Η γκραμσιανή προσέγγιση

 

Ο κορυφαίος Ιταλός μαρξιστής, θεωρητικός Αντόνιο Γκράμσι αποτελεί ένα φαινόμενο στην εξέλιξη της μαρξιστικής σκέψης του μεσοπολέμου. Φαινόμενο όχι τόσο για την αναμφισβήτητη πρωτοτυπία της σκέψης του όσο για το γεγονός ότι επιχείρησε την ανάλυση του ιστορικο-κοινωνικού γίγνεσθαι γενικά και της κοινωνίας της εποχής του ιδιαίτερα, με κύριο στροφέα αυτό που στη μαρξική ιδεολογία αποκαλείται «εποικοδόμημα», δηλαδή τα πολιτικά, πολιτιστικά και ιδεολογικά στοιχεία.

Τα στοιχεία αυτά ο Γκράμσι εξέτασε και ανέλυσε ως παράγοντες θεμελίωσης της κυριαρχίας και λιγότερο ως συντελεστές διαμόρφωσης του συνειδησιακού περιεχομένου των αντίπαλων κοινωνικών τάξεων.

Είναι ένας τρόπος προσέγγισης, που μεθοδολογικά διαφέρει από εκείνον του Μαρξ και των μαρξιστών θεωρητικών της εποχής του. Διαφέρει επίσης από εκείνη της πλειονότητας των μεγάλων Γερμανών κοινωνιολόγων – από τους οποίους κατά τη γνώμη μου δέχτηκε αποφασιστικές επιρροές- που απομόνωναν τους «ιδεατούς» συντελεστές (όπως τους αποκαλούσε ο Μαξ Σέλλερ), δηλαδή τους ιδεολογικο-πολιτιστικούς, από την υλική – πρωταρχικά οικονομική –βάση της κοινωνίας.

Ο Γκράμσι τοποθετεί το πρόβλημα της κρίσης κάθε κοινωνικού συστημάτος – όχι μόνο του αστικοκαπιταλιστικού –ως πρόβλημα κυριαρχίας της «ηγεμονικής», κατά την ορολογία του, τάξης, που συνεπάγεται κλονισμό τόσο του υλικού υπόβαθρου της όσο και της ιδεολογικο- πολιτιστικής της πρωτοπορίας. Πρόκειται για δύο ορίζουσες του συστήματος κυριαρχίας που ο Γκράμσι θεωρεί λειτουργικά ισότιμες, γεγονός που δεν σημαίνει ότι είναι και γενετικά ισοδύναμες, δεδομένου ότι το πρότερο και καθοριστικό, η «εστία της Ιστορίας» είναι η υλική βάση, το πραγματικό οικονομικο-κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτήν την κρίσιμη διάκριση μεταξύ γενετικής σημαντικότητας και λειτουργικής σημασίας δεν αντελήφθησαν όσοι ανοήτως κατά καιρούς υποστήριξαν ότι ο Γκράμσι απομακρύνεται από τον Μαρξ.

Τον συμπλήρωσε αναμφισβήτητα όσον αφορά τη λειτουργία του εποικοδομήματος, αλλά δεν ανέτρεψε καμμία από τις βασικές υποθέσεις του.

Η κατανόηση της γκραμσιανής προσέγγισης στο πρόβλημα της εδραίωσης αφ’ ενός και της κρίσης αφ’ ετέρου των κοινωνικών συστημάτων προϋποθέτου τη σύλληψη του τρόπου με τον οποίο αυτός αναλύει και συνθέτει το κοινωνικό με το πολιτικό επίπεδο.

Χρησιμοποιεί τον όρο «κοινωνία των πολιτών» για το κοινωνικό και τον όρο «πολιτική κοινωνία» για το πολιτικό επίπεδο.

Η «ηγεμονία» στην κοινωνία των πολιτών ξεκινάει από οικονομικές παραμέτρους, αλλά δεν εξαντλείται σ’ αυτές. Εδράζεται και σε πολιτικά και πολιτιστικά περιεχόμενα, που λειτουργούν ως αιτιολογική βάση της αξίωσης άσκησης της εξουσίας, δηλαδή του πολιτικού ελέγχου, ο οποίος θα παρέμενε μετέωρος και αναιτιολόγητος χωρίς ηθικο-ιδεολογική πλαισίωση και επένδυση.

