Η συναισθηματική και ιδεολογική σχέση του ατόμου με την κοινωνία

Στοιχείο και συντελεστής της συνοχής μιας κοινωνικής ομάδας και ενός πολιτιστικού μορφώματος είναι η υποκειμενική στάση των ανθρώπων που αποδέχονται ως δικό τους το υφιστάμενο πολιτιστικό μόρφωμα, αποδεχόμενοι με τη μορφή συναισθηματικής ταύτισης μαζί τους, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα που το διακρίνουν από άλλα πολιτιστικά μορφώματα. Η κοινότητα και όχι η μεγάλη κοινωνία αποτελεί συνήθως το κοινωνικό και πολιτιστικό πεδίο στο οποίο διαμορφώνονται στενές σχέσεις του ατόμου με τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα που παίρνουν τον χαρακτήρα της ταύτισης μαζί τους, με προεκτάσεις και στη σχέση του με την συγκεκριμένη συλλογικότητα, τη συγκεκριμένη κοινότητα. Το άτομο αναπτύσσει ένα εθισμό που έχει έντονα επάνω του το στοιχείο της ψυχικής ευεξίας συμμετέχοντας στην άσκηση αυτών των συνηθειών, των ηθών και των εθίμων μαζί με τα άλλα μέλη της κοινότητας, φτάνοντας συχνά σε βαθμό συναισθηματικής μέθεξης.

Αυτό αφορούσε περισσότερο τις λεγόμενες παραδοσιακές κοινωνίες και όχι τις σύγχρονες κοινωνίες. Ωστόσο υπάρχει και στις σύγχρονες κοινωνίες μια ανάγκη των ανθρώπων να ταυτισθούν συναισθηματικά με μια ανθρώπινη κοινότητα, με μια συλλογικότητα που τη θεωρούν ως δική τους. Είναι όμως αυτή η ανάγκη για τους περισσότερους ανεκπλήρωτη, ενώ και εκείνοι που κατά καιρούς συμμετέχουν σε διάφορες γιορτές και συνάξεις, δεν φτάνουν ποτέ στο σημείο της ταύτισης. Πράγμα που σημαίνει ότι η σχέση μαζί της δεν αποτελεί πρώτιστο και πολύ λιγότερο αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της προσωπικής τους ταυτότητας. Και επειδή η κοινότητα αυτή υπάρχει και λειτουργεί μόνο ευκαιριακά, και από την άποψη αυτή θα μπορούσε κανείς να πει κανείς ότι είναι μια αφηρημένη και όχι συγκεκριμένη κοινότητα, συλλογικότητα.

Μόνο που κατά περίπτωση συναντά κανείς ανθρώπους που συμμετέχοντας σε τέτοιες ευκαιριακές συνάξεις θεωρούν εσωτερική ανάγκη να επιδείξουν π.χ. τη χορευτική ή την τραγουδιστική τους δεινότητα ως μορφή έκφρασης μιας σημαντικής πλευράς της προσωπικότητας τους,  της προσωπικής τους ταυτότητας. Ενώ εκείνοι που παρακολουθούν την επίδειξη, δεν έχουν την αίσθηση ότι έχουν ανακαλύψει μια σημαντική πλευρά της προσωπικής ταυτότητας του συγκεκριμένου ατόμου. Την αίσθηση ότι αυτό που έκανε είναι βασικό στοιχείο της ταύτισης του μαζί τους ως μέλος μιας συλλογικότητας με την οποία και το ίδιο το άτομο είναι ταυτισμένο. Αυτή η εποχή έχει παρέλθει και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα υπάρξουν τέτοιες ανθρώπινες κοινότητες. Αυτό δεν έχει να κάνει με το γεγονός ότι η κουλτούρα τώρα πια δεν διαμορφώνεται κατά έναν αυθόρμητο τρόπο από τους ανθρώπους που συγκροτούν ανθρώπινες κοινότητες με μεγάλο βαθμό πολιτιστικής εσωστρέφειας ή οποία όμως η ίδια παράγει κουλτούρα μέσα από την επανάληψη της σε μια διαδικασία της συνέχειας που καλύπτει πολλές γενιές ακόμα και εκατοντάδες γενεών.

Στο σύγχρονο κόσμο αυτή η οδός συναισθηματικής ταύτισης με μια κοινωνική ομάδα, με μια κοινότητα, μια συλλογικότητα δεν ενδείκνυται. Άλλα, κοινά συμφέροντα και ενδιαφέροντα ή και κοινές εμπειρίες από την εργασιακή συνεργασία, ή/και από την κοινή συμμετοχή σε κοινωνικούς αγώνες, ή ακόμα η συμμετοχή σε κοινές αθλητικές δραστηριότητες – για μικρότερες ή μεγαλύτερες ομάδες ατόμων- είναι εκείνες οι δραστηριότητες και τα σύνδρομα συναισθήματα που δένουν συναισθηματικά τους ανθρώπους. Ενώ σε ευρεία έκταση δημιουργούνται ταυτίσεις οπαδών στο χώρο του αθλητισμού, κυρίως του ποδοσφαίρου, αλλά και της πολιτικής όπου ο αυθορμητισμός αντικαθίσταται από την χειραγώγηση στην οποία υπόκεινται πολλά από αυτά τα άτομα – ενώ στο χώρο της πολιτικής μπορεί να υπάρξουν περισσότερες γνήσιες ταυτίσεις από άτομα τα οποία συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική στους πολιτικούς αγώνες. Και είναι αυτή η συμμετοχή συχνά σημαντικό στοιχείο της προσωπικής ταυτότητας του ατόμου.

Στο επίπεδο αυτό οι συμβολισμοί παίζουν σημαντικό έως και αποφασιστικό ρόλο στη ταύτιση των ατόμων με την ομάδα ανθρώπων, την κοινότητα ή και την κοινωνία στην οποία ανήκουν ή αισθάνονται ότι ανήκουν ή θέλουν να ανήκουν. Αξίζει στο σημείο αυτό να πω ότι συνήθως άτομα με χαμηλής έντασης αυτονομία του προσώπου τους ή και χωρίς αυτονομία αισθάνονται την ανάγκη προσδιορισμού της ατομικής τους ταυτότητας ταυτιζόμενοι με μια ομάδα, μια κοινότητα ανθρώπων της οποίας τα κυρίαρχα γνωρίσματα επιδιώκουν να τα ενστερνιστούν και να τα οικοδομήσουν στη δική τους ταυτότητα. Βέβαια, όπως έχω πει και αλλού, αυτή η ταυτότητα είναι ένα ψευδεπίγραφο ταυτότητας, αφού δεν έχει πάνω της το καθοριστικό γνώρισμα της αυτόνομης επιλογής, και επομένως της ιδιαιτερότητας της προσωπικότητας του ατόμου. Και μαζί με αυτό το προσωπικό στίγμα της συναισθηματικής ταύτισης του ατόμου με την κοινότητα στην οποία επέλεξε να ανήκει. Βέβαια, στην περίπτωση των φανατικών οπαδών π.χ. μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, κυρίαρχη είναι η συναισθηματική ταύτιση αλλά μαζί, όμως, και ο κομφορμισμός στη συμπεριφορά των οπαδών. Αυτό εξάλλου το επιδιώκει και η κατευθυνόμενη χειραγώγησή τους. Με προεκτάσεις του κομφορμισμού ακόμα και στον τρόπο εκδήλωσης των συναισθημάτων τους, που είναι και στοιχείο ένδειξης για την ταύτισή τους με την ποδοσφαιρική, ας πούμε, κοινότητα. Το ίδιο συμβαίνει βέβαια και με τους «θαυμαστές» των ειδώλων του τραγουδιού, γενικά των λεγόμενων σταρ όπου συχνά κυρίαρχα είναι και τα στοιχεία της υστερίας στη συμπεριφορά των οπαδών – και εδώ βέβαια η κατευθυνόμενη χειραγώγηση παίζει το δικό της, συχνά, αποφασιστικό ρόλο.  Συνήθως αυτή η συμπεριφορά παρατηρείται σε συναυλίες ή στα γήπεδα, δηλαδή με την παρουσία μιας μεγαλύτερης ή μικρότερης ομάδας ανθρώπων με τα ίδια αισθήματα ή ακόμα και με την ανάγκη να εκφραστούν με αυτό τον τρόπο. Βέβαια σε αυτή τη συμπεριφορά παίζει ρόλο η παρουσία των ΜΜΕ. Πρόκειται για ένα φαινόμενο με μεγάλη και αυτό βιβλιογραφία, αλλά και με σταθερό το σχολιασμό του από διάφορους ειδικούς μελετητές και από δημοσιογράφους, κατά κύριο λόγο. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη αναλυτική αναφορά στο φαινόμενο.

Μένοντας στο ποδόσφαιρο θα συμφωνούσα με την εκτίμηση ότι απόψεις όπως το ποδόσφαιρο είναι μια ψευδο – θρησκεία είναι ακατάλληλες για την κατανόηση του φαινομένου και για την ερμηνεία της συμπεριφοράς των οπαδών στα γήπεδα. Καθώς και με την άποψη ότι είναι δύσκολη ή και ακατόρθωτη πλέον η επιστροφή σε προηγούμενες εποχές που το ποδόσφαιρο ήταν ένα παιχνίδι με το οποίο μπορούσε να διασκεδάσει όλη η οικογένεια.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η παρατήρηση ότι η συναισθηματική ταύτιση με ένα σύνολο ανθρώπων, ειδικότερα όταν αυτή έχει τα στοιχεία του οπαδού, κατά κανόνα συνοδεύεται από την αντιπάθεια προς ένα άλλο σύνολο, προς μια άλλη ομάδα ανθρώπων, που εμφανίζεται ως ο αντίπαλος της σε ότι αφορά το κύρος της, την αξία  που της έχουν δώσει όσοι ταυτίζονται με αυτή ή/ και το κύρος και την αξία που έχει δώσει σε αυτή η ευρύτερη κοινωνία. Αυτό συμβαίνει όταν η ταύτιση με τη συγκεκριμένη ομάδα ή το συγκεκριμένο σύνολο ανθρώπων, των οπαδών, βιώνεται ως στοιχείο ταύτισης του ατόμου με τον εαυτό του. Μάλιστα, στην περίπτωση που στο συναίσθημα της ταύτισης υπεισέρχεται το στοιχείο του ρατσισμού η απόρριψη του «εχθρικού» συμβόλου συνεπάγεται και την απόρριψη του ατόμου που είναι ταυτισμένο με αυτό. Η συνειδησιακή – ψυχολογική διαδικασία που οδηγεί σε αυτή τη συμπεριφορά επηρεάζει αρνητικά την προσωπικότητα του ατόμου. Το άτομο χάνει την ανθρωπιά του, ακόμα και όταν ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ενισχύονται τα φιλικά αισθήματα προς τους «δικούς» του, προς τους ομοϊδεάτες του, τους οπαδούς του. Αυτό επηρεάζει μειωτικά – αρνητικά την αυτονομία της προσωπικότητάς του η οποία στην περίπτωση του φανατικού κομφορμιστή μπορεί να εξουδετερωθεί ολοσχερώς.

Στην περίπτωση αυτή η απόρριψη του άλλου, του διαφορετικού ενισχύεται και από το γεγονός ότι η περίσπαση του θετικού συναισθήματος (το οποίο λειτουργεί ως οικοδομικό υλικό της ταυτότητας του ατόμου) και σε αντικείμενα (σύμβολα) που αποτελούν οικοδομικό υλικό του αντίπαλου ή του «εχθρού» μειώνει και την ίδια την αυτονομία της ταυτότητάς του – όπως αντιλαμβάνεται ένα τέτοιο άτομο την έννοια της αυτονομίας του ατόμου. Πρόκειται για μια εγωκεντρική αντίληψη για την αυτονομία του ατόμου οριζόμενη με τους όρους του κομφορμισμού ή του ρατσισμού. Δηλαδή πρόκειται για μια αντίληψη η οποία βρίσκεται στην αντίπερα όχθη της φιλοσοφικής αντίληψης για την αυτονομία του ατόμου. Στη φιλοσοφική αντίληψη η «περίσπαση» του ενδιαφέροντος και της θετικής στάσης απέναντι σε άτομα άλλου πολιτισμού αυξάνει, αντί να μειώνει την αυτονομία του ατόμου, αφού έτσι το άτομο μπορεί να κατανοήσει και να επικοινωνήσει θετικά και με ανθρώπους που προηγούμενα δεν επικοινωνούσε. Μπορεί δηλαδή το άτομο να εμπλουτίσει την ανθρώπινη κουλτούρα του, εμπλουτίζοντας έτσι και το περιεχόμενο της προσωπικότητάς του, αλλά και την κοινωνική, την ανθρωπιστική ειδολογική του λειτουργία. Με άλλα λόγια να γίνει περισσότερο άνθρωπος.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΚΑΛΙΟΣ