Το τρίτο χαρακτηριστικό των παράνομων αγορών, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, είναι η απουσία νομικού καταναγκασμού αλλά και άτυπου μηχανισμού ελέγχου ο οποίος να είναι γενικά αποδεκτός για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων. Επειδή λοιπόν στις παράνομες αγορές η δυσπιστία και ο καιροσκοπισμός είναι γενικό φαινόμενο, αναπτύσσονται διαδικασίες κάλυψης της αβεβαιότητας σε όλα τα επίπεδα των σχέσεων του επιχειρηματία  με το προσωπικό του, τους προμηθευτές, τους διακινητές, τους τελικούς καταναλωτές, τους εγγυητές, την αστυνομία και τις άλλες οργανώσεις.

Η χρήση βίας όμως είναι πάντα πιθανή, επειδή η εμπιστοσύνη είναι ιδιαίτερα εύθραυστη. Έχει παρατηρηθεί δε, ότι ενώ κατά την πρώτη φάση συγκρότησης μιας παράνομης αγοράς οι σχέσεις μεταξύ των ομάδων χαρακτηρίζονται γενικά από αλληλεγγύη και εμπιστοσύνη, στη δεύτερη φάση ανάπτυξή της η αγορά βασίζεται σε πιο αυστηρές μορφές ελέγχου για την τήρηση των συμφωνιών. Από την άλλη πλευρά, ποινικοποιήσεις και αυστηρότερη αντίδραση του μηχανισμού του επίσημου ελέγχου συνδέονται με τη χρήση συχνότερης ή πιο έντονης βίας στις παράνομες αγορές.

Εκφοβισμός, φήμη και κοινά συμφέροντα είναι οι βασικότερες μέθοδοι για να εξασφαλισθεί η εκπλήρωση των συμφωνηθέντων. Πάντως, όπως τονίσθηκε και πιο πάνω, η βία τόσο για την εξασφάλιση του μονοπωλίου στην αγορά, όσο και των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί κανόνα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια με την μεγάλη ανάπτυξη των παράνομων αγορών και την αναγκαστική αλληλεξάρτησή τους. Εξαίρεση αποτελούν εκείνες οι περιπτώσεις που η βία συνιστά το παρεχόμενο προϊόν της οργάνωσης (άσκηση εκβιασμών, εκφοβισμών και προκλήσεων) ή αποτελεί αναπόφευκτο συστατικό της παράνομης δράσης. Αυτό συμβαίνει σε μεγάλης κλίμακας απάτες, στο εμπόριο μυστικών πληροφοριών και εγγράφων και σε άλλες συναφείς επιχειρήσεις. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι πρωταγωνιστές της επιχείρησης είναι ταυτόχρονα και υποψήφια θύματα. Στην υπόθεση Irangate, ο διαμεσολαβητής ή καλύτερα ο εγγυητής της συμφωνίας για την πώληση των αμερικανικών όπλων από το Ισραήλ στο Ιράν με την έγκριση των Αμερικανών – και έτσι με την παραβίαση του εμπάργκο που είχαν επιβάλει οι ίδιοι- Adnan Khashoggi, ασφάλισε έναντι  22 εκατομμυρίων δολαρίων τη ζωή του συνεργάτη του Manucher Ghorbonifar, ο οποίος είχε αναλάβει το πρακτικό μέρος της εκπλήρωσης της συμφωνίας από και προς τη πλευρά των Ιρανών. Εάν ο Ghorbanifar παραβίαζε τα συμφωνηθέντα, οι Ιρανοί θα τον δολοφονούσαν και ο Khashoggi θα εισέπραττε τα ασφάλιστρα.

