Ο καθορισμός του νοητικού επιπέδου

 

Οι γνώσεις που κατακτήθηκαν στην ψυχολογία της νοημοσύνης έγιναν αφορμή για τριών ειδών εφαρμογές, που δεν έχουν σχέση με το θέμα μας. Όμως, οφείλω να υπογραμμίσω την χρησιμοτητά τους για τον περαιτέρω έλεγχο των θεωρητικών υποθέσεων.

Είναι γνωστό πως ο Binet, προσπαθώντας να καθορίσει το βαθμό της πνευματικής καθυστέρησης των ανωμάλων παιδιών, οδηγήθηκε στην ανακάλυψη της αξιοσημείωτης μετρικής κλίμακας της νοημοσύνης. Λεπτολόγος αναλυτής των διαδικασιών της σκέψης, ο Binet ήξερε καλύτερα από κάθε άλλο τις δυσκολίες που θα συναντούσε στη σύλληψη του μηχανισμού της νοημοσύνης. Ακριβώς όμως επειδή τον διακατείχε αυτό το συναίσθημα, κατέφυγε σε ένα ψυχολογικό πιθανολογικό σχήμα, συγκεντρώνοντας με τον Simon ποικιλόμορφες αποδείξεις και προσπαθώντας να καθορίσει την συχνότητα των επιτυχιών σε συνάρτηση με την ηλικία: η νοημοσύνη, λοιπόν, εκτιμάται από την πρόοδο ή την καθυστέρηση, που ανάγεται στη μέση στατιστική ηλικία των ορθών λύσεων.

Αναμφισβήτητα, αυτά τα tests για τη μέτρηση του νοητικού επιπέδου απέδωσαν σε γενικές γραμμές αυτό που θα περίμενε κανείς: μια πρακτική εκτίμηση του ολικού διανοητικού επιπέδου ενός ατόμου. Όμως, είναι φανερό ότι τα tests αυτά μετρούν απλώς την «απόδοση», δίχως να προσεγγίζουν τις οικοδομητικές διεργασίες της σκέψης σαν τέτοιες. Όπως απέδειξε, ο Pieron, η νοημοσύνη εννοούμενη κατ’ αυτό τον τρόπο, εκφράζει ουσιαστικά μια κρίση αξίας, η οποία οφείλεται σε μια σύνθετη διαγωγή. Μετά τον Binet πολλαπλασιάσαμε τα tests και προσπαθήσαμε να τα διαφοροποιήσουμε, σε συνάρτηση πάντα με τις διαφορετικές ικανότητες του καθενός. Στην κυρίως περιοχή της νοημοσύνης επεξεργαστήκαμε tests ικανότητες, συλλογισμού, κατανόησης, γνώσεων κλπ. Το πρόβλημα συνίσταται στο να αποσαφηνίσουμε τους συσχετισμούς των στατιστικών πορισμάτων, με την ελπίδα να ξεχωρίσουμε και να μετρήσουμε τους ποικιλότροπους παράγοντες που επενεργούν και επηρεάζουν τον εσωτερικό μηχανισμό της σκέψης. Ο Spearman και η σχολή του αφοσιώθηκαν σε αυτή την προσπάθεια χρησιμοποιώντας στατιστικές μεθόδους και κατέληξαν στην υπόθεση επέμβασης ορισμένων σταθερών παραγόντων. Ο πιο γενικός από τους παράγοντες αυτούς ονομάστηκε από τον Spearman «παράγοντας και η αξία του σχετίζεται με την νοημοσύνη του ατόμου. Αλλά, όπως και ο ίδιος είχε υποστηρίξει, ο παράγοντας g εκφράζει απλώς τη «γενική νοημοσύνη», δηλαδή το βαθμό αποτελεσματικότητας που είναι κοινός στο σύνολο των ικανοτήτων του υποκειμένου. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι εκφράζει την ποιότητα της ψυχικής και νευρικής οργάνωσης, κάνοντας ένα άτομο να έχει περισσότερες ικανότητες από άλλα για να εκπληρώσει μια πνευματική εργασία. Άλλοι πάλι θέλησαν να αντιδράσουν με άλλο τρόπο εναντίον της εμπειρικής μεθόδου απλής μέτρησης απόδοσης, επιχειρώντας να καθορίσουν τις διεργασίες σκέψης που διαθέτει ένα ορισμένο άτομο, ο όρος λοιπόν διεργασία λαμβάνεται υπό περιορισμένη και σχετική έννοια σε σχετική έννοια σε σχέση με την γενετική οικοδόμηση. Η B. Inhelder χρησιμοποίησε τον όρο «ομαδοποίηση» για τη διάγνωση του συλλογισμού. Κατόρθωσε δε να αποδείξει ότι στους διανοητικά καθυστερημένους η σειρά πρόσκτησης των εννοιών διατήρησης της ουσίας, του βάρους, και του όγκου διαπιστώνεται καθ’ ολοκληρία, δε συναντάμε μόνο την τελευταία από τις τρεις αυτές αμετάβλητες ποσότητες (που είναι παρούσα μόνο στους απλά καθυστερημένους και απουσιάζει από τους πνευματικά ανάπηρους) δίχως τις άλλες δύο, ούτε τη δεύτερη ούτε την πρώτη, ενώ μπορεί να συναντήσουμε τη διατήρηση της ύλης χωρίς τη διατήρηση του όγκου. Η B. Inhelder κατόρθωσε να αντιδιαστείλει την πνευματική αναπηρία από την ηλιθιότητα με τη βοήθεια των συγκεκριμένων ομαδοποιήσεων (για τις οποίες ο ηλίθιος είναι ανίκανος), όπως επίσης και από την απλή διανοητική καθυστέρηση λόγω ανικανότητας του υποκειμένου για τυπικό συλλογισμό, με άλλα λόγια λόγω μη ολοκλήρωσης των διεργασιών. Έγινε, δηλαδή η πρώτη εφαρμογή μιας μεθόδου που η εξελιξή της θα μπορούσε να συμβάλλει στον καθορισμό των νοητικών επιπέδων (βαθμίδων) γενικά.