Πρωτοπόρος και στο πεδίο αυτό ήταν ο Sigmund Freud (Aichhorn 1935), ο οποίος υποστήριξε την άποψη ότι η ψυχανάλυση έχει ευρεία εφαρμογή στην εκπαίδευση ακριβώς επειδή ο εκπαιδευτής μπορεί να καταλάβει καλύτερα μέσα από την ανάλυση των δυναμικών της ομάδας τους εκπαιδευομένους του. Ιδιαιτέρως η Anna Freud, η οποία είχε εκπαιδευτεί αρχικά ως δασκάλα, υποστήριξε ότι η σχέση ψυχανάλυσης και παιδαγωγικής μπορεί να βοηθήσει τον εκπαιδευτή να κατανοήσει βαθύτερα τη διεργασία της εκπαίδευσης ως ένα πεδίο τόσο γνωστικό όσο και συναισθηματικό, έχοντας πάντα στόχο την προώθηση της μάθησης (Slavin 2000). Οι πρώτες προσπάθειες αξιοποίησης των ομάδων στην εκπαίδευση συναντώνται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 (Aichhorn 1935). Οι ομάδες αυτές αξιοποιήθηκαν αρχικά στην εκπαίδευση ατόμων με συναισθηματικά προβλήματα και προβλήματα συμπεριφοράς. Αργότερα, αρκετοί ερευνητές μελέτησαν την εφαρμογή των ομάδων στην εκπαίδευση παιδιών και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η δυναμική των ομάδων βοηθά τους εκπαιδευτές να κατανοήσουν καλύτερα τη συμπεριφορά των παιδιών στην τάξη και επομένως να τα βοηθήσουν στην επίτευξη της μάθησης (Bradford, Benne & Lippitt 1948). Τα τελευταία χρόνια αρκετοί σύγχρονοι εκπαιδευτές ενηλίκων αντιλαμβάνονται ότι η προαγωγή νέων γνώσεων και η θετική αλλαγή εξαρτώνται από μια σειρά παραγόντων οι οποίοι δεν σχετίζονται μόνο με τη δυσκολία του γνωστικού αντικειμένου. Οι παράγοντες αυτοί αφορούν: τα εσωτερικά και τα εξωτερικά εμπόδια προσέλκυσης των ενήλικων εκπαιδευομένων σε προγράμματα διά βίου μάθησης και απόκτησης νέων γνώσεων • τις διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις των ενηλίκων • τα αναπτυξιακά ζητήματα και τις προσωπικές, επαγγελματικές και άλλες κρίσεις που μπορεί να αντιμετωπίζουν οι ενήλικες εκπαιδευόμενοι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.