Νίκος Ξυ­λού­ρης: Η λε­βέ­ντι­κη και άδολη καρ­διά της Κρή­της

Νίκος Ξυ­λού­ρης: Η λε­βέ­ντι­κη και άδολη καρ­διά της Κρή­της

Η κα­ριέ­ρα του αρ­χί­ζει από τα 15 του χρό­νια. Μαζί με άλ­λους γύ­ρι­ζε τα χωριά της Κρή­της, στους γά­μους και στα πα­νη­γύ­ρια, στις ολο­νύ­χτιες γιορ­τές.

Πολύ γρή­γο­ρα και χάρη στην εντε­λώς ξε­χω­ρι­στή ερ­μη­νεία του, ο Νίκος Ξυ­λού­ρης αγα­πή­θη­κε πολύ από τους συ­μπα­τριώ­τες του και ιδιαί­τε­ρα από τη νε­ο­λαία. Είχε γίνει ο πιο διά­ση­μος λυ­ρά­ρης του νη­σιού. Σιγά σιγά άρ­χι­σε να γρά­φει δικά του τρα­γού­δια με στόχο να κάνει την κρη­τι­κή μου­σι­κή ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στή. Έτσι έμει­νε γνω­στός και σαν συν­θέ­της. Από τα πιο γνω­στά τρα­γού­δια του εκεί­νης της επο­χής: «Ανυ­φα­ντού». «Καυ­γά­δες με το για­σε­μί», «Η τζα­να­μπέ­τισ­σα», «μηνάς μου πως θα μ’ αρ­νη­θείς», «Τον αντρειω­μέ­νο μην τον κλαις».

Ο Ν. Ξυ­λού­ρης το 1969 έρ­χε­ται στην Αθήνα. Για δύο χρό­νια έπαι­ζε σε διά­φο­ρα κρη­τι­κά κέ­ντρα και πε­ρισ­σό­τε­ρο στο «κρη­τι­κό κο­νά­κι». Αρ­χι­σε σιγά σιγά να γί­νε­ται γνω­στός στους καλ­λι­τε­χνι­κούς κύ­κλους. Η κα­θο­ρι­στι­κό­τε­ρη όμως στιγ­μή της κα­ριέ­ρας του ήταν όταν ο Γ. Μαρ­κό­που­λος του ζή­τη­σε να ερ­μη­νεύ­σει τον πρώτο κύκλο τρα­γου­διών του, το «Χρο­νι­κό». Ακο­λου­θεί η ερ­μη­νεία των «Ρι­ζί­τι­κων» που γνώ­ρι­σαν στο κοινό όλης της Ελ­λά­δας τα δυ­να­μι­κά πα­ρα­δο­σια­κά τρα­γού­δια της Κρή­της. Ακο­λου­θεί η «Ιθα­γέ­νεια» του Μαρ­κό­που­λου, που κα­θιε­ρώ­νει τον Ξυ­λού­ρη σαν έναν από τους κα­λύ­τε­ρους τρα­γου­δι­στές της επο­χής. Το 1973 ερ­μη­νεύ­ει το έργο του συν­θέ­τη «Θη­τεία».

Στη συ­νέ­χεια συ­νερ­γά­ζε­ται με τον Σταύ­ρο Ξαρ­χά­κο στο «Διό­νυ­σε, κα­λο­καί­ρι μας», με τον Χρι­στό­δου­λο Χά­λα­ρη «Ακο­λου­θία» και με τον Χρή­στο Λε­ο­ντή στο «Κα­πνι­σμέ­νο τσου­κά­λι». Το 1976 συ­νερ­γά­ζε­ται με τον Ηλία Αν­δριό­που­λο στο έργο του «Κύ­κλος Σε­φέ­ρη». Το 1977 κυ­κλο­φο­ρεί το δικό του έργο με τίτλο τα «Ερω­τι­κά».

Στα τέλη του 1977 ο Ξυ­λού­ρης συ­νερ­γά­ζε­ται πάλι με τον Γιάν­νη Μαρ­κό­που­λο και ερ­μη­νεύ­ει το έργο του «Ελεύ­θε­ροι Πο­λιορ­κη­μέ­νοι» που βα­σί­στη­κε πάνω στο ομώ­νυ­μο ποι­η­τι­κό αρι­στούρ­γη­μα του Σο­λω­μού. Τον Ιού­νιο του 1978 πα­ρου­σιά­ζει σε μου­σι­κή Λίνου Κό­κο­του και ποί­η­ση Δημ. Χρι­στο­δού­λου τα «Αντι­πο­λε­μι­κά». Ένα έργο γε­μά­το αν­θρω­πιά, που κα­τα­φέρ­νει να ανα­νε­ώ­σει και να θε­με­λιώ­σει και πάλι το λυ­ρι­σμό και την υψηλή ποιό­τη­τα στο τρα­γού­δι – στόχο.

