Ο Paul Claude Racamier με τα γραπτά και τη ζωντανή διδασκαλία έχει σημαδέψει, για πολλά χρόνια, την ψυχιατρική και την ψυχαναλυτική σκέψη γύρω από το ζήτημα της προσέγγισης των ψυχωτικών ασθενών και ιδιαίτερα των σχιζοφρενών. Τα γραπτά του αφορούν καταστάσεις από το οξύ ψυχωτικό επεισόδιο ως τη χρόνια σχιζοφρένεια. Περιγράφει μορφές της ψυχωτικής λειτουργίας που θα μπορούσαν να φωτίσουν τα παθολογικά φαινόμενα ή τις ιδιαιτερότητες της λειτουργίας των ψυχωτικών ασθενών.

Ο λόγος του δεν είναι αιτιολογικός, με την έννοια μιας θεωρίας για τα αίτια της σχιζοφρένειας. Η προσεγγισή του όμως – το υφάδι του λόγου του, όπως είπε σε ένα συνέδριο – βαθιά επηρεασμένη τόσο από τα κύρια ρεύματα της ψυχανάλυσης όσο και από την γερμανική φαινομενολογία έχει σε πολλά σημεία αιτιολογική απόχρωση.

Στην εισαγωγή του βιβλίου του Le Genie des Origines ( 1994) γράφει ότι η καταγωγή των (σκέψεων, των φαντασιώσεων, των ονείρων)δεν είναι και η αιτία, εξακολουθεί δηλαδή, χωρίς ποτέ να μιλάει για αιτιολογία, να βάζει μικρές αιτιολογικές πινελιές «στο υφάδι του λόγου του», ψάχνοντας την καταγωγή κάποιων συμπτωμάτων και το ρόλο τους στη συνολική λειτουργία του ψυχισμού. Αυτού του τύπου την προσέγγιση διακρίνουμε όταν τα συμπτώματα ανάγονται σε άλυτες παλαιότερες καταστάσεις, όταν πχ, η ναρκισσική σαγήνη συνδέεται με την αδυναμία της μητέρας να επιτρέψει την «ψυχική γέννηση» του μωρού, αλλά και σε παραδοχές όπως η πρωτογενής προβολή εγκαινιάζει τη σχέση με τον έξω κόσμο ή το πρωταρχικό πένθος.

Σύμφωνα με αυτήν την οπτική, στον Racamier όπως και στο Freud δεν υπάρχει η έννοια της προνοσηράς προσωπικότητας, όπως νοείται στην ψυχιατρική. Το ζήτημα βέβαια της συνέχειας ή της ασυνέπειας (αναδιοργάνωσης) της ψυχικής λειτουργίας του ασθενούς, μετά την κλινική εκδήλωση μιας ψύχωσης, είναι κεντρικής σημασίας και παραμένει ανοιχτό στην κλινική έρευνα, καθώς δεν μπορεί να εξαντληθεί στη διαπίστωση ότι οι παθολογικοί μηχανισμοί που κυριαρχούν στην ψύχωση συναντιούνται και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις, καθώς και σε ανθρώπους που δεν νοσούν.

Ο Recamier ακολουθώντας τη σκέψη του Freud βλέπει στις ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις της σχιζοφρένειας τόσο το γκρέμισμα κάποιων ισορροπιών και της σχέσης με το αντικείμενο όσο και προσπάθειες συμβιβασμού αλλά και επανασυγκόλλησης με το αντικείμενο, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται διαμέσου παθολογικών μηχανισμών.

Οι προαναφερθείσες λειτουργίες μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα ή διαδοχικά και αυτό θα το δούμε να αναφέρεται σε πολλές περιπτώσεις.

 Πρόκειται για μείζονα επιστημονική τοποθέτηση, γενικότερα, της ψυχαναλυτικής σκέψης και μείζονα διαφορά με αντιλήψεις οι οποίες θεωρούν πχ, το παραλήρημα ή την ψευδαίσθηση ως πρωτογενή φαινόμενα και τα αντιμετωπίζουν σαν τέτοια κλινικά και φαρμακολογικά.

