Ο Λακάν σε πλαίσιο

 

Ο Λακάν μεγάλωσε σε μια εύπορη μεσοαστική καθολική οικογένεια στο Μονπαρνάς του Παρισιού. Φοίτησε σε ένα υψηλού κύρους καθολικό σχολείο, το κολέγιο Stanislas, όπου αναγνωρίστηκε ως ένας λαμπρός, αν και όχι εξαίρετος, μαθητής. Ο Λακάν, ωστόσο, ήταν άριστος στα θρησκευτικά και τα λατινικά. Κατά τα σχολικά του χρόνια, ανέπτυξε ένα δια βίου πάθος για την φιλοσοφία και συγκεκριμένα για το έργο του Μπαρούχ Σπινόζα, το οποίο αφορούσε κατά κάποιο λόγο την ιδέα της ύπαρξης του Θεού. Ο Σπινόζα ήταν Εβραίος, αλλά τον αφόρισαν ως αιρετικό με αφορμή το έργο του, ενώ οι χριστιανοί τον κατήγγειλαν ως άθεο. Στο σχολείο, ο Λακάν κρέμασε στον τοίχο του δωματίου του ένα διάγραμμα της μετά θάνατον δημοσιευμένης Ηθικής του «άθεου» Σπινόζα- μια σαφώς ανατρεπτική πράξη υπό το πρίσμα της μεσοαστικής καθολικής ανατροφής του και μια κίνηση που συχνά ερμηνεύεται ως μια πρώιμη ένδειξη της στάσης του απέναντι στους θεούς και στην εξουσία. Τελειώνοντας το σχολείο, ο Λακάν συνέχισε τις σπουδές του στην ιατρική και ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ψυχώσεις. Φαινόταν αποφασισμένος να ακολουθήσει μια συμβατική καριέρα στην ψυχιατρική, ώσπου στις αρχές του 1930 είχε δύο καθοριστικές διανοητικές συναντήσεις. Πρώτον, το 1930 διάβασε ένα άρθρο για την «Παράνοια» σε ένα σουρεαλιστικό περιοδικό από ένα ελάχιστα γνωστό τότε ζωγράφο, τον Σαλβαντόρ Νταλί (1904-1989). Δεύτερον, το 1931 ξεκίνησε να διαβάζει Φρόυντ. Αυτές οι δύο συναντήσεις επρόκειται να ωθήσουν τον Λακάν σε μια δια βίου ενασχόληση με την ψυχανάλυση και τον μετασχηματισμό του πεδίου της ψυχανάλυσης.

Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ψυχανάλυση ξεκίνησε με τον Φρόυντ και τη δημοσίευση του έργου του Η ερμηνεία των Ονείρων το 1900 και λίγο αργότερα όπως η Ψυχοπαθολογία της Καθημερινής ζωής (1901), το Ευφυολόγημα και η Σχέση του με το Ασυνείδητο (1905) και οι Τρεις Μελέτες για τη θεωρία της Σεξουαλικότητας (1905). Τη δεκαετία του 1920, καθώς το ενδιαφέρον για τον αναδυόμενο κλάδο της ψυχανάλυσης αυξανόταν, η ψυχανάλυση γινόταν αντιληπτή με πολύ διαφορετικούς τρόπους από χώρα σε χώρα. Αρχικά, στη Βόρεια Αμερική και στη Βρετανία, τα επαγγέλματα της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας αγκάλιασαν θερμά αυτό που ο Φρόυντ φημολογείται ότι αποκαλούσε «σύγχρονη μάστιγα». Ο Φρόυντ ασκούσε τεράστια επιρροή στη νεωτεριστική λογοτεχνία και προωθούνταν ιδιαίτερα από τη μυθιστοριογράφο και κριτικό Βιρτζίνια Γούλφ και από την «Ομάδα του Μπλούμσμπερι», έναν κύκλο διανοούμενων στον οποίο η Γουλφ κατείχε εξέχουσα θέση. Στη Γαλλία, ωστόσο, η ψυχανάλυση απορρίφθηκε σε όλα τα μέτωπα: το επιστημονικό, το ιατρικό, το θρησκευτικό και το πολιτικό. Όπως επισημαίνει ένας κρητικός, «οι Γάλλοι αντιτάχθηκαν στην ψυχανάλυση από τόσες πολλές κατευθύνσεις που αρμόζει να μιλήσουμε για μια αντιψυχαναλυτική κουλτούρα». Μάλιστα, ακόμα και μέχρι τη δεκαετία του 1950 και τις αρχές του 1960, η ψυχιατρική στη Γαλλία παρέμενε αναμφισβήτητα αντιψυχαναλυτική. Ως απάντηση σε αυτή την αντιπαλότητα, το γαλλικό ψυχαναλυτικό, κατεστημένο – υπό την καθοδήγηση της Μαρίας Βοναπάρτη, μιας από τις πρώτες μαθήτριες και από τις στενότερες συναδέλφους του Φρόυντ- επέμενε ότι η ψυχανάλυση αποτελούσε μια επιστήμη που συνδέεται στενά με την ιατρική. Η Βοναπάρτη και οι σύμμαχοί της στην Ψυχαναλυτική Εταιρεία του Παρισιού έδιναν έμφαση στις βιολογικές και τις ιατρικές πτυχές της ψυχανάλυσης και απαιτούσαν όποιος επιθυμούσε να γίνει αναλυτής να έχει ολοκληρώσει πρώτα την ιατρική εκπαίδευση.

