Η παραγωγικότητα του Φρόυντ παρέμενε ακόμα στο ύψος της, όπως συνέβαινε συχνά όταν ένιωθε άσχημα στην υγεία του ή είχε πεσμένο το ηθικό. Όχι μόνο έγραφε αλλά και σκεφτόταν σκληρά. Η εσωτερική συγκέντρωση έπαιρνε τη θέση του ενδιαφέροντος για τα θλιβερά που συνέβαιναν στον έξω κόσμο. Αφού ανέφερε στον Ferenczi μερικές από τις καινούργιες ιδέες του, πρόσθεσε: «Ακόμα και χωρίς αυτές θα μπορούσα να πω για τον εαυτό μου, ότι έδωσα στον κόσμο περισσότερα από όσο ποτέ άλλοτε και περιμένω να παραμείνω έτσι και αργότερα ως συνέπεια του πολέμου. Ξέρω ότι γράφω μονάχα για πέντε ανθρώπους στο παρόν, για εσάς και για λίγους άλλους. Η Γερμανία δεν κέρδισε την συμπαθεία μου, ως αναλυτή, όσο δε για την κοινή μας πατρίδα, όσα λιγότερα πούμε τόσο καλύτερα».

Τις εν λόγω ιδέες θα τις παρουσιάσουμε με την μάλλον στρατιωτική γλώσσα του ίδιου του Φρόυντ: «Ζω, όπως λέει ο αδελφός μου, στο πρωτόγονο χαράκωμά μου: εικοτολογώ και γράφω και μετά από σφοδρές μάχες διάσπασα την πρώτη σειρά αινιγμάτων και δυσκολιών. Το Άγχος η Υστερία και η Παράνοια συνθηκολόγησαν. Για πόσο ακόμα θα συνεχιστούν οι επιτυχίες θα το δούμε. Προέκυψαν όμως ένα σωρό ωραίες ιδέες: η επιλογή των νευρώσεων, λόγω χάριν. Οι παλινδρομήσεις ξεκαθαρίστηκαν πλήρως. Κάποια πρόοδος στις φάσεις ανάπτυξης του εγώ. Η σπουδαιότητα του όλο πράγματος εξαρτάται από το αν αποδειχθεί δυνατό να τιθασεύσει κανείς το πραγματικό δυναμικό, δηλαδή το πρόβλημα ηδονή- πόνος, πράγμα για το οποίο οι προκαταρκτικές μου προσπάθειες με κάνουν και αμφιβάλλω. Ο Ferenczi επισκέφθηκε τον Φρόυντ για μια ή δύο μέρες, μια βδομάδα αργότερα, και οι δύο άνδρες ξεδιάλυναν μαζί μερικά από αυτά τα προβλήματα.

Την επόμενη της συζήτησης αυτής ο Φρόυντ έγραψε στον Abraham: «Το μόνο ικανοποιητικό πράγμα που συμβαίνει είναι το έργο μου το οποίο πράγματι οδηγεί, παρά τις επανειλημμένες παύσεις, σε αξιοσημείωτες καινούργιες ιδέες και συμπεράσματα. Πρόσφατα πέτυχα να προσδιορίσω ένα χαρακτηριστικό  των δύο συστημάτων Bw (συνείδηση)και Ubw (ασυνείδητο) κάτι που κάνει και τα δύο κατανοητά και που προσφέρει μια απλή όπως θεωρώ λύση στη σχέση της πρόωρης άνοιας με την πραγματικότητα. Όλες οι καθέξεις αντικειμένων αποτελούν το ασυνείδητο. Το σύστημα Bw σημαίνει τη σύνδεση αυτών των ασυνείδητων ιδεών με τις έννοιες των λέξεων, αυτό είναι που δίνει τη δυνατότητα να γίνει συνειδητό. Η απώθηση στις νευρώσεις μεταβίβασης συνίσταται στην απόσυρση λίμπιντο από το σύστημα Bw, δηλαδή στον διαχωρισμό των ιδεών των αντικειμένων και των λέξεων. Στις ναρκισσιστικές νευρώσεις η απώθηση αποσύρει λίμπιντο από τις ασυνείδητες ιδέες των αντικειμένων, φυσικά μια πολύ βαθύτερη διαταραχή. Εξ ου οι αλλαγές στον λόγο στην πρόωρη άνοια, η οποία γενικά μεταχειρίζεται τις ιδέες των λέξεων όπως η υστερία μεταχειρίζεται εκείνη των αντικειμένων, δηλαδή τις υποτάσσει στην «πρωτογενή διαδικασία» με τις συμπυκνώσεις της, τις μεταθέσεις της και την εκτόνωση. Θα μπορούσα τώρα να γράψω μια πλήρη πραγματεία πάνω στη θεωρία των νευρώσεων με κεφάλαια για τη μοίρα των ενορμήσεων, για την απώθηση για το ασυνείδητο, αν η απόλαυση που βρίσκω στη δουλειά δεν διαταρασσόταν μόνο από τη κακή μου διάθεση».

Ο Φρόυντ είχε σκιαγραφήσει την ενδιαφέρουσα αυτή θεωρία και προηγουμένως και πάντα επέμενε σ’ αυτήν. Ο Ferenczi τον ρώτησε πως θα μπορούσε να εφαρμοστεί στους εκ γενετής κωφάλαλους που δεν διέθεταν καμμία έννοια των λέξεων. Η απαντησή του ήταν ότι πρέπει να διευρύνουμε τις συνδηλώσεις των «λέξεων» στη συνάφεια αυτή για να  συμπεριλάβουμε οποιοδήποτε επικοινωνιακό σχήμα.

Τα παρακάτω είναι αποσπάσματα (σε μετάφραση) από το τελευταίο γράμμα της χρονιάς.

«Το γράμμα σας έφθασε ακριβώς την παραμονή των Χριστουγέννων, και όπως οι προηγούμενες προσπάθειές σας να διατηρούμε επαφή, με συγκίνησε βαθύτατα και μου έδωσε μεγάλη ευχαρίστηση. Χρησιμοποίησα επανειλημμένως τη καλοσύνη του Dr, Van Emden για να διαβιβάσω μέσω αυτού απαντήσεις μου σ’ εσάς, αλλά δεν ξέρω αν εσείς τις λάβατε. Έτσι όταν δεν παίρνετε απάντηση, δεν μπορώ καν να σας ειδοποιώ ότι δεν φταίω εγώ για αυτό.

Δεν τρέφω καμιά αυταπάτη για το γεγονός ότι η περίοδος άνθησης της επιστήμης μας διακόπηκε βίαια, ότι μας περιμένουν άσχημοι καιροί, και ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να διατηρήσουμε μια φλόγα αναμμένη σε μερικές εστίες μέχρι που ένας ευνοϊκότερος άνεμος να τις επιτρέψει ξανά να φουντώσουν. Ότι άφησαν από το κίνημα ο Jung και ο Adler καταστρέφεται από τη σύγκρουση των εθνών.

Όσο μπορεί να διατηρήσει τη συνοχή του οτιδήποτε αποκαλεί τον εαυτό του Διεθνές, άλλο τόσο μπορεί και η Εταιρεία μας. Τα περιοδικά μας δείχνουν να φθάνουν στο τέρμα τους, ίσως καταφέρουμε να κρατήσουμε σε λειτουργία το Jahrbuch. Ότι προσπαθήσαμε να καλλιεργήσουμε και να φροντίσουμε μέχρι τώρα να τ’ αφήσουμε να χερσωθεί. Δεν ανησυχώ φυσικά για το απώτερο μέλλον του σκοπού στον οποίο δείχνετε συγκινητικά ταγμένος, αλλά το κοντινό μέλλον, για το οποίο μπορώ μονάχα να ενδιαφέρομαι, μου φαίνεται απελπιστικά καλυμμένο από βαριά νέφη, και δεν θα παρεξηγούσα κανένα ποντικό βλέποντάς τον να εγκαταλείπει το καράβι που βουλιάζει. Πασχίζω τώρα να συναπαρτίσω σ’ ένα είδος σύνδεσης ότι δύναμαι ακόμη να συνεισφέρω σ’ αυτήν, ένα έργο που έχει ήδη αποδώσει πολλά καινούργια πράγματα….

Κρατάτε γερά μέχρι να ξανανταμώσουμε».

Μπαίνοντας το 1915, τα πράγματα έδειχναν ακόμη ότι οι Κεντρικές Δυνάμεις θα κέρδιζαν τον πόλεμο. Η Γερμανία απέκρουσε όλες τις επιθέσεις στη Δύση και κατέκτησε μεγάλες νίκες εναντίον των Ρώσων. Το ηθικό των Ρώσων ήταν εξαιρετικά αναπτερωμένο. Στις αρχές του χρόνου παρατήρησε ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να παραταθεί, ακόμα και μέχρι αργά τον Οκτώβριο. Την περίοδο περίπου αυτή ο Φρόυντ εξέφρασε επιτέλους για μια φορά την αισιοδοξία του για μια νίκη στις επικείμενες μάχες και στη συνέχεια για ειρήνη, κι έναν μήνα αργότερα έγραφε: «Η καρδιά μου βρίσκεται πέρα ψηλά στους απόκρημνους κάβους, η καρδιά μου δεν βρίσκεται εδώ. Θέλω να πω είναι στα Δαρδανέλλια, όπου κρίνεται η μοίρα της Ευρώπης. Η Ελλάδα θα μας κηρύξει τον πόλεμο σε λίγες μέρες, και τότε δεν θα μπορούμε να επισκεφθούμε τις πόλεις που αγάπησα περισσότερο απ’ όσες έχω δει».

Την άνοιξη σκεφτόταν: «Είναι μια σκέψη παρήγορη ότι ίσως ο πόλεμος να μην μπορέσει να διαρκέσει ακόμη τόσο πολύ όσο έχει ήδη… Η ένταση για τα αναμενόμενα είναι μεγάλη. Πιστεύετε ότι όλα θα είναι ικανοποιητικά;» Το καλοκαίρι θεωρούσε ότι ο πόλεμος ενδεχομένως να κρατούσε άλλον ένα χρόνο, αλλά ήταν ακόμα αισιόδοξος για την νίκη. «Όπως πολλοί άλλοι άνθρωποι βρίσκω τον πόλεμο τόσο περισσότερο ανυπόφορο όσο καλύτερες είναι οι προοπτικές του». Έως το φθινόπωρο η διάθεση είχε γίνει βαρύθυμη. «Δεν πιστεύω ότι η ειρήνη είναι κοντά. Αντίθετα θα αυξηθεί η έχθρα και η ασπλαχνία τον επόμενο χρόνο». «Η μακρά διάρκεια του πολέμου σε συντρίβει και οι ατέλειωτες νίκες συνδιασμένες με τις αυξανόμενες κακουχίες σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως τελικά η δόλια εγγλέζικη υπολογιστικότητα έχει δίκιο.

Φυσικά υπήρχε μεγάλη ανησυχία για τους δύο γιούς που πολεμούσαν, ο Martin, ο μεγαλύτερος στη Γαλικία και Ρωσία, ο Ernst, o μικρότερος εναντίον της Ιταλίας μετά την εισοδό της στον πόλεμο τον Απρίλιο. Ο Martin είχε ήδη παρασημοφορηθεί δύο φορές για εξαιρετική ανδρεία. Ο Oliver, ο άλλος του γιός, δούλευε ως μηχανικός σε όλη τη διάρκεια του πολέμου κατασκευάζοντας σήραγγες, στρατώνες και τα παρόμοια, πήρε το δίπλωμα του μηχανικού την ίδια μέρα που η Άννα πήρε το δίπλωμα της δασκάλας. Ο Φρόυντ έβλεπε αρκετά όνειρα για συμφορές που έβρισκαν τους γιούς του, τα οποία ερμήνευε ως ζήλεια για τα νιάτα τους.

Ο Φρόυντ έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να σώσει τα ψυχαναλυτικά περιοδικά ώστε να διατηρήσει κάποια συνέχεια στο έργο του. Το πέτυχε με τις επιθεωρήσεις Zeitschrift και Imago, με τίμημα να θυσιάσει κάποιο βιβλίο που σχεδίαζε, δημοσιεύοντας τα κεφάλαιά του σ’ αυτές, αλλά το Jahrbuch δεν κυκλοφόρησε ξανά μετά το 1914. Το μεγαλύτερο έργο της εκδοτικής εργασίας γινόταν αναγκαστικά από τον ίδιο, καθώς δεν υπήρχε καμμία πρόσβαση προς τον Abraham και τον Ferenczi. Έπειτα τον Ιούνιο επιστρατεύτηκε ο Rank, όπως ο Sachs τον Αύγουστο, μετά από δώδεκα μέρες εκπαίδευση, ωστόσο, στο Linz, ο Sachs απολύθηκε. Ο Φρόυντ έγραψε λέγοντας ότι φαίνεται πως ξαναζούσε πάλι την πρώιμη εκείνη περίοδο παραγωγικότητας, αλλά απόλυτης μοναξιάς. Η Εταιρεία της Βιέννης έπαψε να συνέρχεται όταν ξέσπασε ο πόλεμος, αλλά οι συνεδριάσεις ξανάρχισαν τον χειμώνα και γίνονταν κάθε τρεις βδομάδες. Η πελατεία ήταν φυσικά πενιχρή. Στις αρχές του χρόνου υπήρχαν ακόμη δύο ή τρεις ασθενείς, όλοι τους Ούγγροι αριστοκράτες.

Εκτός από τον Ferenczi που κατάφερε να κάνει ένα ταξίδι αστραπή στη Βιέννη δύο ή τρεις φορές, ο Φρόυντ είχε ελάχιστους επισκέπτες τη χρονιά αυτή, όπως και τις επόμενες. Ένας ιδιαίτερος επισκέπτης ωστόσο, ο Ράινερ – Μαρία Ρίλκε, που έκανε την πρακτική του εκπαίδευση στη Βιέννη. Ο Φρόυντ απόλαυσε ιδιαίτερα τη βραδιά που ο Ρίλκε πέρασε με την οικογένεια. Στις 13 Σεπτεμβρίου ταξίδεψε μέσου Μονάχου και Βερολίνου στο Αμβούργο για να μείνει με την κόρη του Sophie και να απολαύσει το πρώτο του εγγόνι.

Η αλληλογραφία του Φρόυντ τη χρονιά αυτή, αν και μικρότερη σε ποσότητα απ’ ότι ήταν μέχρι τότε, δεν ήταν λιγότερο ενδιαφέρουσα. Η επόμενη παράγραφος από ένα γράμμα του Putman, με χρονολογία 7 Ιουλίου 1915, είναι υποδηλωτική της εξελισσόμενης θεώρησης του Φρόυντ για τα ανθρώπινα πράγματα.

«Η βασική μου εντύπωση είναι ότι είμαι πολύ πιο πρωτόγονος, πιο ταπεινόφρων και λιγότερο μετουσιωμένος από τον αγαπητό μου φίλο στη Βοστώνη. Αντιλαμβάνομαι την ευγενή του φιλοδοξία, τον σφοδρό του πόθο για γνώση και συγκρίνω μ’ αυτά τον δικό μου τρόπο να περιορίζομαι σε ότι είναι πιο κοντινό, πιο προσιτό κι ακόμα πραγματικά μικρό, και την κλίση μου να ικανοποιούμαι με ότι βρίσκεται σε εφικτή απόσταση. Δεν πιστεύω ότι μου λείπει η ικανότητα να εκτιμήσω αυτό για το οποίο αγωνίζεστε, αυτό που με τρομάζει ωστόσο είναι η μεγάλη αβεβαιότητα του όλου πράγματος, έχω μια μάλλον ανασφαλή παρά θαρραλέα ιδιοσυγκρασία και πρόθυμα θυσιάζω πολλά πράγματα για να έχω το αίσθημα ότι πατώ σε στέρεο έδαφος.

Η αναξίοτητα των ανθρώπινων όντων, ακόμη και των αναλυτών πάντα μου έκανε βαθειά εντύπωση, γιατί όμως θα έπρεπε οι άνθρωποι που έχουν αναλυθεί να είναι από κάθε άποψη καλύτεροι από τους άλλους; Η ανάλυση συμβάλλει στην ενότητα, όχι όμως αναγκαία και στο καλό. Δεν συμφωνώ με τον Σωκράτη και τον Putman ότι όλα τα σφάλματά μας πηγάζουν από σύγχυση και άγνοια. Θεωρώ ότι εναποτίθεται ένα υπερβολικά βαρύ φορτίο στην ψυχανάλυση όταν της ζητάει κανείς να πρέπει να είναι σε θέση να πραγματοποιεί κάθε ακριβό ιδανικό».

Την ίδια χρονιά ο Ferenczi διηγήθηκε στον Φρόυντ την εμπειρία του από την ψυχανάλυση που έκανε στον Διοικητή του καθώς πήγαιναν καβάλα στα αλογά