Το δεύτερο χαρακτηριστικό των παράνομων αγορών είναι το υψηλό κόστος των συναλλαγών. Αυτό υπερβαίνει κατά πολύ εκείνο της νόμιμης αγοράς, γιατί περιλαμβάνει έξοδα τα οποία προκύπτουν από τη μυστικότητα των επιχειρήσεων και την ανάγκη περιορισμού του κινδύνου σύλληψης των μελών, κατάσχεσης των προϊόντων, διάλυσης της επιχείρησης αλλά και εξαπάτησης, επειδή οι παράνομες επιχειρήσεις δεν μπορούν να προσφύγουν στον μηχανισμό της δικαιοσύνης για την προστασία των συμφερόντων τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες από εγκληματικές οργανώσεις

Οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην τιμή αγοράς και πώλησης των προϊόντων που χαρακτηρίζουν τις παράνομες επιχειρήσεις οφείλονται ακριβώς σ’ αυτούς τους κινδύνους. Για παράδειγμα, η τιμή λιανικής πώλησης των ναρκωτικών υπολογίζεται ότι είναι πολλαπλάσια της τιμής που θα είχε το προϊόν εάν η συναλλαγή από τον παραγωγό μέχρι τον προμηθευτή ήταν νόμιμη και δεν μεσολαβούσαν τόσα στάδια, τα οποία σύμφωνα με εκτιμήσεις ανέρχονται στα 10 με 15. Οι πιθανότητες σύλληψης αυξάνουν ανάλογα μη τη συχνότητα συναλλαγών, το είδος του εμπορευόμενου προϊόντος και την κοινωνική ανοχή. Γι’ αυτό οι συναλλαγές διαρθρώνονται έτσι ώστε να περιορίζονται οι δοσοληψίες της επιχείρησης σε υψηλό επίπεδο. Αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος που πολλοί αρχηγοί του παραδοσιακού οργανωμένου εγκλήματος ήταν γνωστοί με τα υποκοριστικά τους ονόματα.

Επίσης η Μαφία είχε συγκροτηθεί με βάση συγγενικούς δεσμούς, σχέσεις κηδεμονίας και φιλίας. Για να εξουδετερωθούν μάλιστα εισχωρήσαντες «εξωτικοί» χρησιμοποιείτο η ενσωμάτωση στην «οικογένεια».

Η μυστικότητα σχετικά με την ταυτότητα των πραγματικών πρωταγωνιστών της παράνομης επιχείρησης και την περιορισμένη ροή πληροφοριών εξασφαλίζεται συνήθως με πολλές παρακαμπτήριες οδούς. Αυτή η μέθοδος είναι χρονοβόρα και πολυέξοδη, διότι απαιτείται η παρέμβαση πολλών προσώπων.

Στην αγορά υπάρχουν, σύμφωνα με τον Reuter, έξι ρόλοι: του επιχειρηματία, του υπάλληλου ή του πράκτορα, του προμηθευτή, του εγγυητή, του ρυθμιστή, δηλαδή της αστυνομίας ή των αρμοδίων δημοσίων λειτουργών και του πελάτη, τελικού αποδέκτη προϊόντων και υπηρεσιών.

Για τον επιχειρηματία, οι συνεργάτες του, και κυρίως οι υπάλληλοι της επιχείρησης, αποτελούν τη βασική απειλή επειδή είναι καλύτερα πληροφορημένοι από τον καθένα για τις δραστηριότητες της οργάνωσης. Γι’ αυτό επιδιώκεται, πρώτον ο περιορισμός του αριθμού των ατόμων που έχουν επαφή μαζί του και δεύτερον, η εξασφάλιση της αφοσίωσής τους συνήθως μέσω πληρωμής υψηλών αμοιβών, η οποία όμως δεν είναι δυνατή σε όλες τις επιχειρήσεις. Μια άλλη στρατηγική είναι ο εκφοβισμός, ο οποίος ασκείται με τη φήμη ότι ο αρχηγός τιμωρεί όσους απειλούν την επιχείρησή του ή και τον ίδιο. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να δημιουργήσει άλλο ένα δίκτυο ανθρώπων που θα τον προστατεύουν.

Επομένως για την μείωση των κινδύνων οι παράνομες επιχειρήσεις πρέπει να είναι μικρές. Δεν μπορούν δηλαδή να αναπτύξουν μεγάλη ακτίνα δράσης, όπως οι νόμιμες, ούτε να πραγματοποιούν διαρθρωτικές αλλαγές που να μειώνουν το κόστος τους, πχ, αγορά αεροπλάνων για τη μεταφορά παράνομων προϊόντων, διότι αυξάνεται ο αριθμός των υπαλλήλων, ο κίνδυνος κατάδοσης και τα έξοδα διοίκησης. Όμως και αυτό φαίνεται να αλλάζει τα τελευταία χρόνια, όπως δείχνει η περίπτωση των Αλβανών εμπόρων ναρκωτικών που κινούνται στο χώρο της Μεσογείου. Σύμφωνα με μαρτυρίες σε δική μας έρευνα για συναφές θέμα, προέκυψε ότι οι Αλβανοί έμποροι ναρκωτικών δεν μισθώνουν πλέον πλοία για τη διακίνηση ναρκωτικών, λαθρομεταναστών, παιδιών και γυναικών για σεξουαλική εκμετάλλευση, αλλά έχουν αγοράσει δικά τους και έχουν ανεξαρτητοποιηθεί, ενώ τα κέρδη τους έχουν πολλαπλασιασθεί. Παράλληλα, η δυνατότητα διαρθρωτικών αλλαγών και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της επιχείρησης, εξαρτάται από την εχθρικότητα του περιβάλλοντος. Οι μεγαλέμποροι κοκαϊνης των καρτέλ Medellin διέθεταν ολόκληρο στόλο αεροπλάνων ενώ του καρτέλ Cali ήταν ιδιοκτήτες πολλών τραπεζών.

Από την άλλη πλευρά, η επιχείρηση δεν έχει τη δυνατότητα να επενδύει σε νέα τεχνογνωσία του προσωπικού της επειδή είναι εφήμερη. Επίσης, η επιχείρηση δεν είναι με την τυπική έννοια φερέγγυα. Δεν μπορεί να απευθυνθεί σε νόμιμους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για την οικονομική ενίσχυση των δραστηριοτήτων της, εφόσον δεν υπόκειται σε λογιστικό έλεγχο, δεν έχει νόμιμα βιβλία, δεν μπορούν να υποθηκευθούν τα περιουσιακά της στοιχεία, ενώ ο θάνατος ή σύλληψη του επιχειρηματία δεν δίνουν εχέγγυα για την είσπραξη των οφειλόμενων από αυτήν ποσών. Τα παραπάνω εμποδίζουν την ανάπτυξη της επιχείρησης, με αποτέλεσμα τη συχνή αλλαγή της επιχειρηματικής δράσης της, ενώ την εξαναγκάζουν να περιορίζουν την αλυσίδα των συναλλασσομένων με αυτήν προσώπων και οργανώσεων, κυρίως με την συνεργασία ατόμων της ίδιας εθνικής, φυλετικής καταγωγής κλπ. Δημιουργείται δηλαδή μια μορφή «οργανικής αλληλεγγύης», όπως τη χαρακτήρισε ο Durkheim, ο οποία βασίζεται στις συγγενικές σχέσεις και τους φιλικούς δεσμούς.

Η ανάγκη λοιπόν να υπάρχει κάποιος βαθμός εμπιστοσύνης μεταξύ των συναλλασσόμενων, εξασφαλίζεται με την κοινή εθνική, φυλετική, θρησκευτική, τοπική καταγωγή ή πολιτική ιδεολογία. Η αμοιβαία  ηθική δέσμευση των μελών μιας ομάδας, η οποία βασίζεται στην κοινή προέλευση, συμβάλλει στην τήρηση της μυστικότητας και την επίτευξη των στόχων της, είναι δε μεγαλύτερης σημασίας απ’ ότι η απειλή κυρώσεων και βίας, ενώ «σύμπτωση στόχων» λειτουργεί ως μηχανισμός εξουδετέρωσης των κινδύνων από πιθανές καιροσκοπικές επιλογές και «διπλά παιχνίδια». Έτσι ερμηνεύεται  η δημιουργία «συμπαγών» εγκληματικών ομάδων που οι Αμερικανοί της απέδωσαν χαρακτήρα «εθνικής συνωμοσίας».

