Ο κοινωνικός έλεγχος της χρήσης ψυχότροπων ουσιών

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΙΑΤΡΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ –ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ

Τα δύο κύρια συστήματα κοινωνικού ελέγχου, ο ποινικός και ο ιατρικός είτε συνυπάρχουν – για παράδειγμα, η ύπαρξη θεραπευτικών μέτρων τα οποία επιβάλλει το δικαστήριο – είτε εναλλάσσονται, καθορίζοντας κάθε φορά διαφορετικά το είδος της παρέκκλισης (έγκλημα ή ασθένεια), καθώς και τα χαρακτηριστικά του παρεκκλίνοντος ατόμου.

Αναφερόμενοι στην έννοια του αλκοολισμού ως ασθένειας, όπως την ανέλυσε ο Τζέλινεκ, είπαμε ότι δεν ήταν ο Τζέλινεκ ο πρώτος ο οποίος έδωσε μια ιατρική διάσταση στο πρόβλημα του αλκοολισμού. Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, ο θεωρούμενος ως πατέρας της αμερικάνικης ψυχιατρικής, Μπέτζαμιν Ρας, χαρακτήρισε για πρώτη φορά τη χρόνια χρήση αλκοόλ ως μια ιδιαίτερη ασθένεια, της οποίας περιέγραψε τα οργανικά και ψυχικά συμπτώματα. Λίγο αργότερα, το 1804, στην Αγγλία, ο Τόμας Τρότερ συνέγραψε μια μελέτη με τίτλο «Ιατρική, φιλοσοφική και χημική πραγματεία περί μέθης», όπου εμπεριέχεται η άποψη ότι η χρόνια χρήση αλκοόλ και η συμπεριφορά την οποία προκαλεί αποτελεί μορφή ψυχικής ασθένειας. Στο μεταξύ, το θετικιστικό πνεύμα που κυριαρχεί το 19ο αιώνα, ευνοεί αυτές τις αντιλήψεις και τη μετατροπή πολλών κατηγοριών παρέκκλισης από νομικές σε ιατρικές.

Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ωστόσο, η ιατρικοποίηση του αλκοολισμού δεν ακύρωνε τον ηθικό χαρακτηρισμό του προβλήματος. Στο πλαίσιο του αμερικάνικου κινήματος εγκράτειας, το οποίο ανθίζει το 19ο αιώνα, οι αντιλήψεις του Μπ. Ρας περί της χρόνιας χρήσης αλκοόλ λειτουργούσαν μάλλον ως επιχείρημα υπέρ της εγκράτειας παρά ως παράγοντες που απενοχοποιούσε ηθικά τον πότη. Είναι χαρακτηριστικό το ότι στα άσυλα για αλκοολικούς, που δημιουργήθηκαν στην Αμερική κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το κύριο βάρος έπεφτε στην ηθική και όχι στην ιατρική μεταχείριση του αλκοολισμού και το προσωπικό λειτουργούσε κυρίως ως «φρουροί» της εγκράτειας, ενώ η συνολική δομή της μεταχείρισης ελάχιστα διέφερε απ’ αυτή των εγκληματιών: φύλακες, σιδηρόφρακτα παράθυρα, κλειδωμένες πόρτες. Οι ίδιοι οι ηγέτες του κινήματος εγκράτειας εμφανίζονταν μάλλον διστακτικοί απέναντι στις ιατρικές αντιλήψεις για τη χρόνια χρήση αλκοόλ και τη μέθη, θεωρώντας ότι ο ιατρικός χαρακτηρισμός και η συνακόλουθη μεταχείριση ήταν μια πολύ ήπια αντιμετώπιση αυτού που στην πραγματικότητα ήταν μια ανήθικη συμπεριφορά. Έτσι, στις αρχές του 20ου αιώνα, στην Αμερική, το κίνημα εγκράτειας μετατρέπεται σε αντιαλκοολικό κίνημα, στο πλαίσιο του οποίου δίνεται τέτοια έμφαση στους κινδύνους για το κοινωνικό σύνολο που απορρέουν από τη χρήση αλκοόλ, ώστε η έννοια της ασθένειας γίνεται ένας εξαιρετικά τεχνικός όρος, για να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Οι αντιλήψεις αυτές, όπως είναι γνωστό, εκφράζονται με την ποτοαπαγόρευση (1920-33) και η χρήση αλκοόλ, εντάσσεται στο χώρο του ποινικού ελέγχου, τουλάχιστον στην Αμερική. Καθώς, λοιπόν, οι υποστηρικτές της εγκράτειας αναλαμβάνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση του προβλήματος, η ιατρική διάσταση του θέματος παγώνει για τουλάχιστον μια δεκαετία και η αναβίωση της έννοιας του αλκοολισμού ως ασθένειας, στα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, όπως είπαμε, στον Τζέλινεκ.

