Άγαλμα του πεζοδρομίου που σε φυσά ο μαΐστρος
στο ένα σου πόδι ενώ σφυρίζεις τους καημούς της πατρίδας
με μια φωνή σαν του ρυακιού που κελαηδεί μες στην καρδιά σου,
-μικρή καρδιά της λευτεριάς που τρέμει όπως η πούλια-
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Δεν είναι πια το πολυβόλο που θα κρίνει τη λευτεριά.
Δεν είναι πια οι βασανιστές που θα μας καταλύσουν.
Δεν είναι κείνος που θα βγει να σ” αντιμετωπίσει,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Άγαλμα του πεζοδρομίου που σε φυσά ο μαΐστρος
στο ένα σου πόδι ενώ σφυρίζεις τους καημούς της πατρίδας
με μια φωνή σαν του ρυακιού που κελαηδεί μες στην καρδιά σου,
-μικρή καρδιά της λευτεριάς που τρέμει όπως η πούλια-
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Αγκάλιασε τις πιπεριές της λεωφόρου το αίμα σου.
Έγινε το αίμα σου πουλί κι ανέβη να μας κελαηδήσει
πάνω απ” τα κυπαρίσσια του Συντάγματος:
«Τιτίβ, τιτσίου! Μη φοβόσαστε!»
Έγινες το πουλί κι η μυγδαλιά, το άστρο και το παράθυρο.

Ζωγραφισμένο από τις αστραπές στην πόρτα μας,
που την αγκάλιαζεν ο θάνατος τη νύχτα να την παραβιάσει,
έσπρωχνες το σκοτάδι μόνο σου! Και μεις, τι να σου ειπούμε;
Μια τέτοια μέθη αθανασίας δεν τη χωρά η καρδιά μας,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Και μεις, ποιητή των ποιητών, πώς να σε τραγουδήσουμε!
Σύντροφε της ελπίδας μας, πες μας πώς να σε ειπούμε!
Πες μας, γιατί υποφέρουνε τα χείλη μας!
Δε θέλουμε τα λόγια μας να πέσουνε στο χώμα,
δε θέλουμε να χάσουμε μια τέτοια αποστολή!
Αλλιώς καλύτερα να βγαίναμε να σκοτωθούμε στη μάχη,
αλλιώς καλύτερα να φεύγαμε στους ωκεανούς με τα καράβια,
παρά να κλέβουμε τα ψίχουλα του ψωμιού των απελπισμένων,
όταν εσύ φρουρείς μονάχο τα στενά της νύχτας,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