Η Δημοκρατία του Περικλή

 

Ποτέ κανένα κράτος στην ανθρώπινη ιστορία δεν κατόρθωσε να συνδυάσει τόσο τέλεια και ισορροπημένα τις πολιτικές επιδιώξεις του με μια πολιτιστική πολιτική τόσο μεγαλόπνοη, όσο αυτή των Αθηναίων της εποχής του Περικλή.

Οι πάντες αυτή την εποχή, μετέχουν ενεργά στην πολιτική ζωή και όλοι είτε δημιουργούν πολιτισμό είτε απολαμβάνουν με πλήρη γνωστική επάρκεια τον πολιτισμό που δημιουργούν οι περισσότερο ταλαντούχοι, που δεν συναντούν κανένα εμπόδιο, ούτε από την εξουσία ούτε από τους μοχθηρούς και ατάλαντους, όπως στις μίζερες μέρες μας, που το πνεύμα και οι ικανότητες μετριούνται με το ύψος του τραπεζικού λογαριασμού, πράγμα που υποθάλπει συνεχώς τη μοχθηρία των λιγότερο ταλαντούχων, που βλέπουν καθηλωμένα τα εισόδημά τους. Η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υφίσταται και οι πνευματικοί άνθρωποι μια τιμή μόνο γνωρίζουν, αυτήν που επιβάλλει ο σεβασμός και η εκτίμηση των συμπολιτών. Σήμερα, ο κάθε πνευματικός άνθρωπος επιμένει να αντιλαμβάνεται την τιμή με δύο έννοιες, την ηθική και την οικονομική. Δεν είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά, μέσα σε ένα κόσμο που έχει εμπορευματοποιήσει τα πάντα, ακόμα και το πνεύμα, ακόμα και το Άγιο Πνεύμα που πουλιέται λιανικά στις εκκλησίες και χονδρικά στις αρχιεπισκοπές.

Παρά ταύτα, ουδέποτε οι Αθηναίοι περιφρόνησαν ή υποτίμησαν τα υλικά αγαθά.

Οι έννοιες της «εγκράτειας» και της «λιτότητας» επιβάλλονταν μόνο από τα πράγματα και δεν γίνονταν ποτέ ιδανικό, όπως στις χριστιανικές μέρες μας, που αυτές οι οικονομικές έννοιες απόχτησαν και ηθική σημασία. Το ρητό «παν μέτρον άριστον» είναι σπαρτιατικής καταγωγής και ουδεμία σχέση έχει με την Αθηναϊκή Δημοκρατία.

Ούτε ο Περικλής γνώριζε το μέτρο. Ήταν ένας άνθρωπος πληθωρικός, ορμητικός, ενθουσιώδης, ικανός να μορφοποιεί τις ιδέες του και να τις κάνει πράξη με εκπληκτική ευκολία. Δεν χανόταν ποτέ στις λεπτομέρειες. Τούτος ο καλός μαθητής του Αναξαγόρα ήξερε πως κάθε λεπτομέρεια ανήκει σε ένα σύνολο, από το οποίο μπορεί να αποσπαστεί μόνο για τεχνικούς λόγους, για να επανενταχθεί σ’ αυτό αμέσως μετά το πέρας της μελέτης. Κι αυτό ακριβώς σημαίνει «οργανωτικό πνεύμα» που είναι πάντα πνεύμα συνθετικό και όχι αναλυτικό.

Όπως έλεγε και ο Σάτρ, αν δεν επανακτήσουμε το συνθετικό πνεύμα του κλασικισμού, είμαστε χαμένοι μέσα στις ατέρμονες αναλύσεις, που παρατούν τα πράγματα διαλυμένα και σκόρπια. Άλλωστε δεν αναλύει κανείς για να αναλύσει, αλλά για ανασυνθέσει τα αναλυμένα σε μια ολότητα.

Ο Περικλής λοιπόν ήταν ένα έξοχο «οργανωτικό πνεύμα». Κοιτάξτε να δείτε πως οργάνωσε τα πράγματα, ώστε όντας απόλυτος άρχων, να φαντάζει ως ο τελειότερος δημοκράτης που εμφανίστηκε ποτέ στην Ιστορία.