Επομένως, η ηγεμονική τάξη, πέραν της οικονομικο- κοινωνικής της υπεροχής, είναι υποχρεωμένη να προτάσσει ορισμένες αξίες, προκειμένου να πείσει την κοινωνική πλειονότητα για το δικαιωμά της (της ηγεμονικής τάξης) να ελέγχει και την πολιτική κοινωνία- αξίες που συνθέτουν αυτό που ο Γκράμσι αποκαλεί «ηθικό περιεχόμενο του κράτους».

Η ηγεμονία, συνεπώς, μιας κοινωνικής τάξης στηρίζεται τόσο σε υλικά, οικονομικά δεδομένα όσο και σε ιδεολογικά περιεχόμενα, που της δίνουν τη δυνατότητα να είναι διευθύνουσα (κυρίαρχη) τάξη τόσο στο κοινωνικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο.

Ακριβώς γι’ αυτό και μια τάξη μπορεί να είναι ηγεμονική πριν γίνει κυρίαρχη, δηλαδή πριν καταλάβει την εξουσία, εφ’ όσον επικρατεί οικονομικά στο κοινωνικό επίπεδο και γίνεται αποδεκτή ιδεολογικά τόσο από την άποψη των πολιτιστικών αξιών που εκφράζει όσο και από την άποψη της «καταλληλότητάς» της να ασκήσει την εξουσία.

Η άρχουσα τάξη ως κυρίαρχη τάξη (διευθύνουσα) αναπτύσσει μηχανισμούς ιδεολογικού ελέγχου σε επίπεδο κοινωνίας των πολιτών, που υποστασιοποιούνται ως δυναμική επιρροής και ψυχο- διανοητικής κατεύθυνσης ολόκληρου του πληθυσμού, όχι μόνο της άρχουσας μερίδας.

Η διείσδυση και η αποτελεσματικότητα του ιδεολογικού ελέγχου συνίσταται στο ότι δημιουργούνται αποκρυσταλλώσεις κοσμοθεωρητικού χαρακτήρα, που εκτείνονται σε όλα τα επίπεδα: θρησκεία, φιλοσοφία, «κοινό νου» με τη μορφή των αυτονοήτων παραδοχών, καθώς και στα λαογραφικά και εθιμικά μορφώματα (στο «φολκλόρ» κατά τη διατύπωση του Γκράμσι), «στυλ» ζωής κλπ. Επομένως, στο σύνολο του πολιτισμικού υποβάθρου.

Κατά συνέπεια, ο ιδεολογικός έλεγχος δεν περιορίζεται, ούτε εξαντλείται στην επιβολή ορισμένων πολιτικο- εξουστιακών αντιλήψεων οσοδήποτε κι αν αυτές είναι κρίσιμες και αναγκαίες, αλλά εκτείνεται και διαποτίζει όλες τις σφαίρες: Οικονομία, Τέχνη, Επιστήμη κ.ο.κ.

Με τον τρόπο αυτό η άρχουσα τάξη κατοχυρώνει και προστατεύει το ιδεολογικό της μέτωπο σε επίπεδο κοινωνίας των πολιτών, που τη νομιμοποιεί σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας, δηλαδή εξουσίας και διοίκησης, να μονοπωλεί ως κυβέρνηση το δικαίωμα άσκησης επιβολής και καταναγκασμού.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι κατά τον Γκράμσι η πολιτική κυριαρχία υπό ομαλές συνθήκες κρίνεται σε τελευταία ανάλυση σε επίπεδο κοινωνίας των πολιτών που είναι το πρότερο και καθοριστικό.

Σε επίπεδο κοινωνίας ενεργοποιούνται οι ιδεολογικοί εκείνοι μηχανισμοί μέσω των οποίων εδραιώνεται η ιδεολογική κυριαρχία – Εκκλησία, Εκπαιδευτικό Σύστημα, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης- ως προαπαιτούμενο της πολιτικής κυριαρχίας.