Η απόδοση της σκέψης του Recamier μέσα σε λίγες σελίδες και μάλιστα σε άλλη γλώσσα από τα γαλλικά, όπου παίζει σε άλλη γλώσσα από τα γαλλικά, όπου παίζει διαρκώς με τις αποχρώσεις της γλώσσας, θέτει αρκετά μεταφραστικά προβλήματα. Επιπλέον ο λόγος του κινείται διαρκώς με τις αποχρώσεις της γλώσσας, θέτει μεταφραστικά προβλήματα. Επιπλέον ο λόγος του κινείται διαρκώς ανάμεσα στα σύμβολα και στις γνωστές έννοιες, προτείνοντας και αρκετές νέες έννοιες, ιδιαίτερα στα τελευταία του γραπτά.

Ήδη ο τίτλος του πρώτου του και συλλογικού βιβλίου (με πλειάδες εξαιρετικών συνεργατών) La psychanalyse sans divan θέτει το μείζον πρόβλημα της προσαρμογής της ψυχανάλυσης σε διαφορετικά πλαίσια άσκησης, αν επιθυμεί να προσεγγίσει θεραπευτικά τους ψυχωτικούς ασθενείς. Οι βασικές θέσεις αυτού του βιβλίου, που μεταφράστηκε και σχολιάστηκε πολύ, είχαν μεγάλη απήχηση και γονιμοποίησαν τη σκέψη πολλών.

Πρόκειται για μια προβληματική που συνεχίζεται ως τις μέρες μας και μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα εξακολουθήσει να παίρνει και στο μέλλον τις πιο διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με τις συνθήκες (ιδρυματικές, εκπαιδευτικές και κοινωνικές) όπου η κλινική πράξη θα συναντήσει τον ασθενή.

Στο έργο αυτό περιγράφεται η πορεία των σχιζοφρενών στα ψυχιατρικά ιδρύματα και οι συνέπειες του ιδρυματισμού πάνω στον άρρωστο. Περιγράφονται οι μηχανισμοί της υπολειμματικής φάσης της σχιζοφρένειας και της παθολογίας που γεννάει η ματαίωση και η αποστέρηση. Είναι εμφανείς οι οφειλές στην κοινωνιολογική σκέψη αλλά η πρωτοτυπία του έργου έγκειται στην περιγραφή των θεραπευτικών βημάτων, σε μια οπτική αναστροφής αυτής της πορείας η οποία οδηγεί στην ψυχική απονέκρωση.

Τα προβλήματα που θέτει η μετατροπή του προσωπικού από φύλακες σε θεραπευτές αφορούν στην αλλαγή των εργασιακών τους συνηθειών, την εκπαίδευση και γενικότερα την αλλαγή της εργασιακής τους κουλτούρας. Ιδιαίτερα σημαντική για την άσκηση θεραπευτικού έργου είναι η δυνατότητα λειτουργίας τους ως ομάδας (θεραπευτική ομάδα), γιατί η θεραπευτική εργασία με τους ψυχωτικούς ασθενείς απαιτεί τη διαφοροποιημένη παρέμβαση πολλών ανθρώπων. Βασική λειτουργία των συγκεντρώσεων της θεραπευτικής ομάδας είναι ότι εκεί η ψυχική λειτουργία του αρρώστου γίνεται, η ίδια, αντικείμενο προσοχής και συζήτησης, παράλληλα με τις διάφορες θεραπευτικές τεχνικές.

Η ένταξη του ψυχαναλυτή σ’ αυτό το πλαίσιο τον αναγκάζει να εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τις επαγγελματικές του συνήθειες για να μπορέσει να αποκτήσει επαφή με τον ιδρυματικό ψυχωτικό ασθενή και το προσωπικό που τον φροντίζει και τίθεται το ερώτημα της διαχείρισης αυτού του «διχασμού» από τους ψυχαναλυτές.

Πηγή: Σχιζοφρένεια- φαινομενολογική και ψυχαναλυτική προσέγγιση