταν συναντάς ένα νέο άτομο ως ενήλικος που σου αρέσει. Θα μπορούσαμε να γίνουμε φίλες, σκέφτηκα.

Λοιπόν, τί σε φέρνει εδώ σήμερα; ρώτησα, καθώς μαζευόμουν. Ξαναμπήκα στον ρόλο μου. Εκείνη ήταν θεραπευόμενη. Εγώ ήμουν η θεραπεύτριά της. Ξεκίνησε να μου αναφέρει τα προβλήματα που είχε. Ένας χωρισμός από τον φίλο της με τον οποίο είχε πολύχρονη σχέση. Τα συναισθήματά σύγχυσης, πένθους και μοναξιάς. Αισθάνομαι τελείως χαμένη, είπε ενώ έπαιζε αμήχανα τα δάχτυλά της. Όλη η στυλάτη αυτοπεποίθηση εξατμίστηκε καθώς βούλιαξε στην καρέκλα της. Μίλησε για τα χρόνια που είχε περάσει με τον σύντροφό της και την απελπισία της για το χωρισμό. Λέγαμε να κάνουμε παιδιά, είπε και η φωνή της λύγισε. Νόμιζα ότι ήταν ο ιδανικός.

Έπιασα τον εαυτό μου να είμαι έτοιμη να βάλω τα κλάματα. Κοίταξα τις σημειώσεις μου και έψαξα την τσάντα μου για στυλό. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου γρήγορα. Χρειαζόμουν να κλέψω μερικά λεπτά μακριά από την αδυναμία της, που ακουμπούσε στη δική μου και τις ομοιότητες της κατάστασής μας. Καθώς προχωρούσε η συνεδρία, έπιασα τον εαυτό μου να κουνάει το κεφάλι συμφωνώντας, να ταυτίζεται με την οργή της, την αίσθηση της αδικίας, τον φθόνο για τις παντρεμένες φίλες της, μια λιτανεία παραπόνων που λειτουργούσε σαν αναισθητικό για την θλίψη της. Ποτέ δεν πρόκειται να γνωρίσω κανέναν άλλον σαν αυτόν, είπε σιγανά. Δάγκωσα τα χείλη μου. Ήθελα να κλάψω.

Ποιος άνθρωπος δεν έχει βιώσει ερωτική απογοήτευση στα 20 του χρόνια; Η Άννυ κι εγώ δεν αποτελούσαμε εξαίρεση. Αισθάνθηκα την επιθυμία να συμπάσχω μαζί της και στο μυαλό μου, μας είδα να κουλουριαζόμαστε και να κλαίμε τη μοίρα μας για τις κοινές μας ιστορίες. Όμως, αυτό μπορεί να μας ανακούφιζε προσωρινά, αλλά δεν ήταν αυτό που χρειαζόταν από εμένα και δεν ήταν η δουλειά που είχα να κάνω.

Για κάποιους, τα όρια μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου μοιάζουν σαν ένα ανεπιθύμητο φράγμα, μια μη απαραίτητη σχέση ισχύος, ένας τοίχος πίσω από τον οποίο ο θεραπευτής κρύβεται για να αμυνθεί. Αλλά τα όρια είναι εκεί για κάποιο λόγο. Προσφέρουν περιορισμούς, αλλά κυρίως, προσφέρουν μια λευκή οθόνη επάνω στην οποία ο θεραπευόμενος μπορεί να προβάλλει τα συναισθήματά του και η οποία δεν είναι μολυσμένη από τα «θέματα» του θεραπευτή. Το γραφείο του θεραπευτή δεν είναι χώρος για να αναζητήσει ή να βρει κάποιος τη φιλία.

