12193339_913603202053849_3683831819940261802_n

Η παιδική μας αδυναμία προφυλάσσεται σιγά- σιγά από μια ψυχολογική οχύρωση που μας προστατεύει ενάντια στη βία, της οποίας είμαστε ο στόχος. Κάθε ανθρώπινη ζωή περιέχει το δικό της κομμάτι από φυσικά και ψυχικά πλήγματα, από την έλλειψη επιείκειας που αντιμετώπισε, από βίαιες συμπεριφορές και βιοπραγίες που υπέστη. Το μέγεθος ποικίλει ανάλογα με τις περιστάσεις της ζωής και τα αποτελέσματα μεταβάλλονται σύμφωνα με τις ροπές της προσωπικότητας. Αμερικάνοι εγκληματολόγοι υπολόγισαν, παραδείγματος χάριν, την συμπτωματική επίδραση των όρων εργασίας των γυναικών με παιδιά πάνω στις διαταραχές της προσωπικότητας που ονομάζονται νευρώσεις του υιού τους. Δεν προκαλεί έκπληξη η διαπίστωση που κάνουν ότι τα παιδιά που προσβάλλονται σπανιότερα είναι εκείνα των οποίων η μητέρα μένει σπίτι και δεν εργάζεται σε εξωτερική εργασία. Αντίθετα προκαλεί μεγάλη έκπληξη το ότι η πρόσκαιρη και η ευκαιριακή εργασία της μητέρας σε μη καθορισμένη ημερομηνία και ώρα, πληγώνει περισσότερο τα παιδιά απ” ότι η καθημερινή, τακτική και διαρκής εργασία εκτός οικίας, σε ένα γραφείο ή σε ένα εργοστάσιο. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι τα παιδιά θα υπέφεραν λιγότερο έχοντας μια μητέρα που απουσίαζε μερικές φορές (πρόσκαιρη και περιστασιακή εργασία) παρά όταν την στερούνται κάθε μέρα (εργασία καθημερινή, τακτική και διαρκής). Εντούτοις συμβαίνει το αντίθετο. Η αμοιβαιότητα της μητρικής απουσίας, η αδυναμία να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν η μητέρα θα βρίσκεται ή όχι στο σπίτι όταν επιστρέφουν από το σχολείο, γίνονται αισθητά σαν σοκ, οι νευρώσεις γίνονται περισσότερες.

Μερικές συνθήκες της οικογενειακής ζωής συντελούν στην ανάπτυξη χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που συνδέονται με τη βία. Οι ίδιοι Αμερικάνοι ειδικοί απέδειξαν ότι η ροπή προς την καταστροφή, προς την πρόσκληση τραυματισμών, προς την τήρηση αρνητικής στάσης, ροπή που μπορεί να στρέφεται ταυτόχρονα και εναντίον του ίδιου του προσώπου και εναντίον άλλων απαντάται συχνότερα σε παιδιά που κατοικούν σε σπίτια με περιορισμένους χώρους, που ζουν καθημερινά χωρίς ένα οικογενειακό προϋπολογισμό επαρκή και δεν έχουν ένα τακτικό ωράριο για γεύματα, την εργασία, τα διαλείμματα και τον ύπνο. Η ροπή προς την επίθεση, αυτή η ώθηση, συνειδητή ή ασυνείδητη που στρέφεται εναντίον των άλλων, συχνά σαν απόκρουση του φόβου ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται θα είναι κι αυτό εχθρικό, εμφανίζεται συχνότερα μεταξύ των παιδιών από πατέρα αλκοολικό ή από πατέρα άρρωστο από βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή ακόμα από πατέρα εχθρικό, δηλαδή αδιάφορο απέναντι στο παιδί ή από μητέρα που δουλεύει περιστασιακά ή από μητέρα εχθρική ή αδιάφορη κτλ. Από την πλευρά του, το αίσθημα ανασφάλειας, που μπορεί να προκαλέσει επιθετικές αντιδράσεις, αναπτύσσεται περισσότερο όταν η μητέρα είναι η ίδια εγκληματίας ή η πειθαρχία που ασκεί απέναντι στο παιδί είναι πολύ χαλαρή ή ακόμα όταν η οικογένεια δεν έχει ή έχει μικρή συνοχή. Το αίσθημα ενός παιδιού ότι δεν το παίρνουν στα σοβαρά, που επιφέρει καμιά φορά βίαιες συμπεριφορές οι οποίες έχουν σαν προορισμό να επιβάλουν στους άλλους να το πάρουν στα σοβαρά, είναι συχνότερο στις οικογένειες που κατοικούν σε σπίτια με περιορισμένους χώρους, όπου τα παιδιά ζουν το ένα πάνω στο άλλο, σ” εκείνες όπου οι γονείς είναι εχθρικοί ή αδιάφοροι απέναντι στους φίλους που το παιδί φέρνει στο σπίτι του, σ” εκείνες όπου η μητέρα δουλεύει περιστασιακά έξω από το σπίτι κτλ.