Αν και η προσέγγιση αυτή του Γκράμσι αναφέρεται πρωταρχικά στην αστικοκαπιταλιστική κοινωνία και τις πολιτικές εκφράσεις της, θεωρεί ότι η ιστορία της και η φιλοσοφία, δηλαδή η συνολική κοσμοαντίληψη κάθε δεδομένης ιστορικής περιόδου, αποτελούν αλληλένδετα και αδιαχώριστα συστατικά της και τούτο διότι σε κάθε ηγεμονικό σχηματισμό, η εκάστοτε «θεμελιακή» τάξη επέβαλλε όχι μόνο τους πρακτικούς οικονομικο-πολιτικούς όρους λειτουργίας της κοινωνίας, αλλά και την αναγκαία για την ελαχιστοποίηση των αντιστάσεων ιδεολογικο- κοσμοθεωρητική υποθεμελίωση της.

Στο βαθμό και στην κλίμακα που τα πράγματα βαίνουν ομαλά και το σύστημα δεν απειλείται σε επίπεδο εξουσίας πολιτών, η πολιτική κοινωνία ως πλέγμα εξουσίας περιορίζεται σε ένα ρόλο διεκπεραιωτικό και διαχειριστικό και υποτάσσεται στις νομικές επιταγές, που της δίνουν τυπική νομιμοποίηση.

Εξισορροπεί στο βαθμό του δυνατού τις «τρέχουσες» οικονομικο-κοινωνικές αντιφάσεις και απαλύνει τις συνακόλουθες εντάσεις.

Διασφαλίζει την κοινωνική πειθαρχία με την βοήθεια των μηχανισμών επιβολής που διαθέτει  και όταν η αυθόρμητη συναντίληψη και συμμόρφωση αποτυγχάνουν, εφαρμόζει τον καταναγκασμό προκειμένου να κάμψει τις αντιστάσεις «ατίθασων» ατόμων και κοινωνικών ομάδων, πάντοτε με σεβασμό και στο πλαίσιο των όρων της νομιμότητας.

Αυτά, όμως, θέμα δεν είναι τούτο. Είναι κατά τον Γκράμσι, η ανατροπή των ισορροπιών μεταξύ κοινωνίας των πολιτών και πολιτικής κοινωνίας προς όφελος της τελευταίας ως μιας γενικευμένης πορείας εξέλιξης του αστικοκαπιταλιστικού συστήματος.

Το αστικοκαπιταλιστικό σύστημα, επισημαίνει ο Γκράμσι, σε αλλεπάλληλες πρόσκαιρες διαταρακτικές κρίσεις, τις οποίες χαρακτηρίζει «οργανικές», επειδή ανάγονται στην ίδια την υφή του.

Οι κρίσεις αυτές συνιστούν μια ενδημική απειλή απώλεια του ελέγχου της κοινωνίας των πολιτών από την άρχουσα τάξη, που την αναγκάζει να προσφεύγει σε μέτρα άμεσου καταναγκασμού και επιβολής, δηλαδή ενεργοποίηση της πολιτικής κοινωνίας, που εκφεύγουν των ορίων του θεσμοθετημένου και νομιμοποιημένου πλαισίου λόγω του εκτάκτου χαρακτήρα των συνθηκών.

Ήδη αυτό ως πρακτική αποβαίνει εις βάρος της υποτιθέμενης αυτοκτονίας και του αυτοπροσδιορισμού της κοινωνίας των πολιτών.

Κατά μείζονα λόγο η αρνητική αυτή διαμόρφωση για την κοινωνία των πολιτών βαθαίνει και φτάνει σε ακραία όρια όταν η κρίση δεν έχει πρόσκαιρο χαρακτήρα και τα υφιστάμενα «συνήθη» μέσα επιβολής και καταστολής δεν επαρκούν οπότε η άρχουσα τάξη δίνει το πράσινο φως για την ενεργοποίηση εξω-δημοκρατικών παρακρατικών μηχανισμών στρατιωτικο-αστυνομικού τύπου.

H εμπειρία των φασισμών του Μεσοπολέμου υπήρξε καθοριστική ως προς αυτό για τη σκέψη του Γκράμσι.