Η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση είναι αναπόσπαστα και ουσιαστικά στοιχεία στο θεραπευτικό έργο. Οι θεραπευόμενοι προβάλουν συναισθήματα, υποσυνείδητα μηνύματα επάνω στον θεραπευτή (πολύ συχνά αυτά αντικατοπτρίζουν κάποιο μοτίβο σχέσης από βασικές σχέσεις στη δική τους ζωή, γονείς, αδέλφια, σύντροφοι και φίλοι) και ο/η θεραπευτής/τρια μπορεί, με τη σειρά του, να πιάσει τα ισχυρά συναισθήματα στη συνεδρία (αντιμεταβίβαση) και να τα χρησιμοποιήσει ως ιδέες για να κατανοήσει τί βιώνει ο θεραπευόμενος. Όταν χτισθεί η θεραπευτική σχέση, μπορεί να ξεκινήσει η διαδικασία μεταβολισμού παλιών μοτίβων σχέσης που μπορεί να είναι καταστροφική ή να εμποδίζει το θεραπευόμενο να προχωρήσει. Αλλά για να γίνει όλη αυτή η διαδικασία, ο/η θεραπευτής/τρια πρέπει να είναι όσο πιο κενός/η, ή «λευκός/ή», γίνεται. 

Υιοθετώντας αυτό τον τρόπο, υπάρχουν στιγμές στη θεραπεία, που είναι πολύ δύσκολο για έναν θεραπευτή να δείχνει συναισθηματικά διαθέσιμος για ένα θεραπευόμενο, ειδικά όταν ταυτίζονται υπερβολικά με αυτόν ή έχουν κάποια παρόμοια εμπειρία ή τραύμα με το θεραπευόμενό τους. Η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά, οπότε η παραπομπή του ατόμου σε κάποια/ον συνάδελφο μπορεί να είναι προς το συμφέρον όλων των ενδιαφερόμενων και ιδιαίτερα του θεραπευόμενου.

Η πρώτη συνεδρία με την Άννυ ήταν μια πολύ ισχυρή διδακτική ευκαιρία για μένα. Ήταν η πρώτη φορά που είδα ένα θεραπευόμενο που η ζωή του ήταν τόσο βαθιά συντονισμένη με τη δική μου. Δεν ήταν απλά μία εμπειρία που τη θυμόμουν, αλλά μία εμπειρία που τη ζούσα εκείνη τη στιγμή. Αισθανόμουν να ενεργοποιούνται τα δικά μου συναισθήματα και πολύ γρήγορα θόλωσε οποιαδήποτε αντικειμενικότητα εκ μέρους μου.

Η αθέμιτη σύμπραξη ήταν αναπόφευκτη. Ποια ήταν τα δικά μου συναισθήματα; Ποια ήταν της Άννυ; Ποιες ήταν οι στρατηγικές της για να αντιμετωπίσει την ερωτική απογοήτευση; Ποιες ήταν οι δικές μου; Τη συμπαθούσα, αλλά μου άρεσε και το γεγονός ότι είμασταν «αδελφές ψυχές». Ίσως να μπορούσαμε να βοηθήσουμε η μια την άλλη; Η λογική της θεραπεύτριας εισέβαλε. Συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να «πάω» την Άννυ στην εποπτεία μου.

Δεν είχα πλήρη γνώση των προσωπικών μου συναισθημάτων για τη δική μου ερωτική απογοήτευση μέχρι που, με φρίκη, ενώ εξηγούσα το δίλημμά μου στην επόπτριά μου, ξέσπασα σε κλάματα. Προφανώς το προσωπείο μου ότι ήμουν «μια χαρά» ήταν πιο εύθραυστο από ότι πίστευα και το άκουσμα της ιστορίας της Άννυ αποδείχτηκε ότι ήταν η καρφίτσα που έσκασε την φούσκα της άρνησής μου.

Η επόπτριά μου ήταν ευγενική και υποστηρικτική, αλλά ήταν ξεκάθαρη. Δεν είναι η κατάλληλη θεραπευόμενη για να δουλέψεις αυτή τη στιγμή, είπε και μάλιστα μπορούσε να την αναλάβει εκείνη. Ένιωσα ταυτόχρονα ανακούφιση και απογοήτευση που δεν θα ξαναδώ την Άννυ, αλλά ήταν μια εμπειρία που με διαμόρφωσε και με έκανε αναμφισβήτητα καλύτερη θεραπεύτρια.