Στην δράση της οικογένειας προστίθεται εκείνη των άλλων συνθηκών του περιβάλλοντος. Οι σχολικές εμπειρίες μας παίζουν ένα ρόλο ιδιαίτερα σπουδαίο καθ” όσον εκτυλίσσονται σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία η επιθετικότητα είναι εκ φύσεως πιο ανεπτυγμένη από την επενέργεια της νιότης και της ήβης. Παρεμβαίνει κατόπιν η επίδραση του περισσότερο ή λιγότερο βίαιου περιβάλλοντος που επιλέγουμε δημιουργώντας τους δεσμούς μας, αγάπης, φιλίας, γειτονίας, συναδελφικότητας και πεποιθήσεως.

Τα γεγονότα που ζήσαμε σαν θύματα και οι επιλογές που κάναμε σαν αυτουργοί βίαιων πράξεων, έχουν επιπτώσεις πάνω στις μελλοντικές συμπεριφορές μας. Διατηρούμε την ανάμνησή τους, συνειδητά ή όχι, και η μεταγενέστερη πνευματική μας ελευθερία βρίσκεται αλλοιωμένη από αυτά. Η συνήθεια, αυτή η δεύτερη φύση, αρχίζει να ενεργεί μ” έναν ορισμένο τρόπο. Έχουμε την τάση να μιμούμεθα τον ίδιο μας τον εαυτό με την επανάληψη. Χρειάζεται μια θέληση ισχυρότερη για να βγούμε από το λούκι του παρελθόντος μας παρά για να παραμείνουμε μέσα στην πορεία του. Βέβαια, μπορούμε να νικήσουμε την απόκλιση που δημιουργήθηκε, αναμφίβολα είναι μια διαφορά σημαντική σε σχέση με τα ζώα. Αυτή όμως η θέληση απαιτεί μια αγωγή και μια επιμέλεια που απουσιάζουν από τα άτομα που είναι φυλακισμένα στην προηγούμενη ζωή τους.

Πρόσφατες εργασίες, που αφορούν την μαθητεία της συμπεριφοράς των επιθετικών ζώων, αποδεικνύουν την έκταση της δράσης των περιστατικών της παιδικής ηλικίας και της νιότης πάνω στην συμπεριφορά των ζώων όταν αυτά γίνονται ενήλικα. Οι παρατηρήσεις όσον αφορά τους αρουραίους αποκαλύπτουν ότι σ” ένα πληθυσμό ζώων μπορεί να προξενηθεί πολύ μεγαλύτερη επιθετικότητα αν επενεργήσουμε πειραματικά πάνω σ” αυτά τα περιστατικά. Έξω από κάθε ανθρώπινη επέμβαση, ορισμένοι αρουραίοι αγαπούν τόσο λίγο τα ποντίκια που τα σκοτώνουν μόλις βρουν κάποιο κοντά τους. Το ποσοστό των αρουραίων δολοφόνων είναι πάντοτε της τάξης του 15% μέσα σε μια γενιά αρουραίων. Οι απομένοντες 85% δεν σκοτώνουν. Η συμπεριφορά της καθεμιάς από τις δύο κατηγορίες παραμένει απόλυτα σταθερή σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ζώου. Στην περίπτωση πολλαπλασιασμού και εκτροφής των ζώων σε εργαστήριο, παρατηρούμε ότι, στην ενήλικη ηλικία, οι δολοφόνοι αρουραίοι σκοτώνουν πάντοτε και οι μη δολοφόνοι ποτέ. Άρα, είναι δυνατόν να αυξήσουμε σημαντικά με την επενέργεια πειραμάτων το ποσοστό των αρουραίων δολοφόνων. Αρκεί να επιβάλουμε σ” ένα υψηλό αριθμό νεογνών που μεγαλώνουν σε εργαστήριο τους ακόλουθους δυσμενείς όρους διατροφής: κατ” αρχήν δεν τους παρέχεται καμία τροφή και οι νεαροί αρουραίοι αποκτούν την εμπειρία της πείνας: στην συνέχεια τους δίνεται μια μειωμένη ποσότητα τροφής και είναι υποχρεωμένοι να παλέψουν μεταξύ τους για να έχουν πρόσβαση στην τροφή. Το ποσοστό αυτό αυξάνει λοιπόν και παραμένει πολύ υψηλό καθ” όλη τη διάρκεια της ζωής του ζώου.

Δεν αποκλείεται η σκληρότητα των αρχικών συνθηκών του περιβάλλοντος να συντελεί επίσης στην άνοδο του ποσοστού των βίαιων ανθρώπων. Εάν το προκαλεί, η αύξηση αυτή δεν είναι έμφυτη. Δεν προέρχεται από την κληρονομικότητα. Πρόκειται για μια επιπρόσθετη επίκτητη ιδιότητα. Η αιτία είναι κοινωνική και όχι γενετική.

 

πηγή -η ανθρώπινη βία -Jacques Leaute