Μια οικογένεια χτυπημένη από πολλούς θανάτους

 

Η ΗΡΩ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΗΣ

 

 

Η Ηρώ είναι σαρανταδύο χρόνων, εξαρτημένη από ηρωίνη, όταν παρουσιάζεται στο Κέντρο Υποδοχής Εξαρτημένων Γυναικών του 18 ΑΝΩ, ζητώντας να ενταχθεί στο πρόγραμμα. Το κινητρό της, όπως λέει, είναι να κερδίσει τα χρόνια που έχασε μέχρι τώρα και να ζήσει με τους δύο γιούς της (ο ένας αυτό τον καιρό βρίσκεται στην φυλακή και ο άλλος διαμένει με τον πατέρα του). Στην πραγματικότητα, βέβαια, όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια, η ενταξή της στο πρόγραμμα είχε ως πραγματικό κίνητρο τη βεβαίωση ότι βρίσκεται σε θεραπευτικό πρόγραμμα για να την παρουσιάσει στη δίκη που εκρεμμούσε και θα εκδικαζόταν σε λίγους μήνες. Στις προηγούμενες δίκες είχε καταδικαστεί και φοβόταν ότι θα πήγαινε φυλακή. Η μητέρα της ζει, έχουν απόμακρες σχέσεις, δεν τη συνοδεύει, δεν επικοινωνεί ούτε τηλεφωνικά μαζί της. Ο πατέρας της πέθανε όταν η Ηρώ ήταν τριανταδύο χρόνων.

Στα δώδεκά της έχασε τον μεγαλύτερο αδελφό της και τρία χρόνια αργότερα τον δεύτερο. Στα δεκατρία της άρχισε τη χρήση χασίς. Συνέχισε περιστασιακά μέχρι τα εικοσιένα της, όταν παντρεύτηκε χρήστη χασίς και έκαναν πια μαζί συστηματική χρήση.

Στα τριανταδύο της βίωσε ξαφνικά δύο απώλειες.  Πέθανε ο πατέρας της από ανακοπή καρδιάς και χώρισε με τον άντρα της. Τότε άρχισε τη χρήση ηρωίνης και συνέχισε μέχρι την ένταξή της στο πρόγραμμα του 18ΑΝΩ.

Αναφέρει ακόμη πολλούς θανάτους μέσα στην οικογένεια. Συνολικά έχει χάσει δύο αδέλφια, πολλά εξαδέλφια και θείους. Τα τελευταία δέκα χρόνια, που η ίδια κάνει χρήση ηρωίνης, σημειώνεται ένας θάνατος κάθε χρόνο. Κανέναν από αυτούς τους νεκρούς δεν έχει πενθήσει, δεν έχει θρηνήσει. Άλλωστε σε αυτό το σπίτι, το σημαδεμένο από τόσους θανάτους, απαγορευόταν να μιλήσει κανείς για το θάνατο. «Για να μην ταράξει κανείς τους νεκρούς» έλεγε η γιαγιά της.

Οι ουσίες αρχικά το χασίς και αργότερα η ηρωίνη, έρχονταν να δώσουν την «λύση». Κατέφευγε σε αυτές κι έτσι πάγωνε τα συναισθηματά της.

Κατά την διάρκεια της θεραπευτικής διαδικασίας έγινε προσπάθεια από την ατομική της θεραπεύτρια να πειστεί να πάρει την απόφαση να μιλήσει στις ομάδες ψυχοθεραπείας και τέχνης για όλους αυτούς τους θανάτους που κουβαλούσε μέσα της, να εκφράσει τα συναισθηματά της, να τα μοιραστεί με τα άλλα μέλη της ομάδας. Αντιστάθηκε συστηματικά να επιτελέσει το πένθος της. Περιορίστηκε σε επιφανειακές σχέσεις και έναν στερεότυπο λόγο. Ουσιαστική θεραπευτική σχέση ποτέ δεν εγκαταστάθηκε. Ακόμη και με την ατομική της θεραπεύτρια οι σχέσεις είχαν περισσότερο το χαρακτήρα της προσκόλλησης. Η στάση της μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο ήταν στάση απλής προσαρμογής. Δεν προχώρησε σε καμιά βαθύτερη αλλαγή.

Τελικά, ύστερα από τέσσερις μήνες παραμονής στο πλαίσιο και αφού στο μεταξύ εκδικάστηκε η υποθεσή της, στη δίκη που εκκρεμούσε, διέκοψε τη θεραπεία της. Έκτοτε, διέκοψε κάθε επαφή με το πρόγραμμα.

 

Κατερίνα Μάτσα