Η κοινωνία δεν περιορίζεται μόνο στην κοινωνικοποίηση για να ρυθμίζει τη συμπεριφορά των ατόμων και των συνόλων που την απαρτίζουν. Συμπληρωματικά λοιπόν υπάρχει και ο κοινωνικός έλεγχος. Είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί μια κοινωνία για να
Εξασφαλίσει τη συμμόρφωση προς τους κανόνες σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Και εδώ ίσως πρέπει να επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας στο εξής, αυτό που απασχολεί τον πλανήτη τα τελευταία χρόνια, ότι ο κοινωνικός έλεγχος γίνεται και σε
Δημόσια πρόσωπα, κυβερνητικά, άτομα άνευ υποψίας κλπ. Τον κοινωνικό έλεγχο τον διακρίνουμε σε θετικό και σε αρνητικό. Θετικό καλούμε αυτόν που συνεπάγεται επιδοκιμασία και ευχαρίστηση. Αρνητικό καλούμε αυτόν που συνεπάγεται άρνηση
και αποδοκιμασία. Έτσι μια θετική συμπεριφορά μπορεί και να επιβραβευτεί από τον κοινωνικό περίγυρο π.χ ένα παράσημο ενώ μια αρνητική συμπεριφορά μπορεί να έχει σαν συνέπεια την αποβολή από την ομάδα ή την κατακραυγή.
Ο κοινωνικός έλεγχος μπορεί να είναι ενεργός, να συνοδεύεται δηλ από κάποια δράση του κοινωνικού συνόλου. Μπορεί όμως και να είναι εν δυνάμει, να λειτουργεί δηλ ως υπόσχεση η προσδοκία επιβράβευσης και ως απειλή κολασμού.
Ο ενδεχόμενος έλεγχος είναι ισχυρότερος από τον ενεργό. Η πίεση που ασκεί εμφανίζεται με τη μορφή παρωθητικού ή αποτρεπτικού κινήτρου. Ο ενεργός έλεγχος ασκείται μετά την εκδήλωση της συμπεριφοράς. Ένας από τους λόγους για τους
oποίους αναλαμβάνεται είναι για να ισχυροποιήσει τον ενδεχόμενο έλεγχο, ανάγοντας τη συμπεριφορά σε παράδειγμα προς μίμηση η για αποφυγή.
Η αντίληψη της ποινής ως μέσου γενικής η ειδικής πρόληψης του εγκλήματος ως μέσου γενικής ή ειδικής πρόληψης του εγκλήματος εκφράζει αυτήν ακριβώς τη στάση απέναντι στη χρησιμότητα του ενεργού κοινωνικού ελέγχου.
Ανάλογα με τον τρόπο που διατυπώνεται και που εκφράζεται η επιδοκιμασία ή η αποδοκιμασία της συμπεριφοράς, ο κοινωνικός έλεγχος διακρίνεται σε τυπικό και άτυπο.
Τυπικός είναι ο έλεγχος που από τη μια μεριά συνδέει ορισμένη συμπεριφορά με ορισμένη συνέπεια και, από την άλλη, προβλέπει ορισμένους θεσμούς και διαδικασίες για τη διάγνωση και αξιολόγηση της συμπεριφοράς και την επέλευση
Της προβλεπόμενης συνέπειας. Ο τυπικός έλεγχος παίρνει συνήθως τη μορφή του νόμου και εκφράζεται κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο. Ο άτυπος κοινωνικός έλεγχος δεν περιβάλλεται συγκεκριμένη μορφή σε σχέση με τα διατύπωση ούτε σε σχέση με τη διατύπωση ούτε σε σχέση με την εφαρμογή του, παίρνει συχνά προσωπικό χαρακτήρα, ως επιδοκιμασία, αποδοκιμασία ή ανοχή της συμπεριφοράς συγκεκριμένου προσώπου ή συγκεκριμένης κατηγορίας ατόμων.
Τα ήθη, η κοινή γνώμη, ο σεβασμός, η καταφρόνια αποτελούν άτυπες μορφές κοινωνικού ελέγχου.