Ο Θεμιστοκλής, η πιο μεγάλη προσωπικότητα της ελληνικής Ιστορίας

Ο Θεμιστοκλής είναι ο τέταρτος και σημαντικότερος μιας σειράς προσωπικοτήτων που ανταποκρίνονται με αποτελεσματικότητα στα ίδια αιτήματα της εποχής τους.

Ο δημιουργός του αθηναϊκού στόλου και νικητής της Σαλαμίνας, δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει ως πολιτική και στρατιωτική προσωπικότητα χωρίς τον Σόλωνα, τον Πεισίστρατο και τον Κλεισθένη, που δημιουργούν τις συνθήκες για να πάρει η Αθηναϊκή Δημοκρατία την οριστική της μορφή μετά τους Μηδικούς Πολέμους, κυρίως χάρη στην οργανωτική ικανότητα και αποφασιστικότητα του Θεμιστοκλή.

Αλλά, ούτε ο Σόλων, ούτε ο Πεισίστρατος, ούτε ο Κλεισθένης , ούτε ο Θεμιστοκλής θα μπορούσαν να δείξουν τις ικανότητες τους και συνεπώς να μας δώσουν τη δυνατότητα να τους χαρακτηρίσουμε «μεγάλες προσωπικότητες» αν οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής τους δεν απαιτούσαν τις αλλαγές που εκείνοι εφάρμοσαν. Η ιστορία έχει ανάγκη από τις προσωπικότητες, αλλά και οι προσωπικότητες έχουν ανάγκη από τις αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες θα εμφανιστούν. Γιατί, όσο σημαντική κι αν είναι μια προσωπικότητα, θα χαθεί και θα εξαφανιστεί σε έναν περίγυρο που δεν την χρειάζεται. Συνεπώς δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για μια προσωπικότητα «αφανή». Κάτι τέτοιο θα είχε ως λογική συνέπεια τούτη η «δυνάμει» προσωπικότητα να παραμείνει «δυνάμει» και άρα άγνωστη. Όχι γιατί κάποιοι ενήργησαν δολίως σε βάρος της (αυτή είναι μια άλλη ιστορία και δεν θα μας απασχολήσει), αλλά διότι η απόλυτα αναγκαία στη διαλεκτική ταύτιση του υποκείμενου και του αντικειμένου (της προσωπικότητας και των αντικειμενικών συνθηκών) δεν έγινε δυνατή, εξαιτίας της μη σύμπτωσης των προσωπικών φιλοδοξιών και ικανοτήτων με τα από την κοινωνία αιτούμενα, έστω και αορίστως, έστω και ασαφώς, που μια προσωπικότητα τα συγκεκριμενοποιεί και τα αποσαφηνίζει, για λογαριασμό άλλων.

Από το θάνατο του Σόλωνα μέχρι το τέλος των Μηδικών Πολέμων έχουν περάσει 80 χρόνια, που, βέβαια, δεν είναι και τα σημαντικότερα στην ιστορία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Τα σημαντικότερα είναι τα μετά το τέλος των Μηδικών Πολέμων 50 επόμενα χρόνια. Τόσα περίπου θα διαρκέσει όλο κι όλο η περίφημη Αθηναϊκή Δημοκρατία. Τα πριν και τα μετά τη θρυλική «πεντηκονταετία» 100 χρόνια είναι δύο δημοκρατικές «ουρές» χρόνου.

Η πρώτη «ουρά» του ιστορικού χρόνου συγκλίνει προς τη δημοκρατία και η δεύτερη αποκλίνει από τη δημοκρατία, μέχρι την πλήρη διαλυσή της. Τα «θαύματα» δεν διαρκούν πολύ. Διαρκούν όσο τα χρειάζεται η κοινωνία, με τις πολύ συγκεκριμένες ειδικές της ανάγκες. Στη συνέχεια τελούνται άλλα «θαύματα», θετικά ή αρνητικά αδιάφορο.

Και βέβαια, τούτες οι «εκρήξεις» που συμβατικά τις ονομάζουμε «θαύματα», δεν γίνονται γιατί «έτσι θέλει ο θεός», αλλά γιατί ξεπετιούνται, θα λέγαμε, από τη διαπλοκή των κοινωνικών δυνάμεων.