Όμως τα ουσιώδη στοιχεία της ανάλυσης του Γκράμσι για την κρίση του σύγχρονου κόσμου δεν ανάγονται στις παρατηρήσεις τους αυτές, που, ούτως ή άλλως, αποτελούσαν κοινό τόπο όλων των μαρξιστικών προσεγγίσεων.

Ανάγονται στην αναλυτική διευκρίνιση εκείνων των μετατοπίσεων στη σχέση κοινωνίας και πολιτών και πολιτικής κοινωνίας και πολιτών και πολιτικής κοινωνίας υπό δημοκρατικές και «ομαλές» συνθήκες, που οφείλονται σε εγγενείς μετεξελίξεις του συστήματος και όχι σε έκτακτα περιστατικά.

Από την άποψη αυτή, ο Γκράμσι διέβλεψε κατά τρόπο «προφητικό» εκπτωτικά και παρακμιακά χαρακτηριστικά της κοινωνίας των πολιτών, που στην ολοκληρωμένη μορφή τους εκδηλώθηκαν στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και εφ’ εξής.

Ο Γκράμσι επισημαίνει ότι στην αστική δημοκρατία υπάρχει μια διαλεκτική σχέση μεταξύ των δύο επιπέδων: της κοινωνίας των πολιτών και της πολιτικής κοινωνίας.

Ακριβώς γι’ αυτό και η ηγεμονία της άρχουσας τάξης δεν νοείται, ούτε μακροπρόθεσμα εδραιώνεται, χωρίς τον έλεγχο και των δύο επιπέδων.

Η διαμόρφωση της κοινής γνώμης αποτελεί το κλειδί ερμηνείας της διαλεκτικής ενότητας μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και της πολιτικής κοινωνίας.

Στη θεωρητική σύλληψη της αστικής Δημοκρατίας η κοινωνία των πολιτών διέπεται από την αρχή των πολιτών διέπεται από την αρχή της ιδιωτικότητας, ενώ η πολιτική κοινωνία αρθρώνεται ως δημόδιος χώρος με μηχανισμούς ελέγχου και επιβολής καθολικής ισχύος.

Όμως στην πράξη ο ιδιωτικός χαρακτήρας της κοινωνίας των πολιτών είναι, υποστηρίζει ο Γκράμσι, πολύ αμφισβήτισιμος, και τούτο διότι η ιδιωτικότητα προϋποθέτει ελεύθερη διαμόρφωση και έκφραση των ατομικών βουλήσεων των πολιτών, που συμπυκνώνονται ως κοινή γνώμη, η οποία διερμηνεύεται αυθεντικά στο κοινοβούλιο.

Η κατασκευή αυτή, υποστηρίζει ο Γκράμσι, είναι ιδεατή και δεν ίσχυσε στην πράξη παρά πολύ περιορισμένα και στο παρελθόν.

Ο απόλυτος έλεγχος των ιδεολογικών μηχανισμών – Εκκλησίας, Παιδείας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης – από την άρχουσα τάξη διαμορφώνει ένα πλέγμα προπαγάνδας της κυρίαρχης ιδεολογίας, που απολήγει σε ετεροκατεύθυνση του μέσου πολίτη και καθορίζει το πλαίσιο, το «κλίμα» σχηματισμού της κοινής γνώμης.

Αυτή είναι η κεντρική παράμετρος της υποβάθμισης της κοινωνίας των πολιτών, η οποία συμπληρώνεται από άλλες εξίσου σημαντικές.

Ο Γκράμσι μιλάει για συγκεντροποίηση και ενοποίηση της κυρίαρχης ιδεολογίας και των ιδεολογικών μηχανισμών από άλλες εξίσου σημαντικές.

Πέραν τούτου – μια παρατήρηση ιδιαίτερης σημασίας – στη σύγχρονη αστική κοινωνία παραμερίζεται ο ελεύθερος διανοούμενος ανθρωπιστικής κατεύθυνσης, που έπαιζε καθοριστικό ρόλο ως διαμορφωτής της κοινής γνώμης, και έπαιζε καθοριστικό ρόλο ως διαμορφωτής της κοινής γνώμης, και αντικαθίσταται από τεχνοκράτες και μάνατζερ συνδεδεμένους άμεσα τόσο με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, της οποίας γίνονται ιδεολογικοί εκφραστές («λειτουργούς του εποικοδομήματος» τους αποκαλεί ο Γκράμσι) όσο και με το κράτος και την κρατιστική αντίληψη προαγωγής του υποτιθέμενου «κοινού συμφέροντος», που ταυτίζεται με τα  συμφέροντα ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας.

