Παχυσαρκία και γιατί;

Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που ρυθμίζουν την πείνα και την κατανάλωση τροφής, γιατί ορισμένοι άνθρωποι γίνονται παχύσαρκοι; Η παχυσαρκία ορίζεται ως το βάρος τους σώματος που είναι περισσότερο από 20 τοις εκατό μεγαλύτερο από το φυσιολογικό για το ύψος και την κατασκευή ενός ατόμου. Ένας σημαντικός παράγοντας στην παχυσαρκία είναι το σημείο ρύθμισης του σώματος που αντανακλά την ποσότητα λίπους που είναι αποθηκευμένη στο σώμα. Αν και τα λιποκύτταρα μπορούν να αυξηθούν σε αριθμό και μπορούν να αυξηθούν ή να ελαττωθούν σε μέγεθος, δεν είναι δυνατόν να ελαττωθούν σε αριθμό. Άπαξ και έχει κανείς λιποκύτταρα, είναι δικά του δια παντός. Αυτό σημαίνει πως οι παχύσαρκοι άνθρωποι είναι δυνατόν να χάσουν βάρος μόνο συρρικνώνοντας το μέγεθος των λιποκυττάρων τους. Καθότι αυτό επιφέρει διαρκή πείνα, είναι δύσκολο να διατηρήσουν την απώλεια βάρους για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας στην παχυσαρκία είναι ο ρυθμός του βασικού μεταβολισμού, ο ρυθμός με τον οποίο το σώμα καίει θερμίδες με αποκλειστικό σκοπό τη συντηρησή του στη ζωή. Ο βασικός μεταβολισμός εξηγεί πως χρησιμοποιεί το σώμα μας τις θερμίδες. Αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να εξηγήσει γιατί κάποιος από τους φίλους μας μπορεί να φάει ας πούμε ένα μιλκσέικ, δύο χάμπουργκερ και μια μεγάλη μερίδα πατάτες και όμως να παραμένει λεπτός, ενώ ένας άλλος τρώγοντας συνήθως ένα αναψυκτικό διαίτης, ένα απλό χάμπουργκερ και μισή μερίδα πατάτες. Ενώ ο πρώτος φίλος μας μπορεί να διαθέτει αυξημένο βασικό μεταβολισμό για να κάψει ένα μεγάλο αριθμό θερμίδων για να κάψει ένα μεγάλο αριθμό θερμίδων, ο δεύτερος φίλος μας είναι δυνατόν να έχει μειωμένο βασικό μεταβολισμό και να κάψει ακόμα και ένα μέτριο αριθμό θερμίδων, γεγονός που αναγκάζει το σώμα να αποθηκεύσει αρκετή από την τροφή που καταναλώθηκε ως λίπος.

Το σώμα μας μεταβάλλει το ρυθμό του βασικού μεταβολισμού του για να προστατεύσει το σημείο ρύθμισής του, αυξάνοντάς το ρυθμό, αν τρώμε υπερβολικά, και μειώνοντας το ρυθμό, αν τρώμε λίγο. Όμως τι καθορίζει το σημείο ρύθμισης; Καθώς η παχυσαρκία είναι κοινό χαρακτηριστικό σε οικογένειες, ορισμένοι ερευνητές ερεύνησαν για μια πιθανή γενετική βάση. Στοιχεία υπέρ του βοηθητικού ρόλου της κληρονομικότητας στη διαμόρφωση του σημείου ρύθμισης παρέσχε μια αρχειακή έρευνα στα μητρώα υιοθεσιών της Δανίας. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν μια ισχυρή σχέση ανάμεσα στο βάρος των υιοθετημένων ατόμων και των βιολογικών γονέων τους. Αυτό υποδηλώνει ότι η κληρονομικότητα διαδραματίζει έναν πιο σημαντικό ρόλο στην παχυσαρκία απ’ όσο οι συνήθειες που μαθαίνονται από την οικογένεια στην οποία ανατρέφεται κανείς.

Το σημείο ρύθμισης επίσης φαίνεται πως επηρεάζεται από την αρχική διατροφή όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα μιας αρχειακής μελέτης πάνω σε 300.000 άνδρες που είχαν υποστεί τις συνέπειες ενός λιμού στην Ολλανδία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο λιμός αποτέλεσε συνέπεια ενός εμπάργκο των Γερμανών στα τρόφιμα που εισάγονταν στην Ολλανδία ως τιμωρία για την ολλανδική αντίσταση κατά της ναζιστικής κατοχής. Οι άνδρες που είχαν υποστεί λιμό σε μια κρίσιμη περίοδο της ανάπτυξής τους, όπως κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης και τον πρώτο μήνα μετά την γέννηση, έτειναν λιγότερο να γίνουν λιγότερο να γίνουν παχύσαρκοι σε σχέση με άνδρες που είχαν υποστεί λιμό σε άλλες περιόδους, κατά το πρώτο στάδιο αναπτυξής τους. Οι άνδρες που υπέστησαν λιμό κατά την κρίσιμη περίοδο ίσως ανέπτυξαν χαμηλότερα σημεία ρύθμισης από τους άλλους άνδρες.

Οι ερευνητές συνέδεσαν την παχυσαρκία με διαφορές στην ευαισθησία αντίδρασης σε εξωτερικές ενδείξεις φαγητού. Καθώς μια σειρά μελετών στη δεκαετία του ’60 αποκάλυπτε πως τα παχύσαρκα άτομα νιώθουν μεγαλύτερη πείνα και τρώνε περισσότερο όταν βρίσκονται μπροστά σε εξωτερικές ενδείξεις φαγητού, ο Stanley Schachter κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι παχύσαρκοι άνθρωποι επιδεικνύουν μεγαλύτερη ευαισθησία αντίδρασης σ’ αυτές τις ενδείξεις.