Ο πάντα αξιόπιστος Θουκυδίδης λέει πως η αθηναϊκή πολιτεία είναι μόνο κατ’ όνομα δημοκρατία, ενώ στην πραγματικότητα είναι η εξουσία του «πρώτου ανδρός». Ο Περικλής, λοιπόν δεν πίεσε ή δεν εκβίασε ποτέ τη Βουλή ούτε την Εκκλησία του Δήμου. Απλώς, έλεγε την αποψή του, που την υιοθετούσαν οι πάντες αυτομάτως.!!!

Και την υιοθετούσαν γιατί ήταν πάντα μια άποψη εφαρμόσιμη και λογική.

Το τυπικό αξίωμα του Περικλή ήταν στρατηγός, με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης. Δεδομένου ότι στην αρχαία Ελλάδα η διάκριση ανάμεσα στο στρατιώτη και τον πολίτη δεν ήταν σαφής, δεδομένου ακόμα ότι όλοι οι πολίτες ήταν δυνάμει στρατιώτες, κάτι σαν πολιτοφύλακες όπως θα λέγαμε σήμερα, το αξίωμα του στρατηγού ήταν πολιτικοστρατιωτικό. Κατά κάποιο τρόπο, ο αρχαίος στρατηγός ήταν ταυτόχρονα υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Εξωτερικών και υπουργός Εθνικής Άμυνας, με εξουσίες όμως αυστηρά ελεγχόμενες από το σύνολο του λαού.

Ο στρατηγός Περικλής ήταν δεινός ρήτορας. Πάντως, έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε πως τους λόγους του τους έγραφε η Ασπασία. Όπως ήδη αναφέραμε, είναι σχεδόν βέβαιο πως τον Επιτάφιο τον έγραψε η δαιμόνια αυτή γυναίκα.

Εξοπλισμένος λοιπόν, με επιχειρήματα και φιλοσοφική σκέψη, προικισμένος με ευφράδεια και «δασκαλεμένος» από τους φίλους του, τους φιλοσόφους και τους ποιητές, ήταν πολύ εύκολο στον Περικλή να κατακτά στην Αγορά τις μάζες που τον λάτρευαν.

Πάντως, άφηνε τους Αθηναίους να πιστεύουν πως αυτοί αποφάσιζαν τελικά για τα πάντα. Και όντως αποφάσιζαν. Μόνο που «συνέπιπτε» σχεδόν πάντα να αποφασίσουν αυτά που είχε αποφασίσει ο Περικλής. Σ’ ένα τόσο διακριτικό δικτάτορα βγάζεις το καπέλο! Και βγάζοντάς το θυμάσαι το Θουκυδίδη «Η αθηναϊκή πολιτεία είναι μόνο κατ’ όνομα δημοκρατία….».

Αν ο Θουκυδίδης έχει δίκιο – και έχει, σίγουρα, – προκύπτει το εύλογο ερώτημα: Και η περιλάλητη Αθηναϊκή Δημοκρατία; Μα όντως υπήρξε αυτή η Δημοκρατία. Και μάλιστα ήταν καλύτερη απ’ όσο την εποχή του άψογα δημοκρατικού δικτάτορα Περικλή. Γιατί τις αποφάσεις τελικά όντως τις έπαιρνε ο λαός ολόκληρος. Και το σημαντικό στη δημοκρατία δεν είναι η εισήγηση, αλλά η δυνατότητα απόρριψης της εισήγησης. Ωστόσο, η ανάγκη και μόνο ύπαρξης καλού και έντιμου εισηγητή – και η εντιμότητα του Περικλή δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν ιστορικό – δηλώνει πως είναι πάρα πολύ δύσκολο στη μάζα να εισηγείται η ίδια για λογαριασμό της και να ψηφίζει η ίδια τις εισηγήσεις της.

Αν πιστεύουμε πως κάτι τέτοιο είναι δυνατό, δεν είμαστε δημοκράτες αλλά φθηνοί λαϊκιστές, που πάμε να κολακεύσουμε τη μάζα για να μη μας κατασπαράξει με την κολοσσιαία της δύναμη.

