Η «επιχείρηση» του εγκλήματος

 

Η οργανωμένη εγκληματική δράση δεν είναι νέο φαινόμενο. Ενώ στο παρελθόν συνδεόταν με θεωρίες συνωμοσίες και εθνικά συνδικάτα του εγκλήματος, στη σύγχρονη εποχή το «οργανωμένο έγκλημα» συνδέεται με οικονομικές και «λογιστικές θεωρίες». Εξάλλου, οι διαρκώς αυξανόμενες νέες ανάγκες για αγαθά και υπηρεσίες τις οποίες δεν καλύπτουν οι νόμιμες αγορές, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παράνομων. Στις παράνομες αγορές αναπτύσσουν δράση ανάλογου τύπου οργανώσεις ως εμπορικές επιχειρήσεις.

«Παράνομη αγορά είναι ο τόπος και ταυτόχρονα το σύνολο των κανόνων στα όρια των οποίων πραγματοποιείται μια διαρκής ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών. Η παραγωγή, διακίνηση, κατανάλωση και χρήση τους απαγορεύονται ή ρυθμίζονται πολύ αυστηρά από την νομοθεσία των περισσοτέρων κρατών ή/και από το διεθνές δίκαιο, λόγω του ότι συνιστούν απειλές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη δημόσια ασφάλεια». Η παράνομη αγορά προκύπτει από την σύμπτωση προσφοράς και ζήτησης παράνομων αγαθών ή υπηρεσιών, όπως ναρκωτικά, όπλα, σεξ με ανηλίκους, παιδική πορνογραφία, φθηνό εργατικό δυναμικό κλπ.

Παράλληλα, αναπτύσσονται και αντίστοιχες παράνομες πρακτικές. Οι «παράνομες πρακτικές» μπορεί να αφορούν είτε τον τρόπο παραγωγής του εμπορεύσιμου αγαθού,  είτε τα χρησιμοποιούμενα μέσα. Υπάρχουν πρακτικές που έχουν στόχο την άμεση ικανοποίηση της ζήτησης ( πχ, ναρκωτικά) και πρακτικές που αποσκοπούν στην άμεση ικανοποίηση προσωπικών αναγκών των ληστών (πχ. Ληστεία).

Στις παράνομες πρακτικές ανήκει το λαθρεμπόριο νόμιμων αγαθών όπως τσιγάρο, αλκοόλ, αυτοκινήτων, έργων τέχνης κλπ, επίσης η τοκογλυφία, η εκβίαση, η δωροδοκία δημοσίων λειτουργών, η παράνομη διακίνηση και αποθήκευση επικίνδυνων αποβλήτων (πχ, πυρηνικών εργοστασίων), το λαθρεμπόριο πυρηνικού υλικού κά. Σ’ αυτή την κατηγορία θα μπορούσαν να ενταχθούν οι απάτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι χρηματιστηριακές απάτες και το εμπόριο πλαστών εγγράφων (διαβατηρίων, πιστοποιητικών κλπ) στις οποίες επιδίδονται συστηματικά οι επιχειρηματίες του εγκλήματος.

Η μεγάλη ζήτηση για συγκεκριμένη αγαθά ή υπηρεσίες που είναι παράνομες, εάν συνδυαστεί με τις μικρές πιθανότητες σύλληψης και τα πολύ υψηλά κέρδη, παρέχει σε παράνομες επιχειρηματικές ομάδες «ιδεώδεις συνθήκες» για να εισέλθουν στην αγορά και να επιδιώξουν την αποκόμιση οφέλους.

Η ποτοαπαγόρευση παραμονεύει το πιο γνωστό και χαρακτηριστικό παράδειγμα δημιουργίας παράνομης αγοράς. Η απαγόρευση όχι μόνο δεν επηρέασε την ζήτηση, αλλά της έδωσε έναυσμα για την ανάπτυξη οργανωμένης παράνομης παραγωγής και εμπορίας οινοπνευματωδών ποτών. Οι ομάδες που δημιουργήθηκαν, όπως πολλοί υποστηρίζουν, δεν είχαν τον «τύπο του συνδικάτου», αλλά λειτούργησαν ως εμπορικές επιχειρήσεις προσαρμοσμένες στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες κάθε περιοχής, σε στενή «συνεργασία» με την αστυνομία.

