Ούτε για το χρήμα ούτε για τη φήμη

 

 

Δεν αξίζω να γράφω για χάρη της ρωσικής κριτικής, όπως δεν αξίζει να δώσεις να μυρίσει λουλούδια κάποιος που έχει συνάχι. Υπάρχουν στιγμές που χάνω το κουράγιο μου. Για ποιόν και γιατί γράφω; Για το κοινό; Μα το κοινό δεν το βλέπω, και πιστεύω λιγότερο σ’ αυτό απ’ ότι στο στοιχειό του σπιτιού. Δεν έχει καμιά μόρφωση, είναι ανάγωγο και τα πιο καλά στοιχεία του τα χαρακτηρίζουν η ασυνειδησία και η ανειλικρίνεια σε μας. Δεν μπορώ να καταλάβω αν αυτό το κοινό με έχει ή δεν με έχει ανάγκη. Ο Μπουρένιν λέει ότι δεν με έχει και ότι ασχολούμαι με πράγματα τιποτένια. Η Ακαδημία μου απένειμε βραβείο – αυτό δεν το καταλαβαίνω. Να γράψω για τα χρήματα; Μα εγώ δεν είχα ποτέ χρήματα, μ’ αφήνουν σχεδόν αδιάφορο, γιατί ποτέ δεν τα συνήθισα. Για τα χρήματα δουλεύω μόνο χαλαρά. Να γράψω για να μ’ επαινούν; Μα οι έπαινοι και μόνο μ’ ενοχλούν. Η Εταιρεία λογοτεχνών, η Εβραιίνοβα, ο Πλεστσέγεφ, οι κοπέλες κι όλοι αυτοί εγκωμίαζαν με όλη τους τη δύναμη το διήγημά μου «Η κρίση», αλλά την περιγραφή του πρώτου χιονιού την πρόσεξε μόνο ένας, ο Γκρικόροβιτς. Αν είχαμε κριτική, τότε θα ήξερα ότι εκπροσωπώ κάτι – καλό ή κακό, δεν έχει σημασία για ανθρώπους που αφιερώνουν τον εαυτό τους στη μελέτη της ζωής-, ότι είμαι το ίδιο απαραίτητος όσο είναι ένα αστέρι για τον αστρονόμο. Θα προσπαθούσα τότε να δουλεύω ξέροντας γιατί δουλεύω. Τώρα όμως, εσείς, ο Μουράβλιν και οι άλλοι, είστε σαν τους μανιακούς οι οποίοι γράφουν βιβλία και θεατρικά έργα για προσωπική τους ευχαρίστηση. Η προσωπική ευχαρίστηση, βέβαια, είναι πολύ καλό πράγμα, αλλά την αισθάνεσαι μόνο όταν γράφεις- μετά όμως;  (…………). Πλήθος από φυλές, από θρησκείες από γλώσσες από πολιτισμούς εξαφανίστηκαν χωρίς ν’ αφήσουν σημάδια. Εξαφανίστηκαν γιατί δεν υπήρχαν ούτε ιστορικοί ούτε βιολόγοι. Έτσι χάνεται μπροστά στα μάτια μας πλήθος από υπάρξεις και από έργα τέχνης, επειδή απουσιάζει η κριτική.

 

Αντον Τσέχοφ – Η τέχνη της γραφής