Η ιδιωτική ασφάλεια

 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά το προσωπικό των πρακτορείων, των υπηρεσιών ασφαλείας και των επιχειρήσεων που παράγουν, πωλούν και εγκαθιστούν εξοπλισμούς ασφάλειας υπερβαίνουν το προσωπικό της αστυνομίας, του ποινικού δικαστικού σώματος και του σωφρονιστικού τομέα μαζί. Περιέργως, αυτός ο μεγάλος στρατός της πρόληψης διέφυγε για μεγάλο χρονικό διάστημα της προσοχής των παρατηρητών.

Ο κόσμος δεν γνωρίζει αρκετά ότι οι φύλακες ασφαλείας και άλλοι παρατηρητές διεξάγουν μέρα νύχτα αγώνα κατά της μικρής εγκληματικότητας. Στα σούπερ μάρκετ, στα μεγάλα καταστήματα, στα εμπορικά κέντρα, αγωνίζονται βήμα προς βήμα ενάντια στις κλοπές πραγμάτων εκτεθιμένων στα ράφια, ενάντια στις νοθείες και τους βανδαλισμούς. Στα νοσοκομεία, στα μετρό, στις αίθουσες των μικρών καταστημάτων περιορίζουν όπως και να έχει τις απρέπειες. Σ’ αυτούς τους μεγάλους χώρους, όπου συνωστι χιίζονταλιάδες άνθρωποι, τους έχει ανατεθεί να διαχειρίζονται με ηπιότητα τα προβλήματα που προκαλούν οι αλκοολικοί, οι αλήτες, οι βάνδαλοι και οι πνευματικά ασταθείς σε κρίση. Από την στιγμή που οι έμποροι και οι διαχειριστές συνειδητοποίησαν την απειλή που αντιπροσώπευε η αύξηση των μικροκλοπών, των νοθειών και των απρεπειών, πολύ γρήγορα κατάλαβαν ότι η δημόσια αστυνομία ήταν φορτωμένη με προβλήματα πολύ πιο σοβαρά. Η ιδιωτική ασφάλεια εμφανίστηκε τότε ως καταφύγιο. Με αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκε κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα ένας πρωτόγνωρος κόσμος κοινωνικού ελέγχου, ο οποίος, επειδή υπαγόταν στους κανόνες της οικονομίας της αγοράς, όφειλε να χρησιμοποιεί τιμές ανταγωνιστικές και να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του πελάτη χωρίς να επιδρά στην ρευστή λειτουργία των ενεργειών του. Και επειδή οι περισσότεροι από τους φύλακες ασφάλειας δεν είχαν ούτε το δικαίωμα να είναι οπλισμένοι, ούτε το δικαίωμα κράτησης ενός υπόπτου, έπρεπε να επιτύχουν αποτελέσματα χωρίς να προσφεύγουν στον καταναγκασμό. Κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού, οι ειδικοί της ασφάλειας πρόσφεραν τότε μια κλίμακα ολοένα και πιο διαφοροποιημένη προσιτών αγαθών και προσιτών υπηρεσιών. Αναγκασμένοι να ενεργήσουν χωρίς να εμποδίζουν τις κανονικές δραστηριότητες των πελατών τους, σκέφτηκαν μεθόδους ευχάριστες, εύχρηστες και διακριτικές. Όντας σ’ αυτούς απαγορευμένη η καταστολή, επινόησαν μια εμπειρική παραλλαγή κατά περίσταση πρόληψης.

 

