Η χαμένη τιμή της εγκληματολογίας

 

(Τηλέμαχος Τεράσης)

 

 

Sheffield and Berleley 1976

Ίσως δεν θα έπρεπε να έχουμε καθόλου εγκληματολογία. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να καταργούμε ινστιτούτα, όχι να τα ιδρύουμε. Ίσως οι κοινωνικές συνέπειες της εγκληματολογίας είναι πιο ύποπτες απ’ ότι θέλουμε να πιστεύουμε. Εγώ πιστεύω ότι είναι!

 

Οι φράσεις αυτές του Nils Christie μάλλον προκάλεσαν έκπληξη στο ακροατήριο του εκείνο το βράδυ της 31ης Μαρτίου στο Πανεπιστήμιο του Sheffield. Σίγουρα το τελευταίο που θα περίμεναν να ακούσουν στα εγκαίνια ενός Κέντρου Εγκληματολογικών Σπουδών – και μάλιστα από έναν εξέχοντα συνάδελφό τους – ήταν η τόσο απόλυτη απόρριψη του κλάδου, η καταγγελία για τις «ύποπτες συνέπειες» (άρα και «ύποπτες προθέσεις») της εγκληματολογίας.

Από την άλλη βέβαια, ίσως να μην επρόκειτο για κεραυνό εν αιθρία: Η επιστημολογική και ιδεολογική αμφισβήτηση του κλάδου είχε ήδη αρχίσει τόσο στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού όσο και στην ίδια την στην ίδια την Βρετανία. Ήταν ένας μάλιστα άνθρωπος του Sheffield, o Ian Taylor, που μαζί με τους Paul Walton και Jock Young είχαν θέσει μερικά χρόνια πριν (1973) το θεμέλιο λίθο της Νέας Εγκληματολογίας με το ομώνυμο βιβλίο τους. Εξ άλλου, είναι πιθανό κάποιοι από το ακροατήριο να είχαν διαβάσει το έργο ενός γάλλου διανοητή που δεν έκρυβε την απεχθειά του για την εγκληματολογία.

  • Έχεις διαβάσει ποτέ εγκληματολογικά κείμενα; Είναι εκπληκτικά. Και το λέω αυτό από κατάπληξη, όχι επιθετικότητα, επειδή δεν μπορώ δεν μπορώ να καταλάβω πως ο εγκληματολογικός λόγος μπόρεσε να συνεχισθεί σε αυτό το επίπεδο. Έχει κανείς την εντύπωση ότι έχει τόση χρησιμότητα, είναι τόσο απαραίτητος, και τόσο ζωντανής σημασίας για τη λειτουργία του συστήματος, ώστε δεν θεωρεί αναγκαίο να αναζητήσει κάποια θεωρητική κάλυψη ή ακόμα απλά ένα συνεκτικό πλαίσιο. Είναι απόλυτα ωφελιμιστικός!

 

Εκείνο που ίσως δεν ήταν ακόμη σαφές στο ακροατήριο ήταν ότι η εγκληματολογία είχε ήδη εισέλθει σε μια κρίσιμη ιστορική της φάση, η οποία, μέσα από επιστημολογικές και πολιτικές εξελίξεις, οδήγησε στην κορύφωση της κρίσης, με τελική κατάληξη την απώλεια της επιστημονικής και κοινωνικής της «τιμής».

Δύο μήνες μετά την ομιλία του Nils Christie, το Πανεπιστήμιο του Berkeley ανακοίνωσε στις 4 Ιουνίου 1976 – μετά από μεθοδεύσεις τριών ετών- το οριστικό κλείσιμο της περίφημης Σχολής Εγκληματολογίας, αφού είχε προηγηθεί μερικές μέρες πριν η εισβολή της αστυνομίας στο κτήριο της σχολής και η σύλληψη 129 διδασκόντων και φοιτητών. Τα γεγονότα του Berkeley – παρά το ότι καταδικάσθηκαν σε μία (φροϋδικού χαρακτήρα) συλλογική λήθη – αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση για την μελέτη της επιστημονικής και κοινωνικής υπόστασης του κλάδου και των σχέσεών του με την πολιτική και την εξουσία, καθώς και των ρόλων των εγκληματολόγων.

Η επιστημολογική και ιδεολογική αυτή κρίση (στην εγκληματολογία, αλλά και στην επιστήμη και την κοινωνία γενικότερα) άντλησε σίγουρα ιδέες και ερεθίσματα και απόψεις (ή ερμηνείες απόψεων) που είχαν ήδη διατυπωθεί, εν τούτοις η δεκαετία του ’60 προσέφερε το ιδανικό πλαίσιο για την εκδήλωσή της. Όπως επισημαίνει ένας από τους σημαντικότερους συμμέτοχους τους κινήματος αναδόμησης, o Stanley Coben (1988) «σε μια μικρή γωνιά του πολιτισμικού χάρτη της δεκαετίας του ’60, μια ομάδα επιστημόνων από τη Βρετανία, τη Βόρειο Αμερική και ορισμένες άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης  συγκεντρώθηκαν γύρω από τα παλιά αντικείμενα του εγκλήματος και της τιμωρίας, της παρέκκλισης και του ελέγχους της. Αυτά που αρχίσαμε να λέμε ήσαν σε μεγάλο βαθμό ενδιαφέροντα και δημιουργικά, μερικές φορές  υπερβολικά και ανόητα, πάντοτε αντιπροσωπευτικά, της ευρύτερης πνευματικής και πολιτικής κουλτούρας στην οποία ζούσαμε». Τα φοιτητικά κινήματα και η γενικότερη πολιτική αναταραχή, με αποκορύφωση τις αντιδράσεις στον πόλεμο του Βιετνάμ και τις ευρωπαϊκές εξεγέρσεις του «Μάη του ΄68», καθώς και νέα ριζοσπαστικά ρεύματα στην λογοτεχνία και τις τέχνες διαμόρφωσαν ένα κλίμα πολιτικής και διανοητικής αμφισβήτησης, μέσα στο οποίο άρχισε η ριζική επανεξέταση των ιδεολογικών και επιστημολογικών «δεδομένων» στις κοινωνικές επιστήμες. Η εγκληματολογία δέχεται μια σφοδρή επιστήμη. Η επίθεση ήταν τόση εξωτερική (με κύριο εκφραστή τον Michel Foucault )όσο και «εσωτερική»: οι φοιτητές της δεκαετίας του ΄60 καταλαμβάνουν μέσα στη δεκαετία του ΄70 θέσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα και νέοι επιστήμονες, με ριζοσπαστικές ιδέες, με νωπές τις εμπειρίες, με μια διαφορετική αντίληψη για την επιστήμη και τον ακαδημαϊκό χώρο, διδάσκουν, διεξάγουν έρευνες, δημοσιεύουν, συμμετέχουν σε συνέδρια, πολιτικές, κοινωνικές και επιστημονικές ομάδες. Στην έντονη και γόνιμη αυτή συζήτηση παρεμβαίνουν συμμετέχουν επιστήμονες από άλλους κλάδους (ιστορία, πολιτική επιστήμη, κοινωνιολογία του δικαίου και του κοινωνικού συστήματος), οι οποίοι διευρύνουν τον ορίζοντα της αναζήτησης και ενισχύουν το θεωρητικό οικοδόμημα του επιχειρήματος, βοηθώντας σε μεγάλο βαθμό την απεμπλοκή από τα ιδεολογικά και μεθοδολογικά δεσμά του θετικισμού. Παράλληλα (το όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης της δεκαετίας του ΄60 είναι ακόμη ζωηρό), αναπτύσσεται έντονη πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα και η επιστήμη έρχεται να συναντήσει την κοινωνική δράση: μελέτη της κοινωνικής κρίσης και του δυτικού καπιταλισμού, βιασμός, γυναικεία δικαιώματα και φεμινιστικά κινήματα, κράτος εξουσία αμφισβήτηση του νομικού οικοδομήματος και – υπό την επί την επίδραση κυρίως του Foucault – ριζική επανεξέταση του θεσμού της φυλακής, των λειτουργιών και των σκοπιμοτήτων της, ανάπτυξη κινήσεων για την κατάργησή της αλλά και για τα δικαιώματα των κρατουμένων.

Η αποδομητική αυτή κριτική αφορά  τόσο το αντικείμενο και τη μεθοδολογία της εγκληματολογίας, όσο και τη θέση της και το ρόλο της στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Η συζήτηση γύρω από αυτά τα ζητήματα στόχευε είτε στην ανατροπή του κυρίαρχου «παραδείγματος» και την υποκατάστασή του από ένα νέο, είτε στον εξοστρακισμό της εγκληματολογίας από το επιστημονικό πεδίο – και στις δύο περιπτώσεις οδήγησε σε μια αποδόμηση του κλάδου και μια καταγγελία των αρχέγονων σχέσεών του με την εξουσία.

 

πηγή:εικόνες εγκλήματος