Η περίπτωση του αμερικάνικου κινήματος εγκράτειας αναφέρεται ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα «ηθικής εκστρατείας», η οποία σύμφωνα με την ανάλυση του Γκάσφιλντ, συνιστά δημόσια επιβεβαίωση της ισχύος των ομάδων που εκφράζουν την κυρίαρχη ηθική («σταυροφόρων ηθικής») και της ικανότητάς τους να την επιβάλλουν νομοθετικά. Σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, λοιπόν, είναι σημαντική για την αναγνώριση του κύρους αυτών των ομάδων μέσα στην κοινωνία.

Μια ανάλογη εξέλιξη παρατηρούμε σε σχέση και με τα οπιούχα. Πριν από το 19ο αιώνα η χρήση του οπίου περιοριζόταν στο πλαίσιο της ιατρικής πρακτικής, ενώ, με εξαίρεση ορισμένες ασιατικές χώρες και ιδιαίτερα την Κίνα, δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη η χρήση του για ευφορικούς λόγους. Η κατάσταση άλλαξε στη διάρκεια του 19ου αιώνα σε ότι αφορά την επέκταση τόσο της ιατρικής όσο και της εξωιατρικής χρήσης του οπίου και παραγώγων του τα οποία παρασκευάστηκαν στο μεταξύ (μορφίνη, κωδεϊνη). Η εξω- ιατρική, δηλαδή, χρήση οπιούχων, χωρίς να θεωρείται επιθυμητή συμπεριφορά, ήταν ωστόσο νόμιμη και δεν επέσυρε αντιδράσεις αποδοκιμασίας: τα άτομα που κατανάλωναν οπιούχα δεν θεωρούνταν παρεκκλίνοντα, ζούσαν φυσιολογική ζωή και δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας περιθωριακής κουλτούρας, η οποία υπήρξε αντίθετα, γέννημα του κατασταλτικού μοντέλου διαχείρισης της χρήσης οπιούχων που εμφανίστηκε ήδη στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Η δε εξάρτηση από τα οπιούχα θεωρείτο και αντιμετωπιζόταν ως ιατρικό πρόβλημα. Έτσι, ενώ δε ήταν γνωστό ότι τα οπιούχα προκαλούσαν οργανική εξάρτηση, ήταν σχεδόν άγνωστοι όροι, όπως «τοξικομανία» και «τοξικομανής» με την έννοια που χρησιμοποιούνται σήμερα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, παρασκευάζεται το άλλο παράγωγο του οπίου, η ηρωίνη, η οποία θεωρήθηκε ως πανάκεια στην ιατρική και εντάχθηκε σε ένα πλήθος ιατρικών χρήσεων, ανάμεσα στις οποίες και η θεραπεία απεξάρτησης από τη μορφίνη. Η διαδεδομένη ιατρική χρήση των οπιούχων, και ιδιαίτερα της ηρωίνης, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας θετικής στάσης απέναντι σε αυτές τις ουσίες. Η αλλαγή των κοινωνικών στάσεων, με έμφαση στο ηθικό χαρακτηρισμό της χρήσης για ευφορικούς λόγους, τοποθετείται στις αρχές του 20ου αιώνα: η διάδοση των οπιούχων αρχίζει να χαρακτηρίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα και η χρήση τους συνδέθηκε με τη διάπραξη εγκληματικών πράξεων. Έτσι, αρχίζουν να θεσπίζονται οι πρώτοι νόμοι για τον έλεγχο της χρήσης οπιούχων, ενώ συνδιασκέψεις και κινητοποιήσεις σε διεθνές επίπεδο υπογράμμιζαν τους κινδύνους που συνεπάγεται η εξω- ιατρική χρήση τους. Παράλληλα, ο κατάλογος των θεωρούμενων ως επικίνδυνων ναρκωτικών συμπληρωνόταν με την εμφάνιση και νέων ουσιών. Η αλλαγή των κοινωνικών στάσεων έρχεται, λοιπόν, ως αποτέλεσμα της «αντιναρκωτικής» προπαγάνδας και της ποινικής καταστολής της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών έξω από το πλαίσιο της ιατρικής πρακτικής.

‘Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα που διατρέχει αυτές τις αλλαγές στην πολιτική για τον έλεγχο των ναρκωτικών, αντικατοπτρίζοντας και τη διαμάχη μεταξύ των φορέων ποινικού και ιατρικού ελέγχου, είναι το παράδειγμα της Αμερικής.

Μια πρώτη εξαίρεση στο κλίμα κοινωνικής ανοχής του 19ου αιώνα απέναντι στα οπιούχα ήταν η απαγόρευση του καπνίσματος οπίου που θεσπίστηκε το 1875 στο Σαν Φρανσίσκο με την απειλή χρηματικής ποινής ή/ και φυλάκισης. Ήταν μια ρύθμιση με καθαρά φυλετικό προσανατολισμό, καθώς βασικός αποδέκτης της ήταν οι Κινέζοι εργάτες που δούλευαν στην κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών και η απαγόρευση αφορούσε το κάπνισμα οπίου στους ιδιαίτερους χώρους που σύχναζαν αυτές οι ομάδες. Στην πραγματικότητα, όμως, η απαγόρευση αυτή δε λειτούργησε, διότι έκλεισαν οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους χώρους, αλλά η χρήση επεκτάθηκε αλλού. Το παράδειγμα του Σαν Φρανσίσκο ακολούθησαν και άλλες πόλεις με ανάλογα αποτελέσματα. Το πρώτο σημαντικό νομοθέτημα, όμως, της αμερικάνικης πολιτικής κατά του οπίου δεν ήταν ένα ποινικό νομοθέτημα, αλλά αφορούσε φορολογικού τύπου ρυθμίσεις για όσους κατείχαν και διαχειρίζονταν ποσότητες οπιούχων, εξαιρώντας απ’ αυτές τις ρυθμίσεις την ιατρική χρήση.

Αν, όμως, αυτή η πολιτική ικανοποίησε αρχικά τους φορείς του ιατρικού ελέγχου, οι οποίοι ουσιαστικά διατήρησαν το μονοπώλιο, δεν άργησαν να εμφανιστούν οι πρώτες αντιδράσεις από τη μεριά των φορέων του τιμωρητικού μηχανισμού, με αποτέλεσμα, σε λίγα χρόνια, αυτή η νομοθεσία να γίνει το μέσο μιας πολιτικής για την εξάλειψη της εξάρτησης. Έτσι,  ελάχιστα χρόνια μετά την έναρξη της ισχύος της απαγορεύτηκε στους γιατρούς να χορηγούν οπιούχα για θεραπεία συντήρησης, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μαύρης αγοράς, η ύπαρξη της οποίας απαντούσε στην ανάγκη των εξαρτημένων – που έμειναν ιατρικά ακάλυπτοι – να συνεχίσουν να προμηθεύονται τη δόση τους. Υπήρξαν, λοιπόν, κάποιες αποσπασματικές προσπάθειες που έτειναν στην αντιμετώπισαν του προβλήματος της συντήρησης των εξαρτημένων (δημιουργία κλινικών για νόμιμη χορήγηση οπιούχων), οι οποίες, όμως, ατόνησαν για να εγκαταλειφθούν τελικά προς τα μέσα της δεκαετίας του ’20, όταν κυριάρχησε η πολιτική της καταστολής που συμπεριλάμβανε και το στόχο της εξάλειψης της εξάρτησης.

Η πολιτική αυτή παγιώθηκε τα επόμενα χρόνια, με τη θέσπιση και μιας σειράς άλλων νόμων, οι οποίοι είχαν καθαρά απαγορευτικό χαρακτήρα και αφορούσαν τη χρήση και άλλων ουσιών, όπως η κάνναβη. Είναι ένα παιχνίδι που παίζεται από τις ίδιες τις κυβερνήσεις όχι μόνο των ΗΠΑ και της CIA αλλά και άλλων κρατών να κρατάνε τους λαούς τους υπό καταστολή αλλά και τα τεράστια κέρδη που φέρνει το εμπόριο ναρκωτικών που δεν μπορεί να αφήσει έξω αξιωματούχους, προέδρους, πρωθυπουργούς, διεφθαρμένους με την ιδέα του χρήματος.

Απλώς αν κοιτάξουμε συνολικά το πώς μεταχειρίζονται οι χώρες το πρόβλημα των ναρκωτικών το μόνο αποτέλεσμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι δεν θέλουν να το λύσουν. Είναι ζεστό «μαύρο χρήμα» που με τα χρόνια αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των εξαρτημένων και φθάνουμε μάλιστα από ένα σημείο και μετά στην ποινικοποίηση του χρήστη και όχι στην ποινικοποίηση αυτών που είναι ουσιαστικά υπεύθυνοι για την υπαρξή του στην «μαύρη αγορά».

 

Πηγή: Αφροδίτη Κουκουτσάκη (απόσπασμα του άρθρου της)