Στην κρίση του για τα πολιτικά γεγονότα ο Φρόυντ δεν στάθηκε ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο διορατικός από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο. Τα παρακολουθούσε, αλλά δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτά, εκτός κι αν είχαν κάποιον αντίκτυπο στην πρόοδο του έργου του, στα 1914 ήταν η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες του φρουντ

Νωρίς ακόμα, στις 8 Νοεμβρίου 1912, μου έγραφε ότι η πολιτική κατάσταση στην Αυστρία προμηνούσε καταιγίδα και ότι έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι γιατί τους περίμεναν δύσκολοι καιροί. Ήξερα ότι αναφερόταν στις σχέσεις με τη Σερβία και ίσως τη Ρωσία επίσης – ανέκαθεν ο εφιάλτης, όπως και τώρα, των Αυστριακών. Πρέπει να υιοθέτησε τη συμβατική βιεννέζικη άποψη για τις δυσκολίες, γιατί θυμάμαι να μου λέει λίγο αργότερα: «Οι Σέρβοι είναι τόσο θρασείς».

Στις 28 Ιουνίου ο κόσμος ξαφνιάστηκε από τα νέα ότι ο διάδοχος του θρόνου Αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος, είχε δολοφονηθεί από ένα Βόσνιο, Αυστριακό υπήκοο, που είχε υποκινηθεί από συνωμότες στη Σερβία. Σ’ ένα γράμμα στον Ferenczi την ημέρα εκείνη ο Φρόυντ έγραφε: «Γράφω υπό την επήρεια ακόμη του εκπληκτικού φόνου στο Σεράγιεβο, οι συνέπειες του οποίου είναι απρόβλεπτες». Ακολούθησε ωστόσο για μερικές εβδομάδες μια δυσοίωνη σιωπή. Ο Φρόυντ φαίνεται ξεγελάστηκε από αυτήν, γιατί διαφορετικά δεν θα επέτρεπε με κανένα τρόπο στη μικρότερη θυγατέρα του να φύγει για το Αμβούργο στις 7 Ιουλίου, ούτε βέβαια ακόμη περισσότερο να συνεχίσει το ταξίδι της στην Αγγλία στις 18 Ιουλίου, όπου πρότεινε να μείνει για δύο μήνες. Τότε ήρθε επιτέλους το αυστριακό τηλεσίγραφο στη Σερβία στις 23 Ιουλίου. Η εκ μέρους της Σερβίας αποδοχή του τηλεσίγραφου, το οποίο ο Sir Edward Grey το χαρακτήρισε ως το τρομερότερο έγγραφο που έξ όσων γνώριζε είχε απευθυνθεί ποτέ από ένανάρχοντα σ’ έναν άλλο, δεν ήταν πλήρης, κι έτσι η Αυστρία έσπευσε να κηρύξει το πόλεμο και να βομβαρδίσει το Βελιγράδι. Ο μεγάλος πόλεμος είχε αρχίσει.

Τα δύο ή τρία χρόνια του πολέμου, ο Φρόυντ ήταν σίγουρα ολόψυχα με το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων, με τις χώρες που ήταν στενά συνδεδεμένος και για τις οποίες μάχονταν οι γιοί του. Στράφηκε μάλιστα και εναντίον της πολυαγαπημένης του Αγγλίας, η οποία τώρα έγινε «υποκριτική». Προφανώς αποδέχθηκε τη γερμανική εκδοχή ότι η Γερμανία ήταν «περικυκλωμένη» από ζηλόφθονες γείτονες που συνωμοτούσαν για να την καταστρέψουν. Μονάχα όταν είχε προχωρήσει ο πόλεμος, η «προπαγάνδα» των Συμμάχων γέννησε τις υποψίες του σχετικά με τα ηθικά ζητήματα που εγείρονταν, έτσι ώστε να άρχισε να αμφιβάλλει και για τις δύο εκδοχές και μπόρεσε να σταθεί au dessus de la melee.

Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου ήμουν σε θέση να διατηρώ επικοινωνία μαζί του στέλνοντας γράμματα σε φίλους στην Ολλανδία, Σουηδία, Ελβετία ακόμα και στην Ιταλία, τα οποία στην συνέχεια προωθούνταν στην Βιέννη. Κι ο Putnam επίσης μου έστελνε τακτικά τα γράμματα που ο Φρόυντ μπορούσε να μου γράφει πριν την είσοδο της Αμερικής το 1917.

