Ο μηδενιστικός φόνος

 

 

Το παράλογο έγκλημα και το λογικό έγκλημα προδίδουν κι αυτά, με τον ίδιο τρόπο την αξία που προβάλλει από το κίνημα της εξέγερσης. Αρχίζουμε με το πρώτο. Αυτός που αρνείται τα πάντα και παίρνει το δικαίωμα να σκοτώνει, ο Σαντ, ο δανδής φονιάς, ο ανελέητος Μοναδικός, ο Καραμαζώφ, οι ζηλωτές του μανιασμένου ληστή, ο σουρεαλιστής που πυροβολεί μέσα στο πλήθος, διεκδικούν τελικά την ολοκληρωτική ελευθερία, την απεριόριστη επίδειξη της ανθρώπινης έπαρσης. Ο μηδενισμός συγχέει με το ίδιο μένος πλάστη και πλάσματα. Καταργώντας κάθε αξίωμα ελπίδας, απορρίπτει κάθε όριο και, τυφλωμένος από μιαν αγανάκτηση που ούτε καν αντιλαμβάνεται πλέον τις αιτίες της, καταλήγει να θεωρεί ότι είναι αδιάφορο να σκοτώνεις αυτό που είναι ήδη προορισμένο να πεθάνει.

Αλλά οι αιτίες της, η αμοιβαία αναγνώριση ενός κοινού πεπρωμένου και η επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους είναι πάντα ζωντανές. Η εξέγερση τις είχε διακηρύξει και είχε υποσχεθεί να τις υπηρετήσει. Παράλληλα, είχε καθορίσει, ενάντια στον μηδενισμό, ένα κανόνα συμπεριφοράς που δεν είχε ανάγκη να περιμένει το τέλος της ιστορίας για να φωτίσει τη δράση και που, εντούτοις, δεν είναι τυπικός. Αντίθετα από την ιακωβική ηθική, ξεχώριζε αυτό που ξεφεύγει από τον κανόνα και τον νόμο. Άνοιγε τα μονοπάτια σε μια ηθική που, αντί να υπακούει σε αφηρημένες αρχές, τις ανακαλύπτει μόνο στον πυρετό της εξέγερσης, στην αδιάκοπη αντίδραση της αμφισβήτησης. Τίποτα δεν επιτρέπει να πούμε πως αυτές οι αρχές υπήρχαν ανέκαθεν, σε τίποτε δεν χρησιμεύει να δηλώσουμε ότι θα υπάρχουν. Υπάρχουν, ωστόσο, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα που υπάρχουμε κι εμείς. Αρνούνται μαζί με εμάς, και σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, τη δουλεία, το ψέμα και την τρομοκρατία.

 

Δεν υπάρχει, βέβαια, τίποτα το κοινό ανάμεσα σ’ έναν αφέντη και σε ένα σκλάβο, δεν μπορούμε να μιλάμε και να επικοινωνούμε με μια υποδουλωμένη ύπαρξη. Αντί γι’ αυτό τον ελεύθερο διάλογο που εξυπακούεται, στον οποίο αναγνωρίζουμε την ομοιότητά μας και το κοινό πεπρωμένο μας, η σκλαβιά επιβάλλει την πιο τρομερή σιωπή. Η αδικία είναι άθλια για τον επαναστάτη, όχι γιατί αυτό έρχεται σε αντίθεση με μια αιώνια ιδέα δικαιοσύνης που δεν ξέρουμε που να την τοποθετήσουμε, αλλά γιατί διαιωνίζει την σιωπηρή εχθρότητα που χωρίζει τον δυνάστη από τον καταπιεζόμενο. Σκοτώνει και τη λίγη ζωή που μπορεί να έρθει στον κόσμο χάρη στη συνενοχή των ανθρώπων μεταξύ τους. Με τον ίδιο τρόπο, επειδή ο άνθρωπος που ψεύδεται παραμένει αδιαπέραστος για τους άλλους ανθρώπους, το ψέμα καταδικάζεται και, σε ένα κατώτερο βαθμό, ο φόνος και η βία που επιβάλλουν την οριστική σιωπή.Η συνενοχή και η επικοινωνία που αποκαλύπτονται με την εξέγερση μπορούν να υπάρξουν μόνο μέσα στον ελεύθερο διάλογο. Κάθε διφορούμενο, κάθε παρεξήγηση προκαλεί τον θάνατο, μόνο η ξεκαθάρη γλώσσα, οι απλές λέξεις μπορούν να μας γλιτώσουν απ’ αυτό το θάνατο. Η κορύφωση όλων των τραγωδιών βρίσκεται στην κωφότητα των ηρώων. Ο Πλάτωνας έχει δίκιο, αντίθετα με τον Μωυσή και τον Νίτσε. Ο διάλογος στο επίπεδο του ανθρώπου στοιχίζει λιγότερο από το ευαγγέλιο των ολοκληρωτικών θρησκειών, που γίνεται μονόλογος και υπαγορεύεται ψηλά από ένα μοναχικό βουνό. Στη σκηνή όπως και στη ζωή, ο μονόλογος προηγείται του θανάτου. Κάθε επαναστάτης, λοιπόν, μόνο με την οργή που τον ξεσηκώνει ενάντια στον καταπιεστή, υπερασπίζεται τη ζωή, δεσμεύεται να αγωνιστεί κατά της δουλείας, του ψέματος, και της τρομοκρατίας, και βεβαιώνει, σε χρόνο αστραπή, ότι αυτές οι τρεις μάστιγες επιβάλλουν την κυριαρχία της σιωπής ανάμεσα στους ανθρώπους, τους θολώνουν και τους εμποδίζουν να σμίξουν στη μοναδική αξία που μπορεί να τους σώσει από το μηδενισμό, τη μακρόχρονη συνενοχή των ανθρώπων που παλεύουν με τη μοίρα τους.

 

Πηγή: O επαναστατημένος άνθρωπος- Αλμπέρ Καμύ