Σιμόν ντε Μπωβουάρ

 

Είναι μια Κυριακή του χειμώνα του 1921, σε μερικές βδομάδες η Σιμόν θα γίνει δεκατεσσάρων ετών. Το καινούργιο παλτό που φοράει τις Κυριακές, το ασορτί καπελάκι, τα γάντια, το προσευχητάρι είναι έτοιμα….. Και ιδού που η έφηβη δηλώνει κοιτάζοντας τη μητέρα της στα μάτια, αλλά κάπως λοξά, τόσο δύσκολο της είναι να αρθρώσει την ομολογία, ότι δεν θα ξαναπάει στην εκκλησία. Μαζεύει όλο της το κουράγιο για να εκστομίσει την τελεσίδικη φράση: «Έχασα την πίστη». Μπροστά στην κυρία ντε Μπωβουάρ, που έχει σαστίσει από τόσο θράσος, επαναλαμβάνει: «Δεν θα ξαναπάω στην εκκλησία».  Η Ελέν – η μικρότερη κατά δύο χρόνια αδελφή της Σιμόν – στέκεται αποσβολωμένη, λες και ανακάλυπτε μια αντίδραση που καθόλου δεν την περίμενε από την μεγάλη της αδελφή. Πριν από λίγες μόλις εβδομάδες η Σιμόν είχε φερθεί πονηρά: φόρεσε φρόνιμα φρόνιμα το παλτό, το καπέλο και τα γάντια της Κυριακής, αλλά πήγε κρυφά στη γέφυρα ντεζ Άρ, τη διέσχισε και κατέφυγε στις στοές Λούβρου για όλο το διάστημα της εξόδου που ήταν κανονικά αφιερωμένη στην παρακολούθηση της Λειτουργίας.

Η Ελέν είναι βεβαίως δύο χρόνια μικρότερη από την αδελφή της και ίσως δεν θέτει στον εαυτό της τα σοβαρά ερωτήματα που ταλανίζουν τη Σιμόν. Αλλά προπαντός είναι πιο ευέλικτη, γιατί να φανείς τόσο μίζερος με την αλήθεια όταν ένα ψεματάκι μπορεί να σε γλιτώσει από τη φασαρία; Η Ελέν – που όλη η οικογένεια την φώναζε Πουπέτ (κουκλίτσα) και την είχε σαν κούκλα, τόσο όμορφη που ήταν, λίγο γκρινιάρα ασφαλώς αλλά και τόσο βολική- φερόταν πάντοτε σαν το αξιαγάπητο στρατιωτάκι της μεγάλης της αδελφής, που ξέρει τόσα πράγματα και είναι τόσο πρόθυμη να της τα μάθει. Η Σιμόν αποφάσισε να μην ξαναπάνε στην εκκλησία, πολύ ωραία, δεν θα ξαναπάνε. Μόνο που να, η Σιμόν πήρε μεν την απόφαση, αλλά αυτό που φοβάται πάνω απ’ όλα είναι η υποκρισία, δεν της αρκεί να σκέφτεται, πρέπει και να μιλάει, να εξηγεί τι σκέφτεται και τι θέλει. Η ελευθερία της μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από τη διαφάνεια, από τη τόλμη να εκφράζει τις πεποιθήσεις και τις αμφιβολίες της. «Η πραγματική ιστορία αρχίζει όταν βγαίνω από το οικογενειακό μου περιβάλλον»…… Αφού η Σιμόν ντε Μπωβουάρ μας εξουσιοδοτεί, αφού μας προτρέπει, ας πάμε λοιπόν κατευθείαν στην ουσία, στην περίοδο δηλαδή κατά την οποία ήταν έφηβη αποφασίζει ότι δεν ανήκει πλέον στον κόσμο της οικογενειά της, της κοινωνικής τάξης της και, προπαντός, των θρησκευτικών πεποιθήσεων που προσπάθησαν να της εμφυσήσουν.