Τέλος, η στροφή της Παιδείας από την πολυδιάσπαστη ανάπτυξη της προσωπικότητας σε καλλιέργεια μιας σκοπιμοθηρικής και τεχνοκρατικής «εκπαίδευσης» πραγματοποίειται από το κράτος, στο όνομα της «παραγωγής» προσωπικού χρήσιμου στην οικονομία.

Όλα αυτά συνθέτουν, κατά τον Γκράμσι, μια «κρατικοποίηση» της κοινωνίας των πολιτών, που αδρανοποιείται και απενεργοποιείται συνεχώς, ενώ αντίστοιχα ενισχύεται καίρια ο ρόλος της πολιτικής κοινωνίας, όχι μόνον άμεσα, δηλαδή με την επέκταση των μηχανισμών επιβολής και ελέγχου, αλλά και έμμεσα με την ανάληψη προσδιοριστικού ρόλου σε επίπεδο ιδεολογίας.

 

Ο Γκράμσι με τις προσεγγίσεις του αυτές θέτει θέμα υπολειτουργικότητας της κοινωνίας των πολιτών υπό δημοκρατικές συνθήκες.

Ο όρος “υπολειτουργικότητα», την οποία χρησιμοποιεί κατ’επανάληψη  κυρίως για να αναδείξει στοιχεία κοινωνικο-πολιτικής καθυστέρησης – πχ. Ιταλικού Νότου απέναντι στον ιταλικό Βορρά – τα οποία εμφανίζονται όταν δεν έχει πραγματοποιηθεί  η αστική ολοκλήρωση, έχει,  κατά τη γνώμη μου, εφαρμογή εκεί  που το σύστημα οδηγείται σε κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Η οπισθοδρόμηση αυτή εκφράζεται ως αποδυνάμωση της λειτουργίας και της αυτονομίας των λεγόμενων «ενδιάμεσων στρωμάτων» – ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων, κομμάτων, συνδικάτων κ.ο.κ- τα οποία  εντάσσονται σε μεγάλο βαθμό  στη λογική  και στις επιδιώξεις του συστήματος, γίνονται δηλαδή υπηρετικά της κυρίαρχης ιδεολογίας και εκχωρούν όλους τους εξισορροπητικούς και ρυθμιστικούς ρόλους στο κράτος, ενώ παραιτούνται από την αποστολή τους ως φορείς άσκησης δημοσίας κριτικής και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.

Με τον τρόπο αυτό τα πραγματολογικά στοιχεία, στα οποία αναφερθήκαμε ήδη συστηματικά, της ενίσχυσης του κρατισμού ενδυναμώνονται από την παραλυτική αποϊδεολογικοποίηση της κοινωνίας.

Ότι ο Γκράμσι στην εξέλιξη αυτή έβλεπε όχι μόνο μια διαδικασία αναίρεσης της αστικής κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας εκ των έσω, αλλά και μια καθολική κρίση του αστικοκαπιταλιστικού συστήματος, είναι αναμφισβήτητο.

Σε καμμία περίπτωση δεν αντιμετώπιζε τα δεδομένα αυτά ως απόλυτες διασφαλίσεις για τη διατήρηση του συστήματος.

Θεωρούσε αντίθετα ότι η «κρατικοποίηση» της κοινωνίας των πολιτών άνοιγε το δρόμο για τέτοια κλίμακας αυθαιρεσία και ασυδοσία της άρχουσας τάξης, έτσι ώστε να επέρχεται εμβάθυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και αντιφάσεων, που οδηγούν το σύστημα σε αδιέξοδο.

Σε αδιέξοδο, διότι, η κοινωνική συναποδοχή είναι πλέον πλασματική, διότι δεν προκύπτει οργανικά από την κοινωνία, αλλά επιβάλλεται «εκ των έσω» από το κράτος.

Πηγή: κοινωνιολογία του πολιτισμού – Βασίλης Φίλιας