Οι μελέτες που ακολούθησαν παρέσχαν, σ’ ένα βαθμό, υποστήριξη σ’ αυτή την πεποίθηση. Μια μελέτη διαπίστωσε πως σε αντίθεση με μη- παχύσαρκους ανθρώπους, οι οποίοι βρίσκουν το επιπλέον φαγητό, αφού έχουν ήδη καταναλώσει ένα γεύμα υψηλών θερμίδων, λιγότερο εύγευστο, οι παχύσαρκοι άνθρωποι βρίσκουν το φαγητό εξίσου εύγευστο ύστερα από ένα γεύμα με πολλές θερμίδες. Ίσως ένας λόγος που οι παχύσαρκοι τρώνε περισσότερο από τους άλλους να είναι ότι το φαγητό συνεχίζει να είναι εύγεστο γι’ αυτούς, ακόμα και αφού έχουν χορτάσει. Σε μια άλλη μελέτη, στην οποία χρησιμοποιήθηκε φυσική παρατήρηση, οι ερευνητές παρακολούθησαν ανθρώπους να τρώνε σε ένα γεύμα. Όταν η σερβιτόρα έκανε μια ορεκτική περιγραφή ενός επιδορπίου, οι παχύσαρκοι άνθρωποι έτειναν περισσότερο να το παραγγείλουν παρά όταν η σερβιτόρα δεν το περιέγραφε. Οι μη παχύσαρκοι άνθρωποι έμειναν ανεπηρέαστοι από την περιγραφή της.

Αν και τέτοιες μελέτες παρέχουν υποστήριξη στην πεποίθηση πως οι παχύσαρκοι άνθρωποι έχουν πιο ευαίσθητη αντίδραση στις εξωτερικές ενδείξεις φαγητού, αυτό δεν φαίνεται να αποτελεί την αιτία της παχυσαρκίας τους. Αντιθέτως, η παχυσαρκία τους ίσως προκαλεί την ανταποκρισή τους σε εξωτερικούς παράγοντες. Γιατί; Διότι πολλοί παχύσαρκοι άνθρωποι είναι σε διαρκή δίαιτα, ίσως να βρίσκονται σε μια χρόνια κατάσταση πείνας, γεγονός που τους καθιστά περισσότερο ευαίσθητους στην αντίδραση απέναντι σε ενδείξεις φαγητού. Επιπλέον ανακαλύφθηκε πως οι παχύσαρκοι άνθρωποι ίσως έχουν χρονίως υψηλά επίπεδα ινσουλίνης, που τους αυξάνουν το αίσθημα της πείνας και κατά συνέπεια, τους καθιστά πιο ευαίσθητους στο να αντιδράσουν σε ενδείξεις φαγητού. Αυτό παρέχει τη λανθασμένη εντύπωση πως οι παχύσαρκοι άνθρωποι γίνονται παχύσαρκοι διότι επηρεάζονται ευκολότερα από εξωτερικούς παράγοντες από ότι οι μη παχύσαρκοι.

Επιπλέον, ένας άλλος εξωτερικός παράγοντας, μια αγχώδης κατάσταση, μπορεί να επιφέρει το αίσθημα της πείνας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την υπερβολική κατανάλωση φαγητού. Μπορεί και εσείς να το υποπτευθήκατε αυτό, καθώς παρακολουθείτε την αδηφάγο όρεξη που ορισμένοι φοιτητές εκδηλώνουν κατά την περίοδο των εξετάσεων. Υπό την επήρεια αγχωδών συνθηκών, που είναι πιθανό να προκαλούν αρνητικά συναισθήματα, όπως οργή, ανία, κατάθλιψη, ή μοναξιά. Οι παχύσαρκοι άνθρωποι τείνουν σε μεγαλύτερο βαθμό από τους μη παχύσαρκους ανθρώπους να τρώνε υπερβολικά.

Όμως πως το άγχος επιφέρει υπερβολική κατανάλωση τροφής; Μια δυνατότητα είναι διεγείροντας τον εγκέφαλο ώστε να εκκρίνει ενδορφίνες. Οι ενδορφίνες είναι νευροδιαβιβαστές που ανακουφίζουν τον πόνο. Μια άλλη λειτουργία τους είναι να υποκινούν την κατανάλωση τροφής. Σε μια μελέτη, χοίροι που έλαβαν δόσεις ενδορφίνης αύξησαν την ποσότητα τροφής που κατανάλωναν. Όταν οι χοίροι έλαβαν ναλοξόν, μια φαρμακευτική ουσία που αναστέλλει την επίδραση των ενδορφινών, έφαγαν λιγότερο – ακόμα κι όταν είχαν στερηθεί την τροφή. Σε μια παρόμοια μελέτη με ανθρώπινα υποκείμενα, αυτά που έλαβαν δόσεις ναλοξόν κατανάλωσαν λιγότερη τροφή από όση συνήθιζαν. Εξαιτίας του ότι τα επίπεδα ενδορφίνης αυξάνουν όταν βρισκόμαστε υπό την επήρεια άγχους, ίσως συνεισφέρουν στην υπερβολική κατανάλωση τροφής που σχετίζεται με το άγχος. Ίσως οι παχύσαρκοι άνθρωποι τρώνε περισσότερο υπό την επίδραση του άγχους σε σχέση με τους μη- παχύσαρκους, εξαιτίας του ότι το άγχος επιφέρει μεγαλύτερες αυξήσεις στα επίπεδα ενδορφίνης τους.