Η Δίκη του Σωκράτη

 

Τρεις ήταν οι κατήγοροι του Σωκράτη: ο άσημος τραγικός ποιητής Μέλητος, ο πλούσιος βυρσοδέψης Άνυτος και ο ρήτορας Λύκων. Παρ’ όλο που ο Μέλητος εμφανίστηκε ως ο κύριος κατήγορος και κατέθεσε την καταγγελία, υποκινητής της δίκης ήταν ο Άνυτος, που είχε μεγάλη πολιτική επιρροή στην Αθήνα. Αρχικά ήταν με τον μετριοπαθή συντηρητικό Θηραμένη, αλλά μετά το θάνατο του τελευταίου, προσχώρησε στους συντηρητικούς. Ήταν από αυτούς που συγκεντρώθηκαν στη Φυλή και ανέτρεψαν τους Τριάκοντα. Φαίνεται πως είχε προσωπικά με τον Σωκράτη, γιατί ο φιλόσοφος τον είχε επικρίνει που δεν άφηνε το γιό του να ασχοληθεί με φιλοσοφία και τον έβαλε στο επαγγελμά του. Ήταν φανατικός εχθρός όλων των σοφιστών. Κατά τον Αριστοτέλη και τον Διόδωρο, ο Άνυτος είχε κινδυνεύσει κάποτε να καταδικαστεί κάποτε, αλλά γλίτωσε δωροδοκώντας τους δικαστές.

Ο Μέλητος λοιπόν, όπως όριζε ο νόμος, θα πρέπει, μαζί με δύο μάρτυρες να συνάντησε τον Σωκράτη, να του έθεσε υπόψη την καταγγελία του και να τον κάλεσε να παραστεί στην επιδοσή της στον άρχοντα βασιλέα, που ήταν ο αρμόδιος για τις θρησκευτικές υποθέσεις. Την ημέρα εκείνη θα παρουσιάστηκαν μαζί στον άρχοντα βασιλέα, που έδρευε στην βασίλειον στοάν, κειμένη στο BΔ της αγοράς. Ο Σωκράτης για να πάει εγκαίρως, διέκοψε τη συνομιλία που είχε με τον Μεγαρέα γεωμέτρη Θεόδωρο και τον μαθητή του Θεαίτητο, όπως μαθαίνουμε από τον πλατωνικό διάλογο Θεαίτητον. Η καταγγελία έλεγε ότι ο Σωκράτης είναι ένοχος επειδή διαφθείρει τους νέους και δεν πιστεύει στους θεούς της πόλης, αλλά σε καινούργιους θεούς και δαίμονες.

Ενώ περίμεναν στη στοά να έρθει η σειρά τους, ο Σωκράτης έπιασε τη συζήτηση με τον Ευθύφρονα, που περίμενε και αυτός να καταθέσει μια καταγγελία εναντίον του πατέρα του. Η συζήτηση τους αποτελεί το περιεχόμενο του πλατωνικού έργου Ευθύφρων. Ο άρχων βασιλεύς έγραψε την καταγγελία σε πίνακα, τον οποίο ανήρτησε στο βάθρο των αγαλμάτων των επωνύμων ηρώων, που βρισκόταν στο ΝΔ, άκρο της αγοράς , κοντά στην Ηλιαία. Ημερομηνία της δίκης, την οποία θα εκδίκαζε ένα τμήμα της Ηλιαίας, του λαϊκού δικαστηρίου που αποτελούσαν 6.000 μέλη (κληρώνονταν 600 άντρες ηλικίας πάνω από 30 ετών από καθεμιά από τις δέκα αθηναϊκές φυλές). Στη δίκη του Σωκράτη οι δικαστές ήταν 500.

Παρόλο που προσφέρθηκε ο ρήτορας Λυσίας να γράψει την απολογία, ο Σωκράτης δεν δέχτηκε. Ούτε όμως και ο ίδιος ετοίμασε κάποιο γραπτό κείμενο, γιατί όπως έλεγε το δαιμόνιόν του τον απέτρεπε. Στους φίλους του, που ανησυχούσαν έλεγε ότι δεν χρειαζόταν να γράψει τίποτα, γιατί ολόκληρη τη ζωή του προετοίμαζε την απολογία του, με τον τρόπο ακριβώς που έζησε, μη βλάπτοντας κανέναν.

Ο Σωκράτης παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ατάραχος και κράτησε περήφανη και προκλητική στάση, που ίσως επηρέασε αρνητικά τους δικαστές του. Μετά τις αγορεύσεις των κατηγόρων, πήγε τον λόγο και απολογήθηκε. Επακολούθησε ψηφοφορία, όπου κρίθηκε ένοχος για τριάντα μόνο ψήφους. Πρέπει να ψήφισαν ψήφισαν 280 υπέρ της ενοχής του και 220 κατά. Σε περίπτωση ισοψηφίας, ευνοείτο ο κατηγορούμενος.

Μετά την ενοχοποιητική απόφαση, ο Σωκράτης ανέβηκε και πάλι στο βήμα για να προτείνει, σύμφωνα με το δικαστικό έθιμο, την ποινή που ζητούσε ο ίδιος να του επιβληθεί. Ο νόμος δεν όριζε ποινή για το αδίκημα για το οποίο δικαζόταν ο Σωκράτης. Ο Άνυτος είχε επιμείνει στη θανατική καταδίκη υποστηρίζοντας ότι ή δεν έπρεπε να γίνει η δίκη αυτή, ή εφόσον έγινε, ήταν απαραίτητο να καταδικαστεί σε θάνατο ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης δήλωσε ότι μια ποινή του αξίζει πραγματικά, η σίτιση στο πρυτανείο εφ’ όρου ζωής, η μεγαλύτερη τιμή που επιφύλασσε το αθηναϊκό κράτος στους ευεργέτες του. Στο τέλος πάντως, σύμφωνα με την Απολογία του Πλάτωνος, γιατί μια άλλη Απολογία που αποδίδεται στον Ξενοφώντα δεν αναφέρει τέτοιο πράγμα, ζήτησε να του επιβληθεί ένα πρόστιμο τριάντα μνων, το οποίο θα πλήρωναν οι φίλοι του.

Ακολούθησε μια δεύτερη ψηφοφορία, όπου με πολύ περισσότερους ψήφους καταδικάστηκε σε θάνατο. Μέχρι να τελειώσουν οι διάφορες διαδικασίες και να τον οδηγήσουν στην φυλακή, ο Σωκράτης μιλάει και πάλι σ’ όσους εξακολουθούσαν να βρίσκονται εκεί. Τους εξηγεί γιατί δεν φοβάται το θάνατο και τους αποχαιρετάει με τα συγκλονιστικά λόγια: « Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιοι από μας πηγαίνουν σε καλύτερο μέρος, κανείς δεν το ξέρει παρά μόνο ο Θεός».