Στους πρώ­τους μήνες του 1979 δη­μιουρ­γεί – έχο­ντας ο ίδιος την ευ­θύ­νη της πα­ρα­γω­γής – έναν εντε­λώς προ­σω­πι­κό δίσκο, τα «Ξυ­λου­ρέι­κα». Μια συλ­λο­γή εμπνευ­σμέ­νη  από την κρη­τι­κή μου­σι­κή πα­ρά­δο­ση, που κλεί­νει μέσα της όλο το πάθος του για το κρη­τι­κό τρα­γού­δι.

Το 1973 παίρ­νει για πρώτη φορά μέρος στο θέ­α­τρο με τον Κώστα Κα­ζά­κο και την Τζένη Κα­ρέ­ζη στο «Με­γά­λο μας Τσίρ­κο μας» του Ιά­κω­βου Κα­μπα­νέλ­λη. Αρ­γό­τε­ρα βγαί­νει και ο ομώ­νυ­μος δί­σκος.

Στις αρχές του 1976 ο Ξυ­λού­ρης τι­μή­θη­κε με το βρα­βείο «Σαρλ Κρος» για την ερ­μη­νεία του στα «Ρι­ζί­τι­κα». Βρα­βείο που απο­νέ­με­ται κάθε χρόνο από την Ακα­δη­μία «Σαρλ Κρος» στην αξιο­λο­γό­τε­ρη ερ­μη­νεία στον τομέα της Διε­θνούς Λαϊ­κής Μου­σι­κής.

Ο πε­ρή­φα­νος και ανυ­πό­τα­χτος χα­ρα­κτή­ρας του τον οδη­γεί να τρα­γου­δή­σει πρώ­τος στη δι­κτα­το­ρία το 1969, στις 2 τα με­σά­νυ­χτα, στη μπουάτ «Λήδρα» το αντι­στα­σια­κό κρη­τι­κό τρα­γού­δι «Πότε θα κάνει ξα­στε­ριά, με απο­τέ­λε­σμα να «κοπεί» από τα μέσα ενη­μέ­ρω­σης. Ο Νο­έμ­βρης του 1973 τον βρί­σκει κοντά στους αγω­νι­στές του Πο­λυ­τε­χνεί­ου, όπου τρα­γου­δά­ει μαζί τους αντι­δι­κτα­το­ρι­κά τρα­γού­δια.

Με τη με­τα­πο­λί­τευ­ση, το φθι­νό­πω­ρο του 1974 συμ­με­τέ­χει στη με­γά­λη συ­ναυ­λία στο γή­πε­δο του «Πα­να­θη­ναϊ­κού» όπου εντυ­πω­σιά­ζει με τη φωνή του.

«Είναι η κα­λύ­τε­ρη φωνή που δια­θέ­του­με» είχε πει κά­πο­τε ο Μαρ­κό­που­λος. Ο Νίκος Ξυ­λού­ρης διέ­θε­τε ένα σπά­νιο μου­σι­κό έν­στι­κτο που του επέ­τρε­πε, χωρίς υπερ­βο­λή να προ­σαρ­μό­ζε­ται σε οποια­δή­πο­τε ερ­μη­νευ­τι­κή απαί­τη­ση. Είχε ει­πω­θεί πως η φωνή του, γνή­σια ελ­λη­νι­κή, αντα­να­κλού­σε σε μου­σι­κή πα­ρά­δο­ση 500 χρό­νων. Η ερ­μη­νεία του έκ­φρα­ζε με απλό­τη­τα όλο το με­γα­λείο, την πε­ρη­φά­νια και το ρο­μα­ντι­σμό της ελ­λη­νι­κής ψυχής.

Λίγες μέρες πριν προ­σβλη­θεί από την ανί­α­τη ασθέ­νεια ο Νίκος Ξυ­λού­ρης ηχο­γρά­φη­σε σε μου­σι­κή του νέου συν­θέ­τη Λουκά Θάνου, σε ποί­η­ση Κ. Βάρ­να­λη και Κ. Κα­ρυω­τά­κη, το έργο του το «Σάλ­πι­σμα».

Ο Νίκος Ξυ­λού­ρης πέ­θα­νε στις 8 Φε­βρουα­ρί­ου 1980. Μετά το θά­να­τό του, ύστε­ρα από τε­τρά­χρο­νη κα­θυ­στέ­ρη­ση, κυ­κλο­φό­ρη­σε το «Σάλ­πι­σμα» H «Μπα­λά­ντα του κυρ Μέ­νιου» θα ξε­χω­ρί­σει με το δυ­να­τό και προ­φη­τι­κό της μή­νυ­μα. Το τρα­γού­δι που ακού­γε­ται στην απερ­για­κή πε­ρι­φρού­ρη­ση, στη δια­δή­λω­ση, στο δρόμο όπου ο λαός υπε­ρα­σπί­ζε­ται τα δι­καιώ­μα­τα και τις κα­τα­κτή­σεις του. Πάντα με τη φωνή του Νίκου Ξυ­λού­ρη.

πηγή – ατέχνως

Αρχείο

Copyright ©
Βολυράκη Ζ.
Design & Hosting by philanthropy.gr