Η απώλειά μου ήταν μικρή από όλες τις απόψεις κάτω από ένα ευρύτερο πρίσμα. Αλλά τί θα γινόταν αν συνέβαινε κάτι πιο συγκλονιστικό; Τί θα γινόταν αν η σφοδρή προσωπική θλίψη του θεραπευτή τον εμποδίζει να κάνει το σωστό προς το συμφέρον του θεραπευόμενου; Τί θα γινόταν αν ερχόταν ένας νεαρός θεραπευόμενος που μοιάζει καταπληκτικά με τον αποθανόντα 17χρονο γιο του θεραπευτή, που για μια στιγμή, σκεφτεί ότι είναι ο ίδιος;

Αυτό συνέβη στην Ρουθ Χάρτλαντ, ψυχοθεραπεύτρια τραύματος που είναι η πρωταγωνίστρια στο πρώτο μου μυθιστόρημα. Το βιβλίο δεν ανοίγει απλώς την πόρτα στον κρυφό κόσμο του θεραπευτή και του θεραπευόμενου, αλλά εξερευνά επίσης την εξουθενωτική φύση της μητρικής θλίψης. Η Ρουθ είναι απελπισμένη. Ψάχνει τον εκλιπόντα γιο της και ο νέος της θεραπευόμενος Νταν, ψάχνει για μητέρα. Είναι η τέλεια καταιγίδα.

Η Ρουθ γνωρίζει ότι θα πρέπει να παραπέμψει τον Νταν σε κάποιον άλλον θεραπευτή και ότι δεν είναι ικανή να είναι συγκρατημένη ή αντικειμενική. Το πρώτο λάθος που κάνει είναι ότι δεν τον παραπέμπει αμέσως σε κάποιον συνάδελφο. Το δεύτερο είναι ότι του προσφέρει περισσότερες από τον δεδομένο αριθμό συνεδριών και τα λάθη συνεχίζονται… Κάθε φορά που περνάει μία από αυτές τις αόρατες γραμμές, αυξάνεται το ενδιαφέρον της και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αποτραβηχτεί. Αυτές οι μικρές παραβάσεις γίνονται ντόμινο, μέχρι που χάνει όλη την επαγγελματικότητά της, θέτοντας σε κίνηση μια τραγική αλυσίδα γεγονότων καθώς τα συναισθήματά της για τον γιο της και το θεραπευόμενό της ανακατεύονται μοιραία. 

Αυτός είναι ο κόσμος της φαντασίας και σύμφωνα με την εμπειρία μου, παραβάσεις σαν κι αυτήν είναι πολύ σπάνιες. Όμως οι θεραπευτές είναι ανθρώπινα όντα. Έχουν ζωές έξω από το γραφείο τους. Πρέπει να διαχειριστούν ασθένειες, πένθος, χωρισμούς και την κακή υγεία των αγαπημένων τους. Μερικές φορές οι ζωές τους μπορεί να είναι εξίσου ετοιμόρροπες και εξίσου κατακερματισμένες με τις ζωές των θεραπευόμενών τους. Μερικές φορές αυτές οι πιέσεις καθιστούν δύσκολο να βοηθήσουν τους άλλους. Γι’ αυτό υπάρχει μία ισχυρή δομή εποπτείας για να υποστηρίζει και να επιβλέπει όλη την εργασία. Επίσης, οι περισσότεροι έμπειροι θεραπευτές έχουν περάσει και οι ίδιοι αυστηρή ψυχοθεραπεία, οπότε έχουν ένα υψηλότερο επίπεδο αυτογνωσίας για καταστάσεις που μπορεί να τους κάνουν ευάλωτους.

Ήμουν αρκετά τυχερή να έχω υποστηρικτική επόπτρια και ομάδα και επίσης αντιλήφθηκα την προσωπική μου κατάσταση. Η Ρουθ, ο χαρακτήρας του βιβλίου μου, έχει και αυτή την ίδια υποστηρικτική ομάδα, αλλά λόγω της λαχτάρας για τον γιο της, επιλέγει να την αγνοήσει.

Πέρασε συχνά από το μυαλό μου η συνεδρία με την Άννυ τον πρώτο καιρό της καριέρας μου. Μου έδειξε πώς η ταύτιση με ένα θεραπευόμενο μπορεί πολύ συχνά να εκτροχιάσει τη θεραπεία. Ήταν μια πολύτιμη εμπειρία που με δίδαξε πολύ περισσότερα για τη σημασία των θεραπευτικών ορίων από όσο θα μπορούσα να ελπίζω ότι θα μάθω από ένα εγχειρίδιο.


ΠηγήPsychologyNow.gr