Η ανάπτυξη «παράνομων δικτύων» και επιχειρησιακών συμμαχιών είναι ένας μηχανισμός δημιουργίας κλίματος εμπιστοσύνης για την ασφαλή διεξαγωγή των συναλλαγών. Ένας δεύτερος μηχανισμός είναι η διαμεσολάβηση από επαγγελματίες. Επειδή οι επαγγελματίες δεν μπορούν να είναι πληροφορημένοι για το παρελθόν και τη δράση της άλλης πλευράς και η βία δεν είναι λύση για την επιτυχία των συναλλαγών, τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναπτυχθεί ο ρόλος του επιχειρηματία-μεσολαβητή. Αυτός αναλαμβάνει κατόπιν συμφωνίας των μερών τον κίνδυνο της συναλλαγής. Σε συγκεκριμένες παράνομες αγορές, όπως του εμπορίου όπλου από τη Δύση σε χώρες του Τρίτου κόσμου, στις οποίες δρουν ετερογενείς ομάδες (επαγγελματίες εγκληματίες, πολιτικές οργανώσεις, τρομοκρατικές ομάδες,  κερδοσκόποι, μυστικές υπηρεσίες κλπ.), ο ρόλος του μεσολαβητή- εγγυητή αναδεικνύεται σημαντικός, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι τέτοιες συναλλαγές είναι λίγες και τα κέρδη μεγάλα.

Ο στόχος του μεσολαβητή, εκτός από το προσωπικό οικονομικό όφελος, είναι να καλύψει την έλλειψη εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ των μερών και να διευκολύνει τις συναλλαγές. Η περίπτωση Khashoggi, του Σαουδάραβα πολυεκατομμυριούχου, στην οποία αναφερθήκαμε, είναι χαρακτηριστική. Στο Tower Report της Επιτροπής για τη διερεύνηση της υπόθεσης Ιrangate αναφέρονται μερικές χαρακτηριστικές μαρτυρίες: «Οι ΗΠΑ ήταν σύμφωνες (με την μυστική πώληση όπλων στο Ιράν από το Ισράηλ), οι Ισραηλινοί ήταν σύμφωνοι και οι Ιρανοί ήταν σύμφωνοι για μερικές μπίζνες. Αλλά δεν εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλο. Οι Ιρανοί δεν πλήρωναν ούτε ένα σεντς χωρίς να πάρουν πρώτα το εμπόρευμα και να το ελέγξουν, διότι είχαν άσχημη εμπειρία από προηγούμενες συναλλαγές που είχαν προπληρώσει και όταν άνοιξαν τα κοντέιναρ ήταν γεμάτα πέτρες. Από την άλλη πλευρά, οι Ισραηλινοί δεν έστελναν τίποτα χωρίς να πάρουν χρήματα εκ των προτέρων. Ως εκ τούτου, δημιουργήθηκε αδιέξοδο, μέχρι που έφθασε ο Khashoggi και είπε : «Εντάξει, εμπιστεύομαι τους Ιρανούς, εμπιστεύομαι τους Ισραηλινούς και τους Αμερικάνους και θα προκαταβάλω τα χρήματα που χρειάζονται». Έτσι ξεκίνησε η πρώτη συναλλαγή, με ένα εκατομμύριο δολάρια (σύμφωνα με άλλες πηγές με πέντε) τα οποία κατέθεσε ο Khashoggi σ’ έναν λογαριασμό σε ελβετική τράπεζα που του υπέδειξαν οι Ισραηλινοί. Οι μεσολαβητές αναλαμβάνουν παράλληλα τη δωροδοκία δημοσίων λειτουργών, πολιτικών παραγόντων και άλλων οι οποίοι ενδεχομένως εμπλέκονται στη συναλλαγή.

Η ανάγκη ύπαρξης ενός μηχανισμού προστασίας στον τομέα των παράνομων αγορών, ο οποίος θα εξασφαλίσει το απρόσκοπτο των συναλλαγών αλλά θα έχει τη δυνατότητα άσκησης βίας, αν παρουσιασθεί ανάγκη, φαίνεται και στην περίπτωση της μασονικής Στοάς P2.