Οι κοινωνικές παράμετροι, όσον αφορά ειδικά τον ελλαδικό κοινωνικό χώρο αυτή τη συγκεκριμένη εποχή, είναι η ολοένα και μεγαλύτερη σημασία που δίνεται στο κατά θάλασσαν εμπόριο, καθώς και η ολοένα και μικρότερη σημασία που δίνεται στη γεωργική παραγωγή, την απόλυτα εξαρτημένη από την γεωργία.

Βέβαια, και στα πλοία χρησιμοποιούνται δούλοι, κυρίως ως κωπηλάτες. Αλλά η πλοήγηση προϋποθέτει ανθρώπους με προσωπικότητα, μυαλό και βούληση. Μέσα από την προσωπική ευθύνη αναδύεται αυτή την εποχή η ανθρώπινη προσωπικότητα για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη κλίμακα στην ανθρώπινη ιστορία. Μόλις τώρα λοιπόν θα αρχίσουν να αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι, πως αυτό που εμείς σήμερα ονομάζουμε «προσωπικότητα» ίσως να είναι ως ένα βαθμό μια ικανότητα, ένα ταλέντο, ένα «χάρισμα». Όμως τούτο το «χάρισμα» δεν το παίρνει ο άνθρωπος από το θεό, όπως πιστεύουν οι αριστοκράτες, το παίρνει από τους γονείς όσον αφορά το «γονότυπο» (τις κληρονομημένες και των γονέων, νοουμένων ως κοινωνικών αυτή τη φορά και όχι βιολογικών όντων) όσον αφορά τον «φαινότυπο» (τις επίκτητες ικανότητες).

Η προσωπικότητα λοιπόν, η όποια προσωπικότητα, μικρή ή μεγάλη, σημαντική ή ασήμαντη, εμφανίζεται στο σημείο τομής του γονότυπου και του φαινότυπου. Με άλλα λόγια, η προσωπικότητα είναι προσδιορισμένη τόσο κοινωνικά όσο και βιολογικά. Και είναι μια χυδαία «υλιστική» υπεραπλουστευμένη παντελώς στερούμενη διαλεκτικής σκέψης ο σκόπιμος υπερτονισμός της σημασίας των «αντικειμενικών συνθηκών» στην δημιουργία της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Διότι υπάρχει όντως κάτι που λέγεται «ταλέντο» ή «ικανότητα». Κι αυτό το κάτι έχει να κάνει και με τη βιολογία και όχι μόνο με την κοινωνιολογία παρότι, όπως ήδη είπαμε, το ταλέντο χάνει το νόημά του μέσα σε κοινωνικές συνθήκες που θα το καταστρέψουν και θα το εξαφανίσουν. Μη μου πείτε πως ένας ολικά ηλίθιος θα γινόταν εξυπνότερος, αν οι κοινωνικές συνθήκες τον ευνοούσαν. Απλώς, θα γινόταν λιγότερο ηλίθιος, παραμένοντας πάντα ηλίθιος.

Η ποσότητα και εδώ, όπως παντού στη διαλεκτική, παίζει, βασικά, το ρόλο της, αλλά τα διαλεκτικά άλματα στη φύση είναι εξαιρετικά σπάνια, αν όχι και ανύπαρκτα σύμφωνα με πολλούς. Και ο Λισένκο έγινε καταγέλαστος γιατί υπερτόνιζε αντιδιαλεκτικά τη σημασία του διαλεκτικού άλματος στη φύση.

Από τη διαλεκτική της φύσης του Ένγκελς δεν είχε καταλάβει τίποτε απολύτως. Μάλλον, ήταν η σταλινική του νοοτροπία που δεν του επέτρεψε να καταλάβει. Αντίθετα, τούτη ακριβώς η νοοτροπία τον ώθησε να «καταλάβει» αυτά που θα τον βόλευαν σε έναν άκριτο και ολέθριο αντικειμενισμό, που απέχει έτη φωτός από τη διαλεκτική η οποία πάντα δίνει ίση σημασία και στο υποκείμενο και στο αντικείμενο).