Όπως τόσοι πολλοί άνθρωποι την εποχή εκείνη, ο Φρόυντ και ο κύκλος του άργησαν να συλλάβουν την σοβαρότητα της διεθνούς κατάστασης. Μονάχα στις 27 Ιουλίου ο Ferenczi ανακάλυψε ότι θα έπρεπε να ματαιώσει την επίσκεψη που σχεδίαζε στην Αγγλία, επειδή, όντας εν ενεργώ υπηρεσία, δεν του επετράπη να εγκαταλείψει την Ουγγαρία. Κι ό πάντα αισιόδοξος Abraham ακόμα και τόσο αργά όπως στις 31 Ιουλίου δήλωσε με απόλυτη βεβαιότητα ότι καμμιά μεγάλη δύναμη δεν θα κήρυχνε τον πόλεμο σε μια άλλη (τη μέρα που το έπραξε η Γερμανία). Το αποτέλεσμα ήταν η οικογενειά του να μείνει αβοήθητη σ’ ένα χωριό στις Βαλτικές ακτές. Μόνον στις 26 Ιουλίου ο Φρόυντ άρχισε όντως να αμφιβάλλει για το πραγματοποιήσιμο του επίσημου του ετήσιου Συνεδρίου. Στις 29 έγραφε στον Eitingon: «Η σκιά πέφτει πάνω και στο συνέδριό μας, αλλά δεν μπορεί να πει κανείς πως θα είναι τα πράγματα σε δύο μήνες. Ίσως μέχρι τότε να έχουν διορθωθεί ως επί το πλείστον». Την ίδια μέρα, ωστόσο, έγραψε στον Abraham ότι «σε δύο βδομάδες είτε θα ντρεπόμαστε για την τωρινή μας αναταραχή ή αλλιώς θα βρισκόμαστε σε μια απόφαση της ιστορίας που για δεκαετίας ήταν απειλητική».

Η άμεση αντίδραση του Φρόυντ στην κήρυξη του πολέμου ήταν αναπάντεχη. Θα υπέθετε κανείς ότι ένας ειρηνιστής savant πενήντα οκτώ χρονών θα την υποδέχονταν απλώς με φρίκη, όπως το έκαναν πολλοί. Αντιθέτως, η πρώτη του αντίδραση ήταν μάλλον ένας νεανικός ενθουσιασμός, μια αφύπνιση προφανώς της στρατιωτικής φλόγας των παιδικών του χρόνων. Ανέφερε ότι ήταν η πρώτη φορά μέσα σε τριάντα χρόνια που ένιωσε Αυστριακός. Αφού η Γερμανία μοίρασε γύρω της τρεις κηρύξεις πολέμου, έγραφε: «Θα ήμουν μαζί της ολόψυχα, αν ήξερα μόνο ότι η Αγγλία δεν θα πήγαινε με την λάθος πλευρά». Είχε ενθουσιαστεί εντελώς, για δουλειά ούτε σκέψη, και περνούσε τον καιρό του συζητώντας τα γεγονότα με τον αδελφό του Αλέξανδρο-όπως το έθεσε ο ίδιος: «Όλη μου η λίμπιντο είναι δοσμένη στην Αυστρο- Ουγγαρία». Ήταν ευσιγκίνητος, ευέξαπτος, και όλη μέρα η γλώσσα του έκανε παραδρομές.

Η διάθεση,ωστόσο, αυτή κράτησε λίγο περισσότερο από δεκαπέντε μέρες κι έπειτα ο Φρόυντ συνήλθε. Όλως περιέργως, αυτό που επέφερε την αντιστροφή των αισθημάτων του Φρόυντ ήταν η απέχθεια για την ανικανότητα που επεδείκνυε η πατρίδα αυτή που μόλις είχε υιοθετήσει στις επιχειρήσεις εναντίον των Σέρβων. Το να αναχαιτίζεται, πόσο μάλλον να ηττάται από την ίδια αυτή χώρα που η Αυστρία ξεκίνησε περιφρονητικά να εκμηδενίσει, έδειχνε για μια ακόμα φορά την απελπιστική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει μια τέτοια πατρίδα. Απέμενε μόνο η ελπίδα ότι θα τους έσωζε ο μεγάλος αδελφός Γερμανία, και στο εξής αυτή ήταν η μόνη ελπίδα.

Μετά τις συντριπτικές ήττες της Αυστρίας στη Γαλικία τον ίδιο μήνα ο Φρόυντ σχολίασε: «Η Γερμανία μας έχει ήδη σώσει». Είχε ήδη εγκαταλείψει την ελπίδα για έναν γρήγορο τερματισμό του πολέμου, έτσι που «η απαντοχή γίνεται η πρωτεύουσα αρετή».