Ο υπερρεαλισμός ωστόσο προσέφερε στον νεαρό Λακάν μια εναλλακτική διαδρομή προς την ψυχανάλυση και την καθοριστική σύνδεση με την κλινική πρακτική του στην ψυχιατρική. Οι υπερρεαλιστές εγκολπώθηκαν πλήρως την ψυχανάλυση και κατά την διάρκεια των ιατρικών του σπουδών ο Λακάν ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με το εν λόγω κίνημα. Ο υπερρεαλισμός ήταν ένα λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Παρίσι, με ιδρυτικό πρόσωπο τον συγγραφέα και ποιητή τον Αντρέ Μπετόν. Ο Αντρέ Μπετόν ήταν εξοικειωμένος με το έργο του Φρόυντ πάνω στα όνειρα και ανέπτυξε μια τεχνική «αυθόρμητης» γραφής για να προσφέρει ελεύθερη έκφραση στις ασυνείδητες σκέψεις και επιθυμίες. Όμοια, οι υπερρεαλιστές ζωγράφοι, όπως ο Νταλί, επιχείρησαν να ζωγραφίσουν την «πραγματικότητα» των ονείρων τους, την οποία αντιλαμβάνονταν περισσότερο «πραγματική» από την πεζή πραγματικότητα του καθημερινού μας κόσμου. Το 1932, και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Λακάν ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή πάνω στην Παρανοϊκή ψύχωση και τις σχέσεις της με την προσωπικότητα. Περίπου την ίδια περίοδο ξεκίνησε με τον Ρούντολφ Λεβενστάιν, τον πιο διακεκριμένο εκπαιδευτή – αναλυτή της SPP (αναγνωρισμένο ψυχαναλυτή, καταρτισμένο στην εκπαίδευση άλλων αναλυτών εντός της Εταιρείας). Υπήρξε ανέκαθεν μια κάποια διαμάχη γύρω από το ζήτημα της ανάλυσης του Λακάν, με τους επικριτές του να αμφισβητούν το πόσο επιτυχής ήταν και το κατά πόσο την ολοκλήρωσε ή όχι. Είναι γνωστό ότι η σχέση του με τον αναλυτή του ήταν μια ιδιαίτερα «θυελλώδης»  που τελείωσε άδοξα το 1938. Εκείνο που είναι ξεκάθαρο είναι ότι ο Λακάν πέρασε έξι χρόνια σε ανάλυση – διάστημα μεγαλύτερο από το συνηθισμένο για την εποχή – και ότι παρέμεινε σε ανάλυση εως ότου έγινε δεκτός ως εκπαιδευτής – αναλυτής. Κατά την περίοδο αυτή, οι δεσμοί του Λακάν με τους υπερρεαλιστές αναπτύχθηκαν περισσότερο. Ήταν φίλος του Αντρέ Μπετόν και του Σαλβαντόρ Νταλί, ενώ αργότερα θα γινόταν προσωπικός γιατρός του ζωγράφου Πάμπλου Πικάσο. Παρακολούθησε τις πρώτες δημόσιες αναγνώσεις το 1921 του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις (1882 – 1941) και ήταν μια ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία στα καφέ και τα βιβλιοπωλεία της αριστερής όχθης του Παρισιού. Το 1933, ο Νταλί θα αναφερόταν στη διδακτορική διατριβή του Λακάν στο πρώτο τεύχος του υπερρεαλιστικού περιοδικού Minotaure, ενώ ο ίδιος ο Λακάν θα συνέβαλε σημαντικά σε αυτό και σε άλλες δημοσιεύσεις των υπερρεαλιστών.