Το φαινόμενο –Ορισμός

Η έκφραση «ιδιωτική ασφάλεια» δεν δημιουργεί δυσκολίες όταν τίθεται θέμα ενός πρακτορείου παροχής φυλάκων, επιφορτισμένου με την φύλαξη ενός εμπορικού κέντρου ή της υπηρεσίας ασφαλείας της εταιρίας IBM. Η χρήση όμως επέβαλε να εμπεριέχονται στην ιδιωτική ασφάλεια οι υπηρεσίες που έχουν ορισθεί για την προστασία εταιριών του Κράτους, όπως οι εθνικοποιημένες τράπεζες ή οι κρατικοί οργανισμοί ηλεκτρικού ρεύματος και οι δημόσιες υπηρεσίες, όπως τα νοσοκομεία ή τα αεροδρόμια. Μαζί με τον Brodeur (1995), θα μπορούμε πάντοτε να χαρακτηρίσουμε ως υβρίδια αυτά τα κατά το ήμισυ ιδιωτικά και κατά το ήμισυ δημόσια συστήματα, τι να πει όμως κανείς για τους υπαλλήλους τους επιφορτισμένους με την ασφάλεια μέσα στα κυβερνητικά κτίρια; Αυτοί, εξαρτώνται κατευθείαν από το Κράτος και παρόλα αυτά είμαστε υποχρεωμένοι να τους εξομοιώνουμε με την ιδιωτική ασφάλεια. Και οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι το σκέφτονται επίσης, και η απόδειξη είναι ότι συχνά αποτελούν μέλη εταιριών ιδιωτικής ασφάλειας όπως είναι η καναδική Εταιρία βιομηχανικής ασφάλειας. Τι το κοινό έχουν οι οργανισμοί που η συνήθεια τοποθετεί κάτω από την ομπρέλα της ιδιωτικής ασφάλειας; Η απάντηση η πιο προφανής είναι ότι οι οργανισμοί αυτοί προσφέρουν μια ασφάλεια προσδιορισμένη, μια προστασία από την οποία επωφελείται ένας ιδιώτης πελάτης ή ένας ορισμένος χώρος. Ενώ αποστολή της εθνικής αστυνομίας είναι να βασιλεύει παντού η ασφάλεια, το πρακτορείο ή η υπηρεσία ασφάλειας προστατεύει μόνο τα συμφέροντα του πελάτη της και δεν δίνει λογαριασμό παρά μόνο σε αυτόν. Η ιδιωτική ασφάλεια είναι στην πραγματικότητα μια ασφάλεια ατομική, αφορά μόνο στις ανάγκες του πελάτη, έτσι όπως ο ίδιος το καθορίζει, χαρακτηρίζεται προπάντων από την σχέση προμηθευτή – πελάτη και από μια οριοθετημένη αποστολή, την εξασφάλιση της ασφάλειας ορισμένων χώρων, ορισμένων προσώπων ή ορισμένων δικτύων, εξαιρουμένου παντός άλλου χώρου, παντός άλλου προσώπου, παντός άλλου δικτύου. Από την πλευρά της, η δημόσια ασφάλεια αναλαμβάνει πιο εκτεταμένες και πιο διάχυτες ευθύνες, επεκτείνει την προστατευτική της ομπρέλα σε όλη την κοινότητα και συντελεί στον σεβασμό του νόμου από όλους, συλλαμβάνοντας τους εγκληματίες και παραπέμποντάς τους στην δικαιοσύνη. Η διαφορά ανάμεσα στην ιδιωτική ασφάλεια και στην αστυνομία προκύπτει από τον ορισμό της αστυνομίας που δίνει ο Loubet del Bayle. Σύμφωνα λοιπόν με τον Loubet del Bayle, υπάρχει, «αστυνομική ενέργεια» όταν μέγιστες επόψεις της κοινωνικής ρύθμισης έχουν εξασφαλισθεί από μια δομή που ενεργεί στο όνομα της ομάδας και έχει τη δυνατότητα «χρησιμοποιήσει τη σωματική ασφάλεια ως ύστατη λύση». Προσθέτει, ότι η λειτουργία αυτή είναι ουσιώδης από κοινού με την πολιτική οργάνωση. Τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιδιωτικής ασφάλειας είναι ολοφάνερα:

  • Η ιδιωτική ασφάλεια δεν ενεργεί στο όνομα της ομάδας αλλά στο όνομα του πελάτη της.
  • Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις διαθέτει την εξουσία να χρησιμοποιήσει δύναμη, προπάντων, επιτηρεί και προλαμβάνει.
  • Δεν εξαρτάται από την πολιτική εξουσία, αλλά διέπεται κατά κύριο λόγο από τους νόμους της αγοράς.

Αυτός ο πρόλογος οδηγεί σε ένα ορισμό: Με τον όρο ιδιωτική ασφάλεια η ατομική ασφάλεια εννοούμε το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που χρησιμεύουν για την προστασία των προσώπων, των περιουσιακών αγαθών και της πληροφόρησης που οι ειδικοί προσφέρουν σε οργανώσεις για να προσφέρουν αυτές να ανταποκριθούν στις ατομικές τους ανάγκες.