Τη δεύτερη βδομάδα του πολέμου ο μεγαλύτερος γιος του Martin πήγε εθελοντής στον στρατό κι έγινε οπλίτης του πυροβολικού. Με το χαρακτηριστικό του χιούμορ επικαλέστηκε ως κινητρό του την επιθυμία του να επισκεφθεί τη Ρωσία δίχως να αλλάξει την «Ομολογία» του. Βρισκόταν τότε στο Σάλτσμπουργκ και τον έστειλαν για εκπαίδευση στο Innsbruck, όπου τον επισκέφτηκε ο πατέρας του την πρώτη εβδομάδα του Σεπτέμβρη. Η κόρη του Άννα, που φάνηκε προς στιγμήν αποκλεισμένη στην Αγγλία, έφθασε ασφαλής στην πατρίδα της την Τρίτη εβδομάδα του Αυγούστου, έχοντας ταξιδεύσει μέσω Γιβραλτάρ και Γένοβας με τη φροντίδα του αυστριακού πρέσβη. Βλέπω σ’ ένα από τα πραγματά μου της εποχής εκείνης ότι είχα προσφερθεί εθελοντικά να τη συνοδεύσω έως τα Αυστριακά σύνορα «μέσω ενός από τους πολλούς δρόμους  που ήσαν διαθέσιμοι» τόσο αφελής μπορούσε να είναι κανείς τα ωραία εκείνα χρόνια, σε σχέση με το τι ήταν σε θέση να κάνουν οι κυβερνήσεις για να εμποδίσουν την παλαιά ελευθερία διακίνησης.

Ήταν ο πρώτος Αύγουστος που ο Φρόυντ περνούσε στη Βιέννη εδώ και τριάντα χρόνια και φυσικά ήταν ελεύθερος να κάνει ότι θέλει. Παρ’ όλα αυτά αποφάσισε να μην αρχίσει τη δουλειά στο ιατρείο του πριν από την 1Η Οκτωβρίου όπως το συνήθιζε. Έγραψε στο φίλο του Abraham ότι τώρα είχε όλο του τον χρόνο για μελέτη, κάτι που τόσο συχνά είχε λαχταρήσει, πρόσθεσε όμως με πικρή ειρωνεία: «Να πως είναι οι εκπληρωμένες επιθυμίες». Περνούσε την ώρα του εξετάζοντας εξονυχιστικά και καταγράφοντας την συλλογή των αρχαιοτήτων του, ενώ ο Otto Rank καταλογραφούσε την βιβλιοθήκη του.

Στις 16 Σεπτεμβρίου εγκατέλειψε την Βιέννη για δώδεκα μέρες επισκεπτόμενος την κόρη του Sophie στο Αμβούργο. Αναγγέλλοντας το επικείμενο ταξίδι του στον Eitingon, εξέφρασε την ελπίδα να μοιραστεί, ενώ βρισκόταν στην Γερμανία, τη γενική αγαλλίαση για την αναμενόμενη πτώση του Παρισιού. Και από το Αμβούργο, μια πόλη με την οποία είχε μεγάλη οικειότητα, έγραψε ότι για πρώτη φορά δεν ένιωθε ότι βρισκόταν σε μια ξένη πόλη, μπορούσε να μιλάει για τις μάχες «μας» τις νίκες «μας» κλπ. Στο ταξίδι της επιστροφής πέρασε πέντε ώρες με τον Abraham στο Βερολίνο, δεν επρόκειτο να ξανασυναντηθούν για τέσσερα χρόνια.

Την τελευταία μέρα του μήνα ήρθε ο Ferenczi στη Βιέννη για να αναλυθεί από τον Φρόυντ, αλλά η ανάλυση δυστυχώς διεκόπη μετά από τρεις βδομάδες λόγω της επιστράτευσής του. Ο Ferenczi υπηρέτησε ως γιατρός στους Ούγγρους Ουσσάρους, όπου έπρεπε να μάθει την τέχνη της ιππασίας.

Τον Οκτώβριο έφτασαν τα «λαμπρά νέα» της πτώσης της Αμβέρσας. Ο Φρόυντ είχε ήδη ξαναρχίσει τη δουλειά του στο ιατρείο, έχοντας όμως μόνο δύο ασθενείς, αμφότεροι Ούγγροι, τον επόμενο μήνα έπεσε στον ένα. Τότε ήταν που έγραψε το μακρύ ιστορικό, γνωστό ως η «περίπτωση του Ανθρώπου με τους λύκους». Πέρασαν, ωστόσο, τέσσερα χρόνια για να μπορέσει να δημοσιευθεί.