Η διδακτορική διατριβή του Λακάν ήταν τότε γραμμένη σε ένα γενικά αντιψυχαναλυτικό κλίμα και παρέμενε στα όρια των κατεστημένων ψυχιατρικών κατηγοριών και θεωριών, αντλώντας ωστόσο ταυτόχρονα στοιχεία από τους εναλλακτικούς πόρους του υπερρεαλιστικού κινήματος. Τη δεκαετία του ’50, όταν ο Λακάν ξεκίνησε ένα σεμινάριο, θα διατύπωνε τις ιδέες του σε ευθεία αντίθεση προς την έμφαση στον βιολογικό παράγοντα της Μαρία Βοναπάρτη και της «Ψυχολογίας του Εγώ». Η Ψυχολογία του Εγώ αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ τα χρόνια που ακολούθησαν τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και επικεντρώθηκε στους τρόπους ενίσχυσης των μηχανισμών άμυνας του συνειδητού νου παρά στα ασυνείδητα κίνητρα των πράξεών μας, όπως συμβαίνει στην κλασική ψυχανάλυση. Ο Ρούντολφ Λεβενστάιν, ο εκπαιδευτής – αναλυτής του Λακάν, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Ψυχολογίας του Εγώ, αφότου διέφυγε από τους Ναζί τη δεκαετία του 1940. Για τον Λακάν και τα δυό αποτελούσαν μια προδοσία απέναντι στην ψυχανάλυση. Ήταν κάθετα αντίθετος απέναντι απαίτηση της SSP να υποβάλλονται οι αναλυτές σε ιατρική εκπαίδευση και θεωρούσε ότι η ψυχανάλυση ήταν πολύ στενότερα συνδεδεμένη με την φιλοσοφία και τις τέχνες, και αργότερα με τα μαθηματικά παρά με την ιατρική. Από την αρχή, το έργο το έργο του Λακάν ήταν ριζωμένο σε μια ευρύτερη πολιτισμική κατανόηση του ασυνείδητου και της ψυχικής νόσου. Σε αντίθεση με την αγγλοαμερικάνικη ψυχιατρική και ψυχολογία, η γαλλική παράδοση διατηρούσε πάντα ένα πιο ποιητικό και αισθητικό στοιχείο. Αυτός είναι ίσως ένα ακόμα λόγος για τον οποίο εξαπλώθηκε τόσο στους κλάδους των ανθρωπιστικών επιστημών τη δεκαετία του 1970.

Παρά τη σπουδαία επιρροή που άσκησε τελικά το έργο του Λακάν από την αρχή της καριέρας του, ακολούθησε μια πορεία σύγκρουσης με το ψυχαναλυτικό κατεστημένο. Μάλιστα, ήδη από την εποχή των πρώτων δημοσιεύσεών του, το όνομα «Λακάν» ήταν αχώριστο με κάποιες από τις πιο σκληρές κριτικές που θα μπορούσε κανείς να διαβάσει.