Η ιδιαιτερότητα της μεταβίβασης στην ψύχωση

 

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ SCHREBER

Όπως ήδη αναφερθήκαμε, η μελέτη της ιδιαίτερης λειτουργίας της μεταβίβασης μεταξύ ενός ψυχωτικού ασθενούς και του θεραπευτή του μας οδηγεί στη διερεύνηση των ιδιαίτερων επενδύσεων στα αντικείμενα, με τους ψυχικούς μηχανικούς που ο ίδιος μπορεί να δημιουργήσει.

Ο Freud (1911) στο διάσημο άρθρο του «Ψυχαναλυτικές παρατηρήσεις σχετικά με την αυτοβιογραφία μιας περίπτωσης παράνοιας» καταδεικνύει την ιδιαίτερη μορφή των μεταβιβαστικών φαινομένων.

Ο Freud διατυπώνει με ενάργεια αφενός την ύπαρξη μιας «μεταβίβασης» μεταξύ του προέδρου Schreber (παρανοϊκού ασθενούς τον οποίο δεν γνώριζε παρά μόνο μέσα από τα κείμενά του) και του γιατρού Flecshig, αφετέρου αναδεικνύει τη σταδιακή εγκατάσταση αυτού που ονομάζουμε «παραλήρημα της μεταβίβασης», το οποίο και προσπαθεί να περιγράψει διεξοδικά υποδεικνύοντας το ρόλο του θεραπευτή ως αναπόσπαστο τμήματός του.

Ωστόσο, μεταβιβαστικά φαινόμενα της παράνοιας, που εντοπίζει ο Freud διακρίνονται από έναν ιδιαίτερο αμυντικό μηχανισμό, ο οποίος ναι μεν δεν απαντάται αποκλειστικά στις ψυχώσεις, αλλά εντούτοις εκεί εκδηλώνεται πληρέστερα: πρόκειται για τον μηχανισμό της προβολής που συνοδεύει την επικράτηση των θορυβωδών συμπτωμάτων.

Κύριο χαρακτηριστικό του γνώρισμα αποτελεί η μετατροπή του συναισθήματος που κυοφορείται εντός του ασθενούς και που συνοδεύει την εξωτερίκευση του καταδιωκτικού παραληρήματος με το οποίο προσδίδεται σε ένα πρόσωπο μια τέτοια ισχύ ώστε να καθιστά εύλογη την αναγωγή του σε μια μεγαλειώδη γονεϊκή φυσιογνωμία. Η απαίτηση της αναπλήρωσης της επιτυγχάνει την παραμόρφωση μιας τυχαίας φυσιογνωμίας ώστε να αποτελέσει το υποκατάστατο της πρώτης.

Όταν ο Schreber προβαίνει στις αποκαλύψεις των αντιτιθέμενων παραληρηματικών του επιφοιτήσεων και συναισθημάτων του που αφορούν στη συγγραφική αναφορική αναπαράσταση του ιατρού Flecshig, προδίδει απροκάλυπτα την εξαιρετικά έντονη μεταβιβαστική πορεία της οποίας η πρωταρχική σημασία έγκειται στη σύναψη μιας σχέσης μ’ έναν ως εκείνη τη στιγμή «αδιάφορο» θεραπευτή. Τωότι ο Flecshig θα συγκεντρώσει πάνω του το συγκηνισιακό ρεύμα μιας ομοφυλοφιλικής τάσης, την οποία ο ασθενής θα αποδώσει μεταξύ άλλων στην παθητικότητα μιας φαντασίωσης εκδήλωσης- μιας μόνιμης και ισχυρής διάθεσης σεξουαλικής υποταγής απέναντι σε μια παρουσία που δεν αποστρακίζεται από την ψυχή του από την ψυχή που νόσησε.