Η Ρ2 η οποία ήταν μια διεθνής οργάνωση, αναμείχθηκε για μια δεκαετία περίπου σε πολλές παράνομες επιχειρήσεις όπως εμπόριο ναρκωτικών, όπλων, απάτες, δωροδοκίες κλπ, επιτυγχάνοντας την επέκταση των δικτύων των παράνομων αγορών, καθώς και τεράστιες διασυνδέσεις με ισχυρούς πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους. Διέθετε παράλληλα μηχανισμό διαμεσολάβησης για την επίλυση των διαφορών, οι οποίες θα προέκυπταν στο πλαίσιο μιας παράνομης επιχείρησης, και μπορούσε να εγγυάται την αξιοπιστία των συναλλασσομένων. Ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της ήταν η Ιταλία. Σύμφωνα με τον Arlacchi, για να ανήκει κάποιος στην Ρ2 δεν αρκούσε να προέρχεται από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο ή να έχει συγκεκριμένη οικονομική επιφάνεια. Έπρεπε να διαθέτει μεγάλες οικονομικές ικανότητες και ευελιξία να κινείται σε πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους υποθέσεις, να μπορεί να παραπλανά τις έρευνες της αστυνομίας και της εισαγγελικής αρχής για μια σημαντική υπόθεση, να διευθετεί μια δωροδοκία για τη διευκόλυνση των συναλλαγών, να υποστηρίζει μια τρομοκρατική ομάδα και, ακόμα, να συνεργάζεται στην εκτέλεση μιας δολοφονίας ή άλλων εγκληματικών πράξεων.

Συνοψίζοντας το μοντέλο της επιχείρησης, που αναπτύχθηκε, ερμηνεύει το οργανωμένο έγκλημα με βάση τους κανόνες της αγοράς και της ζήτησης. Οι οργανωμένες εγκληματικές επιχειρήσεις δημιουργούνται και αναπτύσσονται όπως και οι νόμιμες ανταποκρινόμενες στις απαιτήσεις της αγοράς, στους πελάτες και στους ανταγωνιστές τους. Οι παράνομες αγορές αποτελούν όμως ταυτόχρονα σε μεγάλο βαθμό προϊόν νομοθετικών απαγορεύσεων. Εξελίχθηκαν παράλληλα με τις προσπάθειες των σύγχρονων κρατών να προστατεύσουν την ανθρώπινη ζωή, την υγεία, την ελευθερία και γενικότερα τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημόσια ασφάλεια και την ειρήνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υπερεμπορευματοποίηση των αγαθών. Το ολοένα και πυκνότερο δίκτυο απαγορεύσεων αυξάνει συνεχώς τα κέρδη, κάνοντας το εμπόριο αυτών των αγαθών ολοένα και πιο ελκυστικών. Ο παράνομος χαρακτήρας μιας τέτοιας αγοράς δεν συνίσταται μόνο στα απαγορευμένα αγαθά και τις υπηρεσίες που παράγονται, διακινούνται και διατίθενται, αλλά σύμφωνα με τον Reuter, στο ότι χρησιμοποιεί για τις υπηρεσίες εγκληματικών ομάδων. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται μια ακόμα διαφορά με τις νόμιμες, οι οποίες, αν χρειαστεί «αγοράζουν» τη βία από τις εγκληματικές ομάδες.

Η σύνθεση αυτών των ομάδων παραλλάσσει στην ιστορία της οργανωμένης εγληματικότητας:μπορεί να είναι νέοι από εξαθλιωμένες συνοικίες μεγάλων πόλεων, μετανάστες που έχουν ασθενείς δεσμούς με τη χώρα υποδοχής και είναι πολιτισμικά ξένοι προς αυτή, άτομα από το κοινωνικό περιθώριο. Οι εν λόγω ομάδες υποστηρίζονται συχνά με δημόσιους λειτουργούς για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών στόχων. Από τις έρευνες όμως, έγινε σαφές, ότι η οργανωμένη εγκληματικότητα δεν περιορίζεται σ’ αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «υπόκοσμο». Μπορεί να είναι και πρώην υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών, της αστυνομίας ή δημόσιοι λειτουργοί, όπως δείχνουν μελέτες για τη δράση οργανωμένων εγκληματικών ομάδων σε πρώην κομμουνιστικές χώρες ή όπως δείχνουν οι μελέτες του Arlacchi για την Ιταλία, ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί, επιχειρηματίες κά. Επίσης, σε αντίθεση με τις ομάδες κρούσης των παράνομων οργανώσεων, οι σύγχρονοι business criminals δεν ξεκίνησαν την καριέρα τους «λόγω ανέχειας αλλά λόγω απληστίας».

Πηγή: Εσωτερική ασφάλεια και κοινωνία του ελέγχου – Έφη Λαμπροπούλου