Η ομολογία που επισφραγίζει τη στιγμή της ρήξης με το κουκούλι της παιδικής ηλικίας είναι ομολογία απώλειας, πένθους σχεδόν, διότι η παιδική ηλικία κύλησε ολόκληρη στον αστερισμό της θρησκείας, μιας θρησκείας η οποία χαράσσει με άκαμπτη αυστηρότητα τα όρια του καλού και του κακού, η οποία συνιστά τον άξονα όλης της παιδείας, η οποία συνέχει τις οικογενειακές  αρχές και τις διδαχές του ιδιωτικού σχολείου, η οποία οργανώνει την αλληλεξάρτηση των αξιών της γνώσης και της κοσμιότητας.

«Έχασα την πίστη». Φράση οριστική, θρηνητική και στομφώδης, που τόσοι νέοι – και τόσοι ενήλικοι επίσης – έχουν προσφέρει, έκπληκτοι με την τόλμη τους, λυπημένοι διότι πρέπει να υποκύψουν στο προφανές. Η «πίστη», στην αρχή του εικοστού αιώνα, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη θρησκευτική και, δεδομένης της απόλυτης κυριαρχίας στη γαλλική κοινωνία, είναι σαφώς η χριστιανική, για την ακρίβεια η πίστη όπως ορίζεται από το καθολικό δόγμα. Η πίστη προσφέρεται, λένε, στις μεγάλες ψυχές μέσω ενός είδους επιφοίτησης που αποκαλείται μυστική εμπειρία, η Σιμόν Βέιγ, τόσο αυστηρή στη συλλογιστική της όταν μελετούσε τα φιλοσοφικά κείμενα, τόσο απαιτητική στη διατύπωση αποδεικτικής επιχειρηματολογίας όταν ήθελε να πείσει σε θέματα πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας, τόσο άτεγκτη απέναντι στον λόγο που κατασκευάζουν οι χλιαροί για να δικαιολογήσουν τη μετριότητά τους, η Σιμόν Βέιγ μνημόνευε λοιπόν ορισμένες τέτοιου είδους επιφοιτήσεις στη ζωή της, χάρις στις οποίες είχε προσεγγίσει το θείο. Όσο γι’ αυτούς που δεν τους έχουν αγγίξει τέτοιες εμπειρίες, η πίστη, λένε, είναι το αποτέλεσμα της λήθης του εγώ και η δυσπιστία απέναντι στην ψυχρή λογική, και επικαλούνται τον Πασκάλ, ο οποίος συμβουλεύει να υιοθετήσουμε κατ’ αρχάς τη συμπεριφορά του πιστού για να φτάσουμε να πιστέψουμε….. «Γονατίστε και προσευχηθείτε». Όπως και τόσοι άλλοι στην ηλικία της, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ ανακαλύπτει ότι αγνοεί τις ουρανόθεν αποκαλύψεις, ότι προτιμάει τον μαχητικό συλλογισμό από την πειθήνια αποδοχή και – αναμφισβήτητα – θέλγεται από τις διαφαινόμενες λάμψεις στο σύμπαν των βιβλίων που της απαγορεύουν να διαβάσει, βιβλίων που ο πατέρας της επικροτεί και η μητέρα της αποδοκιμάζει. Στα δεκατέσσερά της χρόνια θα αντιληφθεί, με ανάμεικτα συναισθήματα ενθουσιασμού και θλίψης και ότι θα πρέπει να βασιστεί στις δικές της δυνάμεις, ότι επιλέγει τον κόσμο εκείνων που λέγονται και όχι εκείνων που αποδέχονται, και ότι – όσο αυτό και αν είναι θολό, όπως όλες οι επιλογές των οικογενειών για τα παιδιά – εκείνη τάσσεται με την κατακτητικότητα των ανδρών και όχι με τη γυναικεία δουλικότητα, που ήταν κατά τεκμήριο η προδιαγεγραμμένη μοίρα της.

Στο συγκεκριμένο τομέα, η διαφορά στις αντιδράσεις των δύο αδελφών είναι μεγάλη. Οι ψυχολόγοι μιλούν για «οικογενειακό μυθιστόρημα», και αυτό που γράφεται στην οικογένεια του Μπερτράν ντε Μπωβουάρ, από τα πρώτα χρόνια της ζωής των δύο κοριτσιών, φαίνεται ότι ήταν ξεκάθαρο και θα επιβεβαιωθεί από την επιμελώς συντεταγμένη αφήγηση της Σιμόν ντε Μπωβουάρ στις «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης», καθώς και από τις απαντήσεις της Ελέν στις δικές της, ανθολογημένες από τη Μαρσέλ Ρουτιέ, «Αναμνήσεις». Μολονότι η γέννηση του δεύτερου κοριτσιού απογοήτευσε τους γονείς, που ήλπιζαν να αποκτήσουν αγόρι, μολονότι ο πατέρας, η μητέρα και οι δάσκαλοι που θα αναλάβουν διαδοχικά τα κορίτσια φέρνουν συνεχώς την πρωτότοκη ως παράδειγμα, μέσα τους όλοι σκέφτονται ότι η «δεύτερη», μια ξανθούλα με γαλανά μάτια, θα έφτανε χάρη στην ομορφιά της την πρωτότοκη, που είναι πολύ ευφυής αλλά κάπως «άγαρπη» για κορίτσι. Περιέργως όμως, τα δύο παιδιά δεν ενοχλούνται διόλου από τις διαφορές τους. Η Ελέν θαυμάζει τη μεγάλη αδελφή της, που αριστεύει στα μαθήματα και μαθαίνει τα πάντα πριν από εκείνη. Η Σιμόν αρεσκόταν να παίζει το ρόλο του καθοδηγητή, του κατηχητή, του δασκάλου. Περνούν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους επινοώντας καταστάσεις όπου υποδύονται, με όρους συμφωνημένους εκ των προτέρων, άλλοτε ρόλους κοινότυπους, παριστάνοντας τις πωλήτριες, άλλοτε σκηνές ηρωικές, εμπνευσμένες από τον πρόσφατο γαλλογερμανικό πόλεμο. Μεταξύ τους δεν υπάρχουν οι αντιπαλότητες που δημιουργεί πολύ συχνά στα αδέλφια η μικρή διαφορά ηλικίας, υπάρχει μάλλον συνενοχή και μια κατανομή ρόλων αποδεκτή τόσο από τις δύο ενδιαφερόμενες όσο και από τον πατέρα όσο και από την μητέρα. « Ήταν ο υποτακτικός μου, ο ακόλουθός μου, το δίδυμό μου, δεν κάναμε η μία χωρίς την άλλη». Στην «απώλεια της πίστης», αυτά ανήκουν στην κατηγορία των μικροεπεισοδίων όπου η συγκινησιακή φόρτιση κατέχει αναμφισβήτητα εξίσου σημαντική θέση με τη λογική. Παραδείγματος χάριν, η Σιμόν εξομολογείται εδώ και επτά χρόνια στον αβά Μαρτέν, ιερέα της σχολής Αντελίν Ντεζίρ, του εκκλησιαστικού ιδρύματος στο οποίο φοιτά. Στο τυπικό της εξομολόγησης θεωρείται δεδομένο ότι ο ιερέας, πίσω από παραθυράκι με το δικτυωτό που τον χωρίζει από τον εξομολογούμενο, δεν μπορεί να αναγνωρίσει εκείνον ή εκείνη που έρχεται να ομολογήσει τα σφαλματά του ενώπιον του εκπροσώπου του Κυρίου. Εξού και η Σιμόν απαριθμεί μια προς μια τις παραλείψεις ως προς τα χριστιανικά της καθήκοντα. Ωστόσο, ο εξομολογητής, αντί να τηρήσει τους τρόπος του λέγειν κανόνες του παιχνιδιού και να αρκεστεί στις συμβουλές που προηγούνται της άφεσης, προσποιούμενος ότι αγνοεί το πρόσωπο που είναι γονατισμένο στο σκοτεινό κουβούκλιο, απευθύνεται ξάφνου στην έφηβη σε οικείο τόνο: «Έφθασε στα αυτιά μου ότι η μικρούλα μου Σιμόν έχει αλλάξει…. Ότι είναι ανυπάκουη, ταραξίας, ότι αντιμιλάει όταν τη μαλώνουν… Στο εξής θα πρέπει να προσέχεις αυτά τα πράγματα.» Το αίμα της επαναστάτριας πάγωσε. Πιο πολύ και από την ντροπή διότι την αναγνώρισαν τη σοκάρει η απάτη και, σαράντα χρόνια αργότερα, οι λέξεις πάλλονται ακόμα από θυμό όταν περιγράφει τη θύελλα που ξέσπασε μέσα της: «Ξαφνικά, είχε σηκώσει το ράσο του αποκαλύπτοντας μεσοφόρια θεούσας, το ιερατικό ένδυμα ήταν απλώς μεταμφίεση, έντυνε μια κυράτσα που τρεφόταν με κουτσομπολιά. Έφυγα από το εξομολογητήριο εν εξάλλω καταταστάσει, αποφασισμένη να μην ξαναπατήσω το πόδι μου». Τα θρησκευτικά πιστεύω της παιδικής ηλικίας αντιστέκονται πάντως ακόμη, και η Σιμόν ντε Μπωβουάρ θα σημειώσει με ειλικρίνεια: «Ο Θεός βγήκε αλώβητος από αυτή την περιπέτεια», αλλά μόλις και μετά βίας».