Ο αμυντικός αγώνας εναντίον της κατίσχυσης των ομοφυλοφυλικών ροπών θα αποτελέσει την προϋπόθεση για την επιβολή του καταδιωκτικού παραληρήματος. Αντί να κατακυριευθεί το Εγώ από το πολυπόθητο αντικείμενο, μεταποιείται η ίδια η φυσιογνωμία της ερωτικής λατρείας σ’ ένα διώκτη, σ’ ένα μισητό πρόσωπο – όπως στην περίπτωση του Flecshig. Παράλληλα η συμμετοχή του τελευταίου στις υπερφυσικές εμπειρίες του ασθενούς, η αυτονόητη μύησή του στις οπτασίες του Schreber αποκαλύπτει την ιδιωτικότερη εξοικείωση με τις επινοήσεις του.

Ο Schreber θα αντικαταστήσει ή καλύτερα θα συμπληρώσει την παρουσία του ιατρού με την παρουσία και την ανάμειξη του Θεού στις οποίες υποβάλλεται το σώμα και η ψυχή του. Αυτό όμως θα του επιτρέψει να συναγάγει το συμπέρασμα πως η ανυπόφορη καταδίωξη – ή η αγάπη – υπαγορεύεται από τη βούληση ενός υπεραισθητού όντος και πως η «κατήργηση του ανδρισμού» του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ύβρις.

Η σχέση του Schreber προς το διώκτη του ή η σχέση του παρανοϊκού προς το θεραπευτή δεν είναι μονοδιάστατη ή τουλάχιστον δεν είναι εξακολουθητικά ένα προϊόν παρανοϊκών παραποιήσεων. Γιατί από τη μια πλευρά η ψυχή του Flecshig ενέχεται για τις φαντασιωσικές σεξουαλικές εκτροπές, ενώ από μία δεύτερη ο πραγματικός Flecshig σκιαγραφείται στα απομνημονεύματά του σύμφωνα με τις δεδομένες επαγγελματικές του ιδιότητες και ανάγκες.

Πως μετατρέπεται ο πραγματικός Flecshig σε ένα διώκτη; Κατά τον Freud μια εσωτερική αντίληψη παραμορφώνεται για να μεταποιηθεί σε μια εξωτερική αντίληψη, καθώς η πρώτη οφείλει να καταπιεσθεί γιατί ο εαυτός αντιτίθεται στο περιεχόμενό της: στο λιβιδινικό ομοφυλοφυλικό ρίγος. Η αντιστροφή της συναισθηματικής χροιάς που συντελείται στον εσωτερικό χώρο- στην προκειμένη περίπτωση διαμέσου της μεταβολής της αγάπης σε μίσος- ακολουθείται από την προβολή της σημασίας τους συναισθήματος ως εξωτερικής δύναμης. Φορέας της συναισθηματικής σημασίας είναι ο διώκτης, ο οποίος και δικαιολογεί την εσώτερη μεταμόρφωση της συναισθηματικής ροπής: ένας πανταχού παρών ανελέητος διώκτης –ιατρός δεν μπορεί παρά να μισηθεί (και όχι να αγαπάται)!

Για πρώτη φορά στην εν λόγω πραγματεία σε συγκινησιακές δονήσεις που διαμορφώνονται κατά τη μεταβίβαση ενός παρανοϊκού θα εκληφθούν ως ένδειξη επαναγκατάστασης μιας αρχέγονης σχέσης ανάμεσα στον υιό και τον πατέρα, η οποία αιτιολογεί και τη σφοδρότητα των αμφιθυμικών παραληρηματικών φαντασιών. Ως γνωστόν, ο Schreber εκδηλώνει τόσο πειθήνεια καθυπόταξη απέναντι στο Θεό όσο και στη φαντασίωση του στασιαστού- Freud. Με το καταδιωκτικό παραλήρημα- που συνιστά ένα σύμπτωμα και που διαποτίζει το μεταβιβαστικό καθεστώς-έχουμε την επαναφορά ενός αρχαϊκού δεσμού με την βοήθεια του οποίου επιχειρείται η εκ νέου επαφή με τον κόσμο. Ο γιατρός δεν είναι μόνο μάρτυρας μιας αποσυνθετικής διεργασίας αλλά αντίθετα μιας διαδικασίας ανάρρωσης, στην οποία διαδραματίζει έναν κεντρικό ρόλο.

Πηγή:Σχιζοφρένεια Φαινομενολογική και ψυχαναλυτική προσέγγιση