Πόσο αξιόπιστη είναι η ανθρώπινη μνήμη;

 

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα τα επίπεδα σφάλματος της ανθρώπινης μνήμης στην ταυτοποίηση υποθέσεων αναγνωρίστηκαν από τον William James, ο οποίος είπε «ότι η κατάθεση για προσωπική ταυτότητα είναι παροιμιωδώς σφαλερήι η » και όπως είπαν ερευνητές στον τομέα της κατάθεσης αυτόπτη μάρτυρα:

«Η ανθρώπινη μνήμη είναι ένα ανθρώπινο και απατηλό πλάσμα. Μπορεί να εμπλουτιστεί, να αναδομηθεί μερικώς ή ακόμη και να μεταβληθεί ολοκληρωτικά από πληροφορίες που λαμβάνει μετά το γεγονός».

(Οι μετά το γεγονός πληροφορίες μπορούν να επηρεάσουν την ανάκληση αρκετά σημαντικά όπως οι Lorus &Palmer (1974) παρουσίασαν. Σε μια μελέτη οι συμμετέχοντες παρακολούθησαν και συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο. Κάποιοι από αυτούς ρωτήθηκαν

«Για πόσο γρήγορα περίπου πήγαιναν τα αυτοκίνητα τη στιγμή που πήγαιναν το ένα το άλλο;

Ενώ άλλοι ρωτήθηκαν

Για το πόσο γρήγορα πήγαιναν τα αυτοκίνητα τη στιγμή που προσέκρουσαν το ένα το άλλο;”

Η δεύτερη ομάδα έκανε σημαντικά υψηλότερες εκτιμήσεις της ταχύτητας των αυτοκινήτων. Μια εβδομάδα αργότερα όλοι οι συμμετέχοντες μαζεύτηκαν πάλι και ρωτήθηκαν

«Είδατε κανένα σπασμένο γυαλί;»

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κανένα σπασμένο γυαλί, αλλά όσοι έβλεπαν την προηγούμενη ερώτηση με τη λέξη «πρόσκρουση» σε αυτή ήταν πιο πιθανό να πουν ότι πράγματι είδαν κάποιο σπασμένο γυαλί (32% έναντι 14%

Ακόμη και πολύ μικρές αλλαγές στην έκφραση μπορούν να επηρεάσουν. Οι Loftus & Zanni (1975) παρουσίασαν σε άτομο ένα μικρό φιλμ/ταινία ενός ατυχήματος στον δρόμο. Μερικοί από αυτούς ρωτήθηκαν

Είδατε κάποιο σπασμένο φανάρι αυτοκινήτου;

Ενώ σε άλλους ρωτήθηκε

Είδατε το σπασμένο φανάρι αυτοκινήτου;

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κανένα σπασμένο φανάρι στο φιλμ, αλλά το 7% των ερωτηθέντων σχετικά με κάποιο σπασμένο φανάρι είπαν ότι το είδαν και το 17% των ερωτηθέντων σχετικά με το σπασμένο φανάρι είπαν ότι το είδαν).

Η εργασία πάνω στις επιδράσεις μετά το γεγονός υποστηρίζει τους ισχυρισμούς που έγιναν από τον Barlett (1932), σε σχέση με το «προσπάθεια σύμφωνα με το νόημα» που τείνουμε να εφαρμόζουμε, όταν θυμόμαστε περασμένα γεγονότα. Ο Barlett υποστήριξε ότι προσπαθούμε να δώσουμε σημασία στα γεγονότα του παρελθόντος έτσι ώστε να κατανοήσουμε την ασάφεια ή την αβεβαιότητα. Η Loftus (1979), εντούτοις διαπίστωσε ότι, αν οι παραπλανητικές πληροφορίες που παρουσιάζονταν στους συμμετέχοντες ήταν «κατάφορες λανθασμένες» αυτό θα είχε μια μικρή επίδραση στην ανάκληση και καμία προσπάθεια επιβολής νοήματος δεν θα γινόταν.

Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που μπορεί να παραμείνουν στην ανάκληση και να επηρεάσουν τους μάρτυρες. Ένας είναι το σφάλμα ελέγχου της πηγής των πληροφοριών όπου φαντασία και πραγματικότητα συγχέονται. Για παράδειγμα, όταν οι Crombag ρώτησαν άτομα αν θυμούνται να είχαν δει ένα μικρό φιλμ ενός Boing 747 να συντρίβεται σε ένα σύστημα διαμερισμάτων στο Άμστερνταμ, το 60% είπαν ναι, αν και κανένα φιλμ δεν είχε τραβηχτεί από τη σύγκρουση. Αυτοί είχαν προφανώς ακούσει τόσες πολλές ειδήσεις σχετικά με το περιστατικό, που είχαν οι ίδιοι δημιουργήσει μια εικόνα του πως πρέπει να είχε συμβεί, έχοντας υποβληθεί στην ιδέα ότι μπορεί να είχαν παρακολουθήσει λήψη βίντεο του γεγονότος.