Με την ποτοαπαγόρευση το οργανωμένο έγκλημα μετασχηματίσθηκε σε συστατικό στοιχείο της δημόσιας ζωής στις ΗΠΑ. Αρκεί να αναφερθεί ότι την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης περίπου 80% των ατόμων του ποινικού μηχανισμού συνεργάσθηκαν με τις εγκληματικές επιχειρήσεις. Οι περισσότερες από τις φυσιογνωμίες του οργανωμένου εγκλήματος τα επόμενα τριάντα – σαράντα χρόνια ξεκίνησαν την καριέρα τους ως λαθρέμποροι οινοπνευματωδών ποτών.

Όπως ακριβώς στις νόμιμες αγορές έτσι και στις παράνομες επιδιώκεται η διατήρηση ενός σταθερού ποσοστού κατανάλωσης για να δικαιολογείται ο κίνδυνος και να υπάρχουν κέρδη. Η συνήθης πρακτική για την αύξηση των κερδών είναι η διεύρυνση των παρεχόμενων αγαθών και των τομέων δράσης της επιχείρησης, αφενός, και ο περιορισμός του ανταγωνισμού, αφετέρου. Ο «οργανωμένος» εγκληματίας, αν εξαιρέσουμε τις παράνομες πρακτικές που ακολουθεί, όπως βία, εκβιασμούς, δωροδοκία, για να αναπτύξει, διατηρήσει ελέγξει και διευρύνει τις επιχειρήσεις του, είναι ένας «κανονικός» επιχειρηματίας. Εξάλλου και νόμιμοι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν συχνά αήθη μέσα για την ενίσχυση των δραστηριοτήτων τους. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι όλες οι οικονομικές δραστηριότητες κινούνται σε ένα φάσμα νομιμότητας και παρανομίας: η νομιμότητα είναι ένα τυχαίο σημείο αυτού του φάσματος, το οποίο μπορεί να μετακινηθεί με τη δημιουργία νέων νομοθετικών ρυθμίσεων ή με τη χρήση παράνομων πρακτικών. Η δυναμική της αγοράς είναι εκείνη που κάνει τα όρια της νομιμότητας ρευστά, δημιουργώντας το βασικό πλαίσιο δράσης του παράνομου επιχειρηματία. Η διαχείριση επομένως είναι τελείως ρευστή.

Για την περιγραφή, ερμηνεία και πρόβλεψη της εξέλιξης του οργανωμένου εγκλήματος χρησιμοποιείται από πολλούς επιστήμονες: η θεωρία της επιχείρησης η οποία βασίζεται στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης. Τα ναρκωτικά, για παράδειγμα, είναι ένα παράνομο αγαθό, εκτός εάν χρησιμοποιούνται για συγκεκριμένες περιπτώσεις και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (πχ, ως ιατρικό σκεύασμα για την αντιμετώπιση ορισμένων ασθενειών κλπ). Η ζήτηση των ναρκωτικών δημιουργεί μια μεγάλη αγορά για τις οργανωμένες εγκληματικές ομάδες, με τεράστια κέρδη. Τι θα συνέβαινε αν νομιμοποιούντο τα ναρκωτικά ή κάποια απ’ αυτά κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις και με τον κατάλληλο έλεγχο; Τι θα συνέβαινε στο εμπόριο ναρκωτικών αν οι χρήστες μπορούσαν να προμηθεύονται τη δόση τους με νόμιμο τρόπο – όπως γίνεται σε κάποιες χώρες τα τελευταία χρόνια, σε περιορισμένη έκταση – από ένα νοσοκομείο ή φορέα, φθηνότερα απ’ ότι στην παράνομη αγορά, ή αν μια πολύ καλά οργανωμένη ενημέρωση και εκπαίδευση του κοινού μείωνε δραστικά τη ζήτηση των ναρκωτικών; Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα άλλαζαν οι συνθήκες οι οποίες ευνοούν την εκμετάλλευση της αγοράς ναρκωτικών από το οργανωμένο έγκλημα. Το προηγούμενο παράδειγμα μπορεί να απλουστεύει την πραγματικότητα, είναι ωστόσο ενδεικτικό για την συμβολή της συγκεκριμένης προσέγγισης στην αντεγκληματική πολιτική.

Το μοντέλο της επιχείρησης είναι προϊόν των κενών που προέκυψαν από έρευνες με βάση το ιεραρχικό και εθνικό μοντέλο. Το ενδιαφέρον δεν επικεντρώθηκε στους μεμονωμένους εμπόρους και τις ομάδες τους, αλλά στην οργάνωση της αγοράς για την κάλυψη των αναγκών τους.