Στους πρώτους λίγους μήνες του πολέμου αρκετά από τα γράμματα που ο Φρόυντ και εγώ γράψαμε ο ένας στον άλλο δεν έφθασαν στον προορισμό τους και το πρώτο που έλαβα απ’ αυτόν είχε ημερομηνία 3 Οκτωβρίου. Δύο μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου του είχα κάνει λόγο για την γενική πεποίθηση που υπήρχε στην Αγγλία ότι η Γερμανία θα έχανε τον πόλεμο μακροπρόθεσμα και μάλιστα επιχείρησα να το επαναλάβω σ’ ένα μεταγενέστερο γράμμα μου. Αναφέροντας το γεγονός στον Ferenczi, είπε ότι μιλούσα για τον πόλεμο «με την στενόμυαλη αντίληψη των Άγγλων».

Στις 11 Νοεμβρίου έγραψε στον Ferenczi ότι είχε μόλις μάθει για τον θάνατο του πολυαγαπημένου του αδελφού Emmanuel σ’ ένα σιδηροδρομικό ατύχημα. Αυτό θα πρέπει να προκάλεσε μεγάλο πόνο στον Φρόυντ, μιας και η αγάπη του για τον ετεροθαλή αδελφό του ήταν αδιάπτωτη από τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Μερικούς μήνες αργότερα έκανε ένα χαρακτηριστικό σχόλιο στον Abraham : «Τόσο ο πατέρας μου όσο και ο αδελφός μου έζησαν μέχρι τα ογδόντα ένα τους χρόνια, έτσι οι προοπτικές μου είναι ζοφερές». Έπρεπε εξάλλου να θρηνήσει και την απώλεια του περίφημου καταδρομικού «Emden», ο Φρόυντ είπε ότι είχε συνδεθεί πολύ μαζί του.

Τον Δεκέμβριο, ο Φρόυντ ήταν πολύ καταπτοημένος και παρακάλεσε τον Abraham να ‘ρθει να του αναπτερώσει το ηθικό. Δεν συνέβαλε καθόλου στη βελτίωσή του η προσφορά ασύλου στη Βαλτιμόρη εκ μέρους του Trigant Burrow, γεγονός που, όπως μου έγραψε, «δείχνει τι σκέφτονται οι Αμερικανοί για τις τύχες μας». Στον Abraham έγραψε ότι τα δύο πράγματα που μισούσε περισσότερο ανέκαθεν ήταν η ανημπόρια και η φτώχια και απ’ ότι έδειχναν τα πράγματα δεν βρίσκονταν πολύ μακριά. Δεν είχε μείνει ακόμα μόνος του, o Hanns Sachs δεν είχε γίνει δεκτός στον στρατό εξαιτίας της μυωπίας του, ενώ ο Otto Rank, ο έτερος βοηθός του στη συγγραφική δουλειά, προσπάθησε να αποφύγει τη στρατολόγηση «παλεύοντας σαν λιοντάρι εναντίον της πατρίδας του».

Συχνά υπήρχε στη ζωή του Φρόυντ κάποια γυναίκα διανοούμενη, συνήθως μια ασθενής ή σπουδάστρια, της οποίας τη συντροφιά απολάμβανε ιδιαιτέρως. Την εποχή εκείνη ήταν η Lou Andreas –Salome, που σπούδαζε μαζί του πριν τον πόλεμο. Ήταν μια γυναίκα με ένα εξαιρετικό ταλέντο στους σπουδαίους άντρες, και μεταξύ των φίλων της αριθμούσε έναν μεγάλο αριθμό από αυτούς, από τους Τουργκένιεφ, Τολστόι, και Στριντντμπεργκ έως τον Ροντάν, τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε και τον Άρθουρ Σνίτσλερ. Ειπώθηκε γι’ αυτήν ότι είχε συνδεθεί με τους μεγαλύτερους άνδρες τους δεκάτου ενάτου και εικοστού αιώνα: τον Νίτσε και τον Φρόυντ. Ο Φρόυντ θαύμαζε εξαιρετικά τον υψηλόφρονα και γαλήνιο χαρακτήρα της σαν κάτι πολύ ανώτερο από το δικό του κι εκείνη εκτιμούσε πλήρως τα επιτεύγματα του Φρόυντ.