Η ανατολική σκέψη και η ανατολική κοινωνική ζωή, αρχαιότερη και νεότερη, ούτε έδωσε ποτέ ούτε εν πολλοίς και σήμερα δίνει ιδιαίτερη σημασία στην έννοια της προσωπικότητας, τουλάχιστον όχι τόση, όση δίνει στην έννοια της μάζας. Η σκέψη των λαών της Πρόσω, της Μέσης και της Άνω Ανατολής χαρακτηριζόταν πάντα και συνεχίζει να χαρακτηρίζεται κατά το μάλλον ή ήττον από μια τυφλή πίστη στη μοίρα. Αυτή είναι που κάνει τους Ανατολίτες να υποφέρουν «ασυζητητί» τα βάσανά τους. Αυτή είναι που τους κάνει να μη δίνουν μεγάλη σημασία στο βιολογικό γεγονός του θανάτου. Πεθαίνουν συχνά μαζικά, με τέτοια εξοργιστική ευκολία οι Ανατολίτες, που η αδιαφορία τους για το θάνατο σου σπάει τα νεύρα!(Καμικάζι, σε τόσο μεγάλη έκταση, μόνο στην Ιαπωνία θα μπορούσαν να εμφανιστούν. Και οι οπαδοί τόσο του Χομεϊνί και του Χουσεϊν σκοτώνονται με τόσο βλακώδη άνεση, που σου σηκώνεται η τρίχα).

Οι Έλληνες δίνουν στην μοίρα μια πολύ διαφορετική έννοια. Παρόλο που σ’ αυτούς τους καιρούς η μοίρα έχει μια σημασία μεταφυσική, ωστόσο στην ελληνική σκέψη  ο άνθρωπος συνεχώς συγκρούεται με το πεπρωμένο του και συνεχώς προσπαθεί να το υπερβεί, προκαλώντας έτσι  μια «ύβρι» που τον συντρίβει, αλλά και του δίνει εκείνο το εκθαμβωτικό μεγαλείο του ήρωα της ελληνικής τραγωδίας.

Ο τραγικός ήρωας λοιπόν δεν είναι ένας αμαρτωλός που τιμωρείται στο τέλος. Είναι ένας άνθρωπος που επιχειρεί να υπερβεί το ανθρώπινο. Γι’ αυτό, η συντριβή του προκαλεί οίκτο, έλεος και φόβο, αλλά όχι και μεταφυσικό φόβο.

Η έννοια του τραγικού υπάρχει ήδη στην ελληνική κοινωνία πολύ πριν την «ανακαλύψουν» μέσα στη ζωή οι τραγικοί ποιητές. Για τον Θεμιστοκλή,  για παράδειγμα, δεν γράφτηκε καμιά τραγωδία αλλά είναι γνήσιος τραγικός ήρωας. Ως ένα βαθμό, τραγικός ήρωας είναι και ο Μιλτιάδης. Το ίδιο και ο Αριστείδης. Το ίδιο και ο Παυσανίας. Και πάρα πολλοί άλλοι.

Την προσωπικότητα, συνεπώς, και τον τραγικό ήρωα που «εκρέει» από την έννοια της προσωπικότητας, τη δημιουργούν οι καινούργιες κοινωνικές συνθήκες που απαιτούν, κατά το δυνατό μεγαλύτερη αποδέσμευση από τους οιωνοσκόπους, δηλαδή από τις «βουλές  του Υψίστου».

Μπορεί να έλεγαν οι Έλληνες «συν Αθηνά και χείρα κίνει», αλλά σε αυτή την ολοφάνερα ειρωνική έκφραση ο τόνος πέφτει στο «χείρα» και όχι στο «Αθηνά».

Το αντίθετο συμβαίνει στην ανατολίτικη σκέψη, συνεπώς και στο χριστινιασμό και ιδιαίτερα στην τυπικά ανατολίτικη παραλλαγή του, την ορθοδοξία. Διότι ο καθολικισμός και κυρίως ο προτεσταντισμός, εν πολλοίς ξέφυγαν από τις αρχικές ανατολίτικες επιδράσεις.

Όπως και να ‘ναι πάντως, όταν παύουν να σε προστατεύουν, είτε φανταστικά, είτε πραγματικά οι θεοί, οι μονάρχες, οι παπάδες, οι πατεράδες, οι ισχυροί, οι κουμπάροι, οι πολιτικάντηδες, οι κομματάρχες και γενικότερα οι δυνάμενοι να προσφέρουν πραγματικοί ή φανταστική προστασία, δεν έχεις πλέον παρά να βασιστείς μόνο στις δυνάμεις σου, εφόσον έχεις βέβαια δυνάμεις. Και αυτό είναι το εντελώς καινούργιο που φέρνουν στην ανθρώπινη σκέψη και στην ανθρώπινη κοινωνία οι Έλληνες: Την αυτάρκεια, την πεποίθηση πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει κύριος της μοίρας του, ή τουλάχιστον να το επιχειρήσει. Μοιρολάτρες με ανατολίτικο τρόπο οι Έλληνες δεν υπήρξαν ποτέ. Και μεγαλούργησαν γι’ αυτό ακριβώς.

Η σημερινή Δύση, λόγω του χριστιανισμού κυρίως, παραπαίει ανάμεσα στον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό και την ανατολίτικη οντολογία. Και δεν βρίσκει το θάρρος, τουλάχιστον να ομολογήσει την ανισορροπία της. Διότι, για να απαλλαγεί απ’ αυτήν είναι πλέον εντελώς αδύνατο. Η Ανατολή έχει εισβάλλει για τα καλά στη Δύση. Ο πολιτισμός είναι πλέον παγκόσμιος.

Στην βάση αυτών των δύο πόλων, εκ των οποίων ο αρχαιότερος είναι ο ανατολικός, θα δημιουργηθεί κάποτε μια καινούργια ισορροπία. Σήμερα πάντως διανύουμε μια περίοδο μετάβασης προς τη πλήρη ενιαιοποίηση του ανατολικού και του δυτικού τρόπου σκέπτεσθαι και ζην.

Όλα όσα είπαμε αναφέρονται έμμεσα στον Θεμιστοκλή, μια προσωπικότητα εντελώς μοναδική σε ολόκληρη την παγκόσμια Ιστορία. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν γεννήθηκε το 528 π.Χ., δηλαδή ένα ή δύο χρόνια μετά το θάνατο του Πεισίστρατου, και μάλλον πέθανε το 462 π.Χ. Με άλλα λόγια, έζησε 65 ή 66 χρόνια μόνο. Όπως σχολιάσαμε και σε προηγούμενο κείμενο, ο Θεμιστοκλής ήταν «νόθος προς μητρός» δηλαδή «μη νόμιμον τέκνον», όπως θα λέγαμε σήμερα, ενός Αθηναίου πολίτη που λεγόταν Νεοκλής και μιας σκλάβας από τη Θράκη ή από την Καρία ή από κάπου αλλού, που λεγόταν Αβρότονος ή Ευτέρπη. Τον μεγάλωσε λοιπόν η μη Αθηναία μάνα του εκτός των τειχών της Αθήνας, όπως γινόταν με όλους τους «μπάσταρδους».

Λέγεται ότι ο δάσκαλος του του είπε μια μέρα: «Εσύ θα γίνεις κάτι μεγάλο. Όμως δεν ξέρω αν το μεγάλο αναφέρεται στο καλό ή στο κακό». Τελικά το «μεγάλο» του δασκάλου αναφερόταν και στο καλό και στο κακό. Η φτώχεια των παιδικών χρόνων έκανε το Θεμιστοκλή φιλοχρήματο και πονηρό μέχρι απελπισίας.

Το 493., τρία χρόνια πριν από τη μάχη του Μαραθώνα, τούτος ο νόθος καταφέρνει και εκλέγεται επώνυμος άρχων της Αθήνας, κάτι πρωτάκουστο για νόθο. Οι «γνήσιοι» Αθηναίοι αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως αυτό που θα μετράει στο εξής δεν θα είναι η γνησιότητα του αίματος αλλά η γνησιότητα του ταλέντου και της ευφυίας. Και μόνο με αυτή τη πράξη αναγνώρισης των φυσικών ικανοτήτων ενός νόθου η Αθηναϊκή Δημοκρατία είναι ήδη μια πραγματικότητα.

Όμως, ο Θεμιστοκλής υπερέβη τα «εσκαμμένα». Οι συνθήκες δεν επιτρέπουν ακόμα μια τέτοια υβρι στους κοινωνικούς θεσμούς. Και οι «γνήσιοι» Αθηναίοι από τη μια θα τον θαυμάζουν απεριόριστα και από την άλλη θα τον μισούν ανομολόγητα οι περισσότεροι, ομολογημένα οι αριστοκράτες, δηλαδή οι έχοντας το πιο καθαρό αίμα.

Ο Θεμιστοκλής θα συγκρουστεί βάναυσα με τον αριστοκράτη Μιλτιάδη και τον ακόμα πιο καλό αριστοκράτη Αριστείδη. Με τον οποίο μάλιστα, εκτός άλλων σοβαροτέρων, θα τον χωρίζει  για χρόνια και μια ερωτική αντιζηλία: Και οι δύο, των ηθών της εποχής επιτρεπόντων, ήταν του θανατά ερωτευμένοι με τον ωραίο Στησίλαο από την Κέα, που πέρασε στην Ιστορία από τσόντα, που λένε, όπως τόσοι και τόσοι. (Το να είσαι ας πούμε, μια ταλαίπωρη αεροσυνοδός και να σε ερωτευτεί, για παράδειγμα, ένας πρωθυπουργός, σημαίνει πως αυτομάτως περνάς και συ στην Ιστορία νοούμενη ως λαϊκό ανάγνωσμα, πράγμα που αποτελεί επαρκή λόγο να τρέχουν όλες οι όρνιθες πίσω από τις διασημότητες, που μπορούν να παραστήσουν ανετότατα τα κοράκια, ακόμα κι όταν είναι σκέτα ψοφίμια).

Ο Αριστοφάνης λέει κοροϊδευτικά για το Θεμιστοκλή στους Ιππείς πως «κόλλησε τον Πειραιά στην πόλη», δηλαδή στην Αθήνα. Και δεν εννοεί μόνο πως δεν επέκτεινε την Αθήνα μέχρι τον Πειραιά, αλλά πως μπέρδεψε τους πληβείους με τους αριστοκράτες.

Η ηρωϊκή ιστορία του Θεμιστοκλή μας είναι γνωστή. Λιγότερο γνωστή είναι η διαλεκτικά αντιηρωική πλευρά της ίδιας ιστορίας. Λοιπόν, λίγο μετά τους Μηδικούς πολέμους αποφασίζεται η εξορία του Θεμιστοκλή, ο οποίος καταφεύγει προσωρινά στο Άργος. Αλλά τώρα τον κυνηγούν και οι Σπαρτιάτες, που τον μπλέκουν στις κομπίνες του Παυσανία.

Για να γλιτώσει ο Θεμιστοκλής πάει στην Κέρκυρα. Αλλά και από κει τον διώχνουν. Και αναγκάζεται να περάσει απέναντι στην Ήπειρο. Από την Ήπειρο, λένε πως πήγε στην Σικελία, αλλά μάλλον πρέπει να πιστέψουμε τον Θουκιδίδη που τον θέλει μετανάστη στην Πύδνα της Μακεδονίας. Αλλά φεύγει κι από την Πύδνα για την Ασία. Όμως το πλοίο με το οποίο ταξιδεύει εξοκέλλει στην Νάξο που την πολιορκούν οι Αθηναίοι και ο Θεμιστοκλής γλιτώνει παρά τρίχα.

Συνεχίζει, λοιπόν, το ταξίδι του κακήν κακώς και φτάνει τελικά στην Κύμη της Αιολίας. Λίγο αργότερα συνάπτει σχέσεις με τους Πέρσες άρχοντες και υποθέτω πως θα τα ‘λεγαν για τη Σαλαμίνα. Τι τραγική ειρωνεία.  Λέγεται μάλιστα πως είχε καλές λέξεις και με τον Ξέρξη αυτοπροσώπως. Όμως τελικά μπλέκεται και πάλι σε ίντριγκες, οι Πέρσες τον επικηρύσσουν έναντι ενός σεβαστού ποσού σε περσικό νόμισμα, αλλά ο Θεμιστοκλής εμφανίζεται αυτοπροσώπως στους διώκτες του και εισπράττει ο ίδιος το ποσό της επικήρυξής του. Οι Πέρσες εκτιμώντας άλλη μια φορά την ισχυρή προσωπικότητά του, δεν τον σκοτώνουν. Στο μεταξύ έμαθε και περσικά.

Κάποτε όμως, οι Πέρσες θέλησαν να εκμεταλλευτούν και πρακτικότερα τις ικανότητές του και επιχείρησαν να τον βάλουν να πολεμήσει τον συμπατριώτη του στρατηγό Κίμωνα, που τριγύριζε εκεί κοντά.

Ο Θεμιστοκλής αρνήθηκε να προχωρήσει την προδοσία μέχρις αυτού του σημείου και προτίμησε να θέσει τέρμα στην ζωή του. Συνέβη στην Μαγνησία. Ο Θεμιστοκλής έγινε έτσι ένας από τους «ιδανικότερους αυτόχειρες» της Ιστορίας σε ηλικία είτε 65 είτε 66 χρονών

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