Οι Αμερικανοί Thomas Schelling και Dwight Smith είναι οι πρώτοι επιστήμονες που επιχείρησαν να ερμηνεύσουν το οικονομικό πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος με συστηματικό τρόπο.

Ο Smith εφάρμοσε πρώτος τη γενική θεωρία των οργανώσεων στο πεδίο του οργανωμένου εγκλήματος. Κεντρικό συμπέρασμα των ερευνών του ήταν ότι στο οργανωμένο έγκλημα ισχύουν οι ίδιοι βασικοί κανόνες που κατευθύνουν τη δράση των νόμιμων επιχειρήσεων, δηλαδή η ανάγκη διατήρησης και ανάπτυξης της επιχείρησης. Στο βιβλίο του Mafia Mystique, αλλά και σε άλλες του μελέτες ο Smith διατύπωση τη «spectrum- based theory of enterprise». Σύμφωνα με τις αναλύσεις του, οι εγκληματικές επιχειρήσεις δημιουργούνται και αναπτύσσονται στην αγορά όπως και οι νόμιμες επιχειρήσεις, επιδιώκοντας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των πελατών και να ξεπεράσουν τους ανταγωνιστές τους. Η μόνη διαφορά με αυτές είναι ότι οι επιχειρήσεις του οργανωμένου εγκλήματος ασχολούνται με «παράνομα προϊόντα».

Μετά τον Smith πολλές έρευνες χρησιμοποίησαν τη θεωρία της επιχείρησης για την ανάλυση της οργανωμένης εγκληματικής δράσης.

Η Patricia Adler (1985), στην ερευνά της με την μέθοδό της συμμετοχικής παρατήρησης για το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών σε νοτιοδυτική Πολιτεία των ΗΠΑ, διαπίστωσε ότι στο πεδίο δρούσαν κυρίως « μεμονωμένοι επιχειρηματίες» και μικρές οργανώσεις ανταγωνιστικές μεταξύ τους, με χαλαρή δομή, και όχι συμπαγείς και ιεραρχικά οργανωμένες γραφειοκρατικές επιχειρήσεις που ασκούσαν μονοπωλιακό έλεγχο στην αγορά.

Ο Peter Reuter επίσης, του οποίου η συμβολή σ’ αυτό το μοντέλο είναι ιδιαίτερα σημαντική, όπως θα δούμε και πιο κάτω, σε μια έρευνα που έκανε για τοκογλύφους και για οργανωτές παράνομων παιχνιδιών στη Νέα Υόρκη, παρατήρησε ότι οι ομάδες που εμφανίζονται στην αγορά με την απαγόρευση ενός προϊόντος είναι πολλές, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολος ο έλεγχος και η μονοπώλησή της από μια επιχείρηση.

Σύμφωνα με το μοντέλο της επιχείρησης οι οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες στηρίζονται σε κοινά οικονομικά συμφέροντα και όχι σε προσωπικές σχέσεις λόγω κοινής εθνικής η φυλετικής καταγωγής. Η εγκληματική επιχείρηση χαρακτηρίζεται από διεθνοτική συνεργασία και από μη άσκηση βίας, γιατί έτσι αυξάνουν τα κέρδη της. Ανάλογα είναι και τα συμπεράσματα του Alan Block (1979) για τις οργανωμένες εγκληματικές ομάδες που δρούσαν στην πόλη της Νέας Υόρκης, στις αρχές του 20ου αιώνα. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, αν και οι Εβραίοι κυριαρχούσαν στο εμπόριο κοκαϊνης, συνεργάζονταν με Ιταλούς, Έλληνες, Ιταλούς και αφρικανικής καταγωγής. Το ίδιο διαπίστωσε και ο English (1990) στην πρόσφατη ερευνά του για τις συμμορίες των Ιρλανδών που δρουν στη Δυτική όχθη του Μανχάταν, κατά την οποία αυτές συνεργάζονται περιστασιακά με ομάδες της Cosa Nostra για την προώθηση αμοιβαίων συμφερόντων.

Όχι μόνο αμερικάνικες αλλά και ευρωπαϊκές έρευνες είχαν ανάλογα αποτελέσματα. Εκείνο που κάνει τη μελέτη για το οργανωμένο έγκλημα στην Ευρώπη ενδιαφέρουσα είναι η ποικιλομορφία των οικονομιών των διαφόρων χωρών, η διαφορετική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, οι εκτεταμένες οικονομικές ρυθμίσεις, οι περιορισμένοι έλεγχοι στα σύνορά τους και το μικρό εύρος δικαιοδοσίας που έχουν οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές.