Η πρώτη περίοδος της γενετικής ολοκληρώθηκε με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την εξόντωση της «ζωής που δεν αξίζει να την ζει κανείς» (Proctor 2004), έτσι όπως υποστήριζαν οι ναζί για το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Υπό την επίδραση του γενετικού συστήματος  γνώσης εξουσίας (όπως προσδιορίζεται από τον Foucault), έτσι όπως συγκροτήθηκε κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, οι ιδέες του πατέρα της σύγχρονης γενετικής, ευγονιστή Galton, και οι νόμοι περί κληρονομικής μεταβίβασης του πατέρα της γενετικής, και οι νόμοι περί κληρονομικής μεταβίβασης του πατέρα της γενετικής Mendel, βρήκαν απήχηση στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, μέσα από τους νόμους των υποχρεωτικών στειρώσεων και τα δικαστήρια γενετικής υγείας. Οι νόμοι περί ευγονικής, αρχίζουν στην Ευρώπη από την Γερμανία το 1905, όπου ιδρύονται οι εταιρείες ευγονικής, και στις ΗΠΑ από την Πολιτεία της Ινδιάνα το 1907, για να ακολουθήσουν το Κονέκτικατ το 1909, η Βιρτζίνια το 1924 και άλλες τριάντα περίπου Πολιτείες, όπου στο πλαίσιο της βιοπολιτικής εξουσίας του πληθυσμού αρχικά οι έγκλειστοι σε ολοπαγή ιδρύματα, όπως οι χαρακτηριζόμενοι ως πνευματικά καθυστερημένοι, φρενοβλαβείς, επιληπτικοί, και εν γένει άτομα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, φυλετικές ομάδες (πχ Αφροαμερικανοί) κά, καθώς και όσοι χαρακτηρίζονταν «φαινομενικά φυσιολογικά άτομα», υποβλήθηκαν σε στειρώσεις στις σχετικές κλινικές, με «όραμα» τη βελτίωση του αμερικάνικου πληθυσμού, δηλαδή τον «αμερικάνικο βιολογικό εφιάλτη» (Τρουμπέτα 2014), στο πλαίσιο της επιβολής της κανονικότητας (γενετικής) από την ελίτ της κοινωνίας. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Τρουμπέτα (2014) η επινόηση και εφαρμογή των στειρώσεων χωρίς νομική κάλυψη είχε ξεκινήσει ήδη από τον 19ο αιώνα, με ενδεικτικό το παράδειγμα ενός γιατρού στο Kansas το 1894, ο οποίος διενεργούσε στειρώσεις σε νεαρά άτομα στο Kansas Asylum for Idiot and Feeble – Minded Youths. Τη «γυμνή ζωή» θα ακολουθήσει η θανατοπολιτική  του γερμανικού ναζισμού του Χίτλερ και των SS στο πλαίσιο της εφαρμοσμένης γενετικής, στο βωμό της γενετικής καθαρότητας φυλετικής υγιεινής (rassen hygiene) του γερμανικού πληθυσμού από τους γενετικά «ελαττωματικούς».

Οι μαζικές στειρώσεις και ευθανασίες του ναζισμού διενεργήθηκαν στο πλαίσιο του επονομαζόμενου προγράμματος Τ-4 όπου από το 1939 και μέχρι την «Τελική λύση», μέσα από νόμους όπως για την «πρόληψη των κληρονομικών ασθενειών», «περί προστασίας του αίματος» (Νυρεμβέργη 1935), ενώ Εβραίοι, Σλάβοι, Τσιγγάνοι, αιχμάλωτοι πολέμου, κομμουνιστές, ομοφυλόφιλοι, εγκληματίες, αλκοολικοί, διανοητικά καθυστερημένοι, φρενοβλαβείς, φυματικοί, άστεγοι, άνεργοι, και όσοι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις της «γενετικής καθαρότητας» αποκλείστηκαν από κάθε τομέα, όπως η εργασία (Νόμος περί Δημοσίων Υπαλλήλων 1933), οδηγήθηκαν σε καραντίνα, σε στειρώσεις και εν συνεχεία στο στρατόπεδο εξόντωσης, όπου θανατώνονταν με δηλητηριώδη αέρια, εκτελέσεις, ενέσεις, και ιατρικά πειράματα, χορήγηση υπερβολικής δόσης φαρμάκων, ασιτίας κά.

Υπό την επίδραση του Lombroso, το καθήκον της ναζιστικής εγκληματοβιολογίας, όπως αναφέρει ο ψυχίατρος Ritter (1940) ήταν «να ανακαλύψει αν μπορούν ή όχι να εντοπιστούν συγκεκριμένες ενδείξεις που να επιτρέπουν στην πρώιμη ανίχνευση της εγκληματικής συμπεριφοράς – ενδείξεις οι οποίες, με λίγα λόγια, θα επέτρεπαν την αναγνώριση των εγκληματικών τάσεων πριν από την πραγματική έναρξη της εγκληματικής σταδιοδρομίας». Οι έγκλειστοι των φυλακών θα έπρεπε να εξεταστούν στα αντίστοιχα κέντρα διερεύνησης της γενετικής και φυλετικής ιδιαιτερότητας του εγκλήματος, τα οποία ίδρυσε ο υπουργός Δικαιοσύνης του Χίτλερ, Franz Gurtner το 1936. Μολονότι οι εγκληματίες αρχικά τοποθετήθηκαν αρχικά από τους ναζί ως επόπτες (Κάπο) στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οδηγήθηκαν και αυτοί στη θανάτωση, υπό την έννοια ότι ο «κίνδυνος» της διάπραξης εγκλήματος συνδέθηκε με τη φυλή και τη ψυχική ασθένεια. Οι μελέτες οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο σημαντικό έργο των Becker και Wetzell σκιαγραφούν την ιστορία της εγκληματολογίας και τις εφαρμογές των «επιστημόνων» στους χαρακτηρισμένους ως εγκληματίες.

Οι ευγονικές πολιτικές επηρέασαν και την Ελλάδα με ενδεικτικό το παράδειγμα του προγράμματος «πρακτικής ευγονικής» του παιδιάτρου και φιλελεύθερου πολιτικού Σπυρίδωνα Δοξιάδη (1933), το οποίο είχε ως στόχο να «διατηρήσει τα κληρονομικά κεφάλαια των οικογενειών που τα έχουν, να καλυτερεύσει τους όρους και τας συνθήκες της ζωής και να εξουδετερώσει όλα εκείνα τα κληρονομικά κεφάλαια των οικογενειών που τα έχουν, να καλυτερεύσει τους όρους και τας συνθήκες της ζωής των και να εξουδετερώσει όλα εκείνα τα κληρονομικά στίγματα τα οποία επιβαρύνουν τόσας οικογένειας σήμερα» (Τρουμπέτα 2014), υπό την έννοια ότι «οι λειτουργίες του αίματος και των γονιδίων – αόρατες στην εξωτερική παρατήρηση – έδωσαν τροφή στις φαντασιώσεις των ευγονιστών». Παράλληλα, στα επιμέρους μέτρα που πρότεινε ο (Δοξιάδης) για την επίτευξη του τελικού σκοπού, συμπεριλαμβάνονταν «η καταπολέμηση των αφροδισίων νοσημάτων, ο περιορισμός της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, μια κατάλληλη οικογενειακή πολιτική, μέτρα ελέγχου του γάμου και της αναπαραγωγής, και ο αποκλεισμός από την αναπαραγωγή όλων των οργανισμών εκείνων οι οποίοι ένεκα της ψυχικής ή σωματικής ελαττωματικότητας μπορούν να αποβούν να αποβούν επικίνδυνοι δια την υγεία της φυλής».

Πηγή:Eγκληματολογία της γενετικής –Χρήστος Κουρουτζάς