Τις εξελίξεις θα επισπεύσουν ορισμένα άλλα περιστατικά, περισσότερο συνδεδεμένα για την αγάπη για την ζωή και τις αναζητήσεις, εντελώς αθώες ακόμα, των απαγορευμένων απολαύσεων, στο σπίτι της πατρικής οικογένειας όπου περνάει τις διακοπές, ένα βράδυ, τη στιγμή που ετοιμάζεται να κάνει την προσευχή της στα πόδια του κρεβατιού, συνειδητοποιεί ότι όλη μέρα της ήταν γεμάτη παραβάσεις των ηθικών και θρησκευτικών κανόνων οι οποίοι διέπουν την ανατροφή της: έκλεψε μήλα, που απαγορεύονται να τρώει εκτός των επιδορπίων, διάβασε ένα βιβλίο του Μπαλζάκ (το αλλόκοτο ειδύλλιο ενός άντρα και ενός θηλυκού πάνθηρα), χάθηκε σε ένοχες ονειροπολήσεις, και το – χειρότερο- συναίνεσε με χαρά σε όλα αυτά, όπως και στην νοτισμένη γλύκα της καλοκαιριάτικης ημέρας που τελειώνει. Αμάρτησε, αμαρτάνει χωρίς τύψεις. Άρα ο Θεός δεν μετράει πια γι’ αυτήν. Οι αμφιβολίες απέναντι σε δόγματα αναξιόπιστα αναμειγνύονται λοιπόν με την άρνηση συμμόρφωσης σε ανυπόφορες ηθικές αρχές. Κι έπειτα, εάν η μητέρα είναι πάντα εκεί, άτεγκτη στην επιβολή του θρησκευτικού συστήματος γνώσεων, μυστηρίων και καθωσπρεπισμού που συνιστά τον λόγο υπαρξής της, ο στυλοβάτης ο οποίος της επιτρέπει να ορθώνει το αναστημά της, δηλαδή ο πατέρας της, καλλιεργεί, από την πλευρά του, ένα τελείως διαφορετικό παράδειγμα.