Πως το συναίσθημα επιδρά στην μνήμη;

 

Τα περισσότερα εγκλήματα περιλαμβάνουν έντονα συναισθήματα φόβου και οργής, έτσι η ανάκληση των μαρτύρων σχετικά με τέτοια περιστατικά είναι αναπόφευκτα επηρεασμένη από τέτοια αισθήματα. Εντούτοις, υπάρχει διαφωνία σχετικά με την επίδραση του συναισθήματος στην μνήμη. Από τη μια πλευρά υπάρχει η πεποίθηση ότι το βίωμα ενός έντονα συναισθηματικού γεγονότος παράγει αυτό που οι Brown & Kulik (1977) περιγράφουν ως μνήμες λυχνίες αναλαμπής ή ένα συγκεκριμένο ίχνος, όπως το που ήμασταν, όταν μάθαμε το νέο του θανάτου ενός διάσημου προσώπου. Από την άλλη πλευρά υπάρχει η πεποίθηση ότι έντονα συναισθηματικά γεγονότα καταπιέζονται, επειδή μπορούν να αποβούν καταστροφικά. Είναι αυτή η πεποίθηση που βρίσκεται στην καρδιά της συζήτησης για επανάκτηση της μνήμης – ότι οι αναμνήσεις κακοποίησης στην παιδική ηλικία μπορούν να απελευθερωθούν μέσα από θεραπεία πολλά χρόνια μετά το γεγονός.

Καμία από αυτές τις δύο καταστάσεις δεν μοιάζει εντελώς σωστή. Ένα έντονο συναίσθημα δεν φαίνεται να κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούν. Η τραυματική προσοχή των μαρτύρων και βελτιώνει την μετέπειτα μνήμη σε βάρος άλλων λεπτομερειών όπως είναι το πρόσωπο του υπόπτου.

Η άποψη ότι η μνήμη συγκινητικών γεγονότων είναι αρκετά καλή, στηρίζεται σε πραγματικές παγκόσμιες έρευνες. Για παράδειγμα οι Yuille & Cutshall (1986) περιγράφουν συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν με 13 μάρτυρες ενός βίαιου εγκλήματος στο δρόμο, 4-5 μήνες αφότου είχαν μιλήσει στην αστυνομία. Στην συνέχεια τα αποτελέσματα και των δύο συνεντεύξεων συγκρίθηκαν και αποκαλύφθηκε αξιοσημείωτη ακρίβεια, παρά την εισαγωγή αξιοσημείωτων ερωτήσεων. Χαρακτηριστικά, οι μάρτυρες που φάνηκαν να είναι πιο συντετριμμένοι από την εμπειρία τους ήταν οι πιο ακριβείς στην ανάκλησή τους.