Ο λαός έχει ανάγκη από ηγέτες που να βγαίνουν από τον ίδιο το λαό, που να δουλεύουν για το λαό, αλλά που θα είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί από τον λαό. Αυτή είναι η δημοκρατία.

Η δημοκρατία σέβεται την προσωπικότητα, δεν την τσαλαπατάει. Σ’ ένα λαό κομπλεξικών, η δημοκρατία είναι αδύνατη. Δεν είναι δυνατόν ο κάθε ηλίθιος να ονειρεύεται τον εαυτό του εξουσιαστή, εν ονόματι μιας δημοκρατίας των αχρείων. Η δημοκρατία προϋποθέτει ήθος, και από την μεριά των αρχόντων και από την μεριά των αρχόμενων.

Την εποχή του Περικλή το είχαν και οι άρχοντες και οι αρχόμενοι. Η ισορροπία ήταν τέλεια. Αλλά δεν θα κρατήσει πολύ. Γιατί η δημοκρατία των αρίστων εκπίπτει πάρα πολύ εύκολα σε δημοκρατία των αρχείων.

Κι αυτό θα συμβεί την εποχή του Περικλή, όταν ανάξιοι δημαγωγοί θα αρχίσουν να κολακεύουν τη μάζα και να την παρασύρουν κατά τα κέφια και τα συμφέροντά τους. Γιατί η μάζα χειραγωγείται πάρα πολύ εύκολα και προς το καλό και προς το κακό. Και είναι η μάζα που θα αναδεικνύει πάντα τους ήρωες και τα καθάρματα.

Μ’ άλλα λόγια, η μάζα δεν είναι ένα «καλό καθ’ εαυτόν» είναι και αυτή μια διαλεκτική έννοια που ενέχει και την άρνηση και την κατάφαση στον ίδιο βαθμό.

Ο Περικλής είναι, θα λέγαμε, ο εισηγητής του «κράτους προνοίας». Ο θεσμός των «διανομών», που αρχίζει με τον προκάτοχο και φίλο του Περικλή, τον Εφιάλτη, είναι ένα εξαιρετικά προωθημένο για την εποχή σύστημα δικαιότερης κατανομής του πλούτου, μέσα από τις κρατικές παροχές και χορηγίες.

Όμως οι «διανομές» σιγά σιγά κάνουν τους πολίτες να τεμπελιάζουν όλο και περισσότερο και να τα περιμένουν όλα από το κράτος, σαν Νεοέλληνες δημόσιοι υπάλληλοι, που δύσκολα θα τους χαρακτήριζε κανείς σοσιαλιστές κι ας τρώνε από τα χρήματα των φορολογούμενων και ας έχουν αφεντικό το κράτος. Δεν είναι σοσιαλιστές, διότι ο σοσιαλισμός δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τις σχέσεις εργασίας, αλλά κυρίως από την κατοχή των μέσων παραγωγής. Και στην Αθηναϊκή Δημοκρατία, τα μέσα παραγωγής συνεχίζουν να ανήκουν σε ιδιώτες κι όχι στον κοινωνικό σύνολο.

Κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι φυσικό η δημοκρατία να καταρρεύσει αργά ή γρήγορα. Γιατί η δημοκρατία τελικά δεν είναι πρόβλημα, ούτε νόμων, ούτε θεσμών, ούτε καλής θέλησης, ούτε καλού ήθους, και ας τα προϋποθέτει όλα αυτά. Είναι πρόβλημα κατοχής των μέσων παραγωγής. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν ήταν ασφαλιστική. Ήταν ένα «κράτος προνοίας», κι απ’ αυτή την άποψη προηγείται του Κέινς κατά δυόμισι χιλιάδες χρόνια περίπου.

Ο θεσμός των κληρούχων, που προϋπήρχε, αναπτύχθηκε πάρα πολύ την εποχή του Περικλή. Η κληρουχία ήταν είδος αποικίας, της οποίας όμως οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να αυτονομηθούν από την μητρόπολη, από στις «κλασικές αρχαιοελληνικές αποικίες».

Με άλλα λόγια, η κληρουχία ήταν αποικία με την σημερινή έννοια περίπου. Καταλάμβαναν μια περιοχή οι Αθηναίοι, έστελναν σ’ αυτήν τους ανθρώπους τους κι αυτοί λογοδοτούσαν στη μητρόπολη για κάθε πράξη τους και ενέργεια τους. Φυσικά, η Αθηναϊκή Δημοκρατία έδινε τις κληρουχίες υπό τύπον δώρου στους ευνοούμενούς της, που τις εκμεταλλεύονταν για λογαριασμό τους μεν, αλλά όχι και ανεξέλεγκτα. Το «κέντρο» θα μπορούσε να ανακαλέσει τους αποίκους ανά πάσα στιγμή.

Ήδη την εποχή του Περικλή η κληρουχία αρχίζει να γίνεται μέσο πίεσης πάνω στους Αθηναίους, που αν είναι καλοί πολίτες θα ανταμειφθούν, αν είναι κακοί δεν θα δουν ποτέ στα μάτια τους κληρουχία. Η δημοκρατία τρεκλίζει ήδη επικίνδυνα  και σε λίγο θα σωριαστεί. Η κληρουχία, όπως καταλαβαίνουμε ανήκει κι αυτή στο «κράτος πρόνοιας». Αλλά το «κράτος πρόνοιας» πρόνοιας προνοεί κυρίως για τον εαυτό του και παρεμπιπτόντως για τους πολίτες του.

Αθηναϊκές κληρουχίες είναι η Νάξος, η Άνδρος, η Λέσβος, ο Ωρεός της Εύβοιας, η Χερσόνησος, η Αμφίπολη και πολλές άλλες πόλεις και περιοχές της Ελλάδας, που στενάζουν κάτω από την αθηναϊκή κατοχή. Η Αθήνα μ’ άλλα λόγια, δεν νοιάζεται για την Ελλάδα, νοιάζεται για τον εαυτό της. (Όπως περίπου και η σημερινή Αθήνα).

Το πόσο πολύ νοιάζεται η Αθήνα για τον εαυτό της γίνεται φανερό κι από τον δια νόμου δραστικό περιορισμό των πολιτογραφήσεων που εφαρμόζει ο Περικλής. Βλέπεις, όταν το κράτος μοιράζει δώρα με τη μορφή κληρουχιών ή αλλιώς πως, είναι φυσικό οι δικαιούχοι να προσπαθούν να είναι όσο γίνεται λιγότερο. Κι έτσι, το 451 πΧ, οι Αθηναίοι , εν πλήρη δημοκρατία αποφασίζουν να μη γίνονται Αθηναίοι πολίτες όσοι δεν έχουν Αθηναία μητέρα.

Τούτη η επιστροφή σε μια στρεβλή μητριαρχία, την εποχή μάλιστα που η γυναίκα δεν έχει κανένα άλλο δικαίωμα εκτός απ’ αυτό της «γνήσιας» τεκνοποιίας, είναι η πιο μελανή κηλίδα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Και το τραγικότερο όλων, αυτό το φριχτό νόμο τον ψήφισαν με μεγάλη χαρά οι φτωχότεροι των Αθηναίων. Γιατί αυτοί θα ζημιώνονταν περισσότερο από το μοίρασμα των δημητριακών σε περισσότερους.

Από το 454 μέχρι το 434 πΧ, δηλαδή την περίοδο των μεγάλων έργων και των πλούσιων παροχών στους πολίτες, το δημόσιο ταμείο είναι σχεδόν άδειο και οι Αθηναίοι είναι έτοιμοι να βάλουν χέρι στο θησαυρό της Αθηνάς Πολιάδος. Ο Περικλής με τη φιλολαϊκή του πολιτική, αλλά και με τα μεγαλεπήβολα  σχέδιά του να κάνει την Αθήνα να κάνει μια μαρμάρινη απαστράπτουσα πόλη, παραλίγο να οδηγήσει το κράτος στην πλήρη χρεοκοπία.

Ευτυχώς, το 454 πΧ,  το περίφημο και πολυσυζητημένο από τους ιστορικούς «ψήφισμα του Καλλία» βάζει κάποιο φρένο σ’ αυτό το όργιο σπατάλης. Ωστόσο, σ’ αυτό το όργιο χρωστάμε, μεταξύ άλλων, και τον Παρθενώνα. Με τσιγγουνιές, δεν δημιουργείται πολιτισμός. Και ο Περικλής που αποτυγχάνει ως οικονομολόγος, το ξέρει καλά αυτό.

Πάντως, η πλήρης χρεοκοπία αποτρέπεται την τελευταία στιγμή χάρη στο ψήφισμα του Καλλία, δια του οποίου αποφασίζεται να κατατεθεί αποθεματικό στο δημόσιο ταμείο 3.000 ταλάντων, ποσό αρκετά σοβαρό, που προορίζεται για ώρα ανάγκης, ας πούμε για την περίπτωση ενός πολέμου. Και ήδη ο πόλεμος, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, αρχίζει να κυοφορείται στο παρασκήνιο της Ιστορίας. Και όταν κηρυχθεί ο Πόλεμος το δημόσιο ταμείο θα έχει 6.000 τάλαντα. Πάλι καλά, θα μπορούσε να μην έχει δραχμή με την φόρα που είχε πάρει ο Περικλής.

Αλλά, όπως φαίνεται, το «ψήφισμα του Καλλία», δεν ήταν οικονομικό, αλλά πολιτικό μέτρο. Ο Περικλής ήθελε μ’αυτό να πείσει τους αντιπάλους του στην Πολιτική, που δεν καταλάβαιναν πολλά πράγματα από τέχνη, πως τα δισεκατομμύρια τάλαντα που ξοδεύτηκαν για τον Παρθενώνα και τα άλλα κτίσματα, δεν θα είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στην άμυνα της χώρας, όπως θα λέγαμε σήμερα.  Αλλά είχαν. Ίσως οι Αθηναίοι να κέρδιζαν στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αν δεν έχτιζαν τον Παρθενώνα. Αλλά τελικά, πολύ λίγη σημασία έχει που έχασαν. Δεν είναι άλλωστε οι μόνοι που έχασαν ένα πόλεμο. Όμως είναι οι μόνοι που έχτισαν έναν Παρθενώνα. Κι αυτό είναι που μετράει, όχι η ήττα στο «πεδίο της τιμής».

Τα «πεδία της τιμής» είναι για τους ανίκανους να δημιουργήσουν πολιτισμό. Και για τους ηλίθιους. Και ο Περικλής δεν ήταν ηλίθιος. Ήταν κυβερνήτης – διανοούμενος.

Βέβαια, κάποιοι ιστορικοί τον κατηγορούν για «βαρεία αμέλεια» σχετικά με την άμυνα της πόλης. Αν στην εποχή του υπήρχαν «Φάντομ», θα του έλεγαν πως δεν αγόρασε αρκετά. Και, βέβαια, θα ξεχνούσαν πως οι χώρες του σήμερα πουλούν «Φάντομ», το κάνουν γιατί μεταξύ άλλων είναι σε θέση να παράγουν και «Φάντομ». Και τα παράγουν ακριβώς γιατί κάποτε ο Περικλής, μεταξύ πολλών άλλων, έχτισε και τον Παρθενώνα. Που δεν θα τον έχτιζε αν αγόραζε «Φάντομ».

Δεν μπορεί να τα ‘χει κανείς όλα. Εμείς, πάντως, έχουμε τον Παρθενώνα. Όχι γιατί τον χτίσαμε, αλλά διότι μας τον έχτισαν και μας έμεινε αμανάτι. Αν τον χτίζαμε, χαλάλι η φτώχεια μας. Χαλάλι, ακόμα και μια πιθανή ήττα μας από τους Τούρκους που, αν και στερημένοι Παρθενώνος, είναι παρά ταύτα ευνοημένοι από την περίφημη «αναλογία εφτά προς ένα».

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