Η ομοιογενής σύνθεση αυτών των ομάδων μπορεί να είναι τυπικό χαρακτηριστικό, δεν συνιστά όμως και αποκλειστικό στοιχείο της παράνομης αγοράς. Οι Ouchi και Jaeger (1978) παρατήρησαν ότι σύγχρονες νόμιμες επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται από υψηλή απόδοση των εργαζομένων, είναι διαρθρωμένες σε ομάδες με έντονους δεσμούς αλληλεγγύης. Είναι γνωστό εξάλλου ότι μεγάλες επιχειρήσεις επιδιώκουν τη μείωση της απόστασης της επιχείρησης από τα μέλη της και την ενίσχυση ενός ομαδικού πνεύματος με ποικίλους τρόπος (ομαδική διασκέδαση, ομαδικές διακοπές, άμιλλα και ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων κά). Επισημαίνεται ωστόσο, ότι οι διαπροσωπικές και η «αλληλεγγύη» μπορούν να αρκούν για την παραγωγή των αγαθών, αλλά δεν αρκούν για την δράση μιας επιχείρησης. Η διακίνηση και η προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών πραγματοποιείται σε μια απρόσωπη και διεθνοποιημένη αγορά, η οποία λειτουργεί με βάση τυποποιημένες τεχνικές επικοινωνίας και ανταλλαγών και απαιτεί ανάλογη στρατηγική.

Οι παράνομες αγορές, όμως, σε αντίθεση με τις νόμιμες, δεν χαρακτηρίζονται από απρόσωπες μορφές επικοινωνίας και διάθεσης του προϊόντος λόγω των κινδύνων που διατρέχουν. Οι παράνομοι επιχειρηματίες χρειάζεται να γνωρίζουν το βιογραφικό εκείνου που συναλλάσσονται. Επειδή λοιπόν υπάρχει ανάγκη μυστικότητας αλλά ταυτόχρονα και δράσης, έχουν δημιουργηθεί ασφαλιστικές δικλίδες, τα λεγόμενα «παράνομα δίκτυα» τα οποία μπορούν να χειριστούν όσες πληροφορίες είναι απαραίτητες για την ασφαλή διεξαγωγή των συναλλαγών και να δημιουργήσουν ένα «επίπεδο αξιοπιστίας» μεταξύ των συναλλασσομένων οι οποίοι ίσως δεν γνωρίζονται. Αυτά αποτελούν ένα συνδυασμό κλίκας, με την έννοια μιας ομάδας η οποία συνδέεται περισσότερο τυχαία εξαιτίας κάποιου κοινού συμφέροντος ή συμβίωσης, και γραφειοκρατικής οργάνωσης. Τα παράνομα δίκτυα συνδυάζουν, δηλαδή, χαρακτηριστικά γραφειοκρατικών οργανώσεων και ομάδων των οποίων η ύπαρξη και δράση στηρίζεται στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Το μέλος μιας ομάδας κερδοσκόπων, λαθρεμπόρων όπλων, ναρκωτικών κλπ, υποστηρίζεται από ένα δίκτυο το οποίο εκτείνεται σε πολλές χώρες, έθνη και πολιτισμούς. Το δίκτυο διαθέτει, αφενός μεν, τη διάρκεια και την τυποποίηση των γραφειοκρατικών οργανώσεων και, αφετέρου, την ευελιξία και αξιοπιστία των άτυπων ομάδων. Τα δίκτυα εξασφαλίζουν τη διακίνηση προϊόντων και τη διάθεση υπηρεσιών σε χαμηλές τιμές με μειωμένους κινδύνους, η συμμετοχή στο δίκτυο είναι η πιστοποίηση της φερεγγυότητας του επιχειρηματία.

Οι παράνομοι επιχειρηματίες συμμετέχοντας στα εν λόγω δίκτυα, μπορούν να συγκαλύπτουν τη δράση τους, διότι αυτά προστατεύονται από άλλα μεγαλύτερα δίκτυα, εμπορικά ή επικοινωνιακά- τα οποία δημιουργούνται  από μεταναστευτικά κύματα – ή από τα «δίκτυα ισχύος».

Ό όρος «εμπορικά δίκτυα» προέρχεται από τον ανθρωπολόγο Albert Cohen (1971) και αναφέρεται σ’ ένα «έθνος το οποίο συντίθεται από κοινωνικά αλληλεξαρτώμενες αλλά τοπικά διεσπαρμένες κοινότητες». Τυπική περίπτωση έθνους διασποράς είναι οι Εβραίοι. Οι κοινότητές τους εκτείνονται στην Ευρώπη, στην Ασία, και στην Αμερική και έχουν αναπτύξει ένα διεθνές εμπορικό δίκτυο, το οποίο σύμφωνα με έρευνες διακινεί (μυστικά) μετάξύ άλλων ισδραηλινά όπλα. Οι ομάδες της σικελικής Μαφίας και της Ndragheta στην Κολομβία επίσης, που ασχολούνται με το εμπόριο ηρωίνης, στηρίζονται σ’ ένα παράνομο δίκτυο το οποίο εκτείνεται στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία λόγω του μεγάλου αριθμού μεταναστών της Νότιας Αυστραλίας σ’ αυτές της χώρες, από τις αρχές του αιώνα μέχρι τη δεκαετία του ’70.

Η ευρύτητα του δικτύου στο οποίο συμμετέχει μια παράνομη ομάδα είναι από τα βασικότερα στοιχεία που προσδιορίζουν τη θέση της στην παγκόσμια ιεραρχία του οργανωμένου εγκλήματος. Ούτε η οικονομική δύναμη, ούτε η ισχυρή πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό (καρτέλ Medellin) είναι τόσο σημαντικές για μια οργάνωση, όσο η δυνατότητά της να χρησιμοποιεί διηπειρωτικά δίκτυα και να υποστηρίζεται από εθνικούς θύλακες οι οποίοι συγκαλύπτουν τις παράνομες επιχειρήσεις της. Η έλλειψη τέτοιων θυλάκων στην Ευρώπη εμπόδισε προφανώς το κολομβιανό καρτέλ Medellin να κυριαρχήσει στην Ευρωπαϊκή αγορά ηρωίνης, όταν η αμερικάνικη είχε κορεσθεί, αφού η γέφυρα με την Ισπανία δεν αποδείχθηκε αρκετή για την εξάπλωση της δράσης των κολομβιανών οργανώσεων.

Σημαντικός είναι, όπως φάνηκε, ο ρόλος των μεταναστών τόσο των νόμιμων όσο και των παράνομων. Η εκμετάλλευσή τους στην ανταλλαγή πληροφοριών για τις επιχειρήσεις της οργάνωσης δημιουργεί «δίκτυα επικοινωνίας», ενώ η μετακίνησή τους σε διαφορετικά μέρη βοηθά παράλληλα την εξάπλωση της δράσης της οργάνωσης.

Τα «δίκτυα ισχύος» προέκυψαν από οργανώσεις οι οποίες δημιουργήθηκαν σε εθελοντική βάση με νόμιμους στόχους (ενίσχυση πολιτισμικών και θρησκευτικών αξιών, φιλανθρωπικές δραστηριότητες, νόμιμη προώθηση κοινών συμφερόντων κλπ.) Η δράση τους όμως ήταν αρκετά παρασκηνιακή και η ταυτότητα των μελών τους απόρρητη. Σε αυτά τα δίκτυα παρεισφέρουν συχνά εγκληματικές ομάδες με στόχο την προώθηση δικών τους συμφερόντων, δηλαδή δημιουργώντας ένα υποδίκτυο στο εσωτερικό τους.

Τέτοια δίκτυα, σύμφωνα με τις έρευνες του Arlacchi (1989-1995) αλλά και άλλων, συνέβαλαν τις τελευταίες δεκαετίες, στην ενίσχυση των επαφών των μεγάλων ομάδων του οργανωμένου εγκλήματος για την πολιτική εξουσία (Ιταλία, ΗΠΑ). Το 1998, διαπιστώθηκε ότι η σικελική Μαφία είχε χρησιμοποιήσει την Ένωση Canalierati del Santo Sepolcro και άλλους μασονικούς κύκλους ως τόπο συνάντησης των αρχηγών των σημαντικότερων «οικογενειών» του οργανωμένου εγκλήματος, με στελέχη της οικονομικής εγκληματικότητας και με επιφανείς προσωπικότητες της πολιτικής και της δικαιοσύνης της Σικελίας. Ένας από τους «μετανοήσαντες» αρχηγούς της Μαφίας, ο Giuseppe Calderone, ο οποίος συνεργάστηκε με τις δικαστικές αρχές, κατέθεσε ότι το 1977 υψηλόβαθμα στελέχη της σικελικής Μαφίας συναντήθηκαν με εκπροσώπους της Μασονίας στην προσπάθειά τους να συσφίξουν τις σχέσεις τους και να εξασφαλισθεί η αμοιβαία υποστήριξη. Ο Calderone δήλωσε ότι έγιναν επαφές με δικαστές του Παλέρμο οι οποίοι ανήκαν στη μασονία, με σκοπό, μεταξύ άλλων την παροχή πληροφοριών για την πορεία των ερευνών σχετικά με τις συγκεκριμένες οργανώσεις.

Η υπεροχή των δικτύων στις εγκληματικές αγορές, έναντι των μεμονωμένων οργανώσεων ακόμη και των μεγάλων, δεν οφείλεται μόνο στην ικανότητά τους να εγγυώνται της αξιοπιστία των εμπορευόμενων και να μειώνουν τους κινδύνους των συναλλαγών, αλλά και στη δυνατότητά τους να παρέχουν σταθερότητα στις συναλλαγές, η οποία σ’ αυτές τις αγορές δεν είναι δεδομένη. Τα «εγκληματικά δίκτυα» εκπληρώνουν πολλές λειτουργίες, αντισταθμίζοντας τους περιορισμούς στους οποίους υπόκεινται οι παράνομες επιχειρήσεις, δεν χρησιμοποιούνται, δηλαδή για μεμονωμένες  συναλλαγές αλλά για μια ποικιλία υποθέσεων. Η απόπειρα δολοφονίας του Πάπα στις 13 Μαϊου 1981 από τον Τούρκο Mehmet Ali Agsa αποδόθηκε κατ’ αρχάς σε συνωμοσία μεταξύ Βουλγάρων και Σοβιετικών, και συγκεκριμένα του «Βουλγαρικού Σύνδεσμου» ο οποίος ενήργησε κατ’ εντολήν των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών (KGB), αναθέτοντας με τη σειρά του τη δολοφονία σε τουρκικές νεοφασιστικές ομάδες και στην ιταλική Μαφία. Από τη δίκη του Agsa, των πέντε τούρκων και των τριών Βουλγάρων συγκατηρορούμενων του δεν αποδείχθηκε η συνωμοσία, έγινε όμως σαφές ότι στην οργάνωση της απόπειρας ήταν αναμεμειγμένο ένα ευρύ δίκτυο που εκτεινόταν σε δύο ηπείρους και περίπου έξι χώρες, το οποίο τελούσε υπό τον έλεγχο της τούρκικης ισλαμιστικής οργάνωσης των «Γκρίζων Λύκων» στην οποία ανήκε ο Agsa. Αυτό το δίκτυο εξυπηρετούσε, αφενός, την εισαγωγή μορφίνης και ηρωίνης από την Τουρκία και την ΝΔ Τουρκία και την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη και τις ΗΠΑ και αφετέρου την εισαγωγή όπλων και την διοχέτευση χρημάτων από τη Δύση στις παραπάνω περιοχές. Παράλληλα, χρησίμευε ως δίκτυο κατασκοπείας και κέντρο οργάνωσης πολιτικών και τρομοκρατικών προκλήσεων.

Πηγή:Εσωτερική  ασφάλεια και κοινωνία του ελέγχου – Εφη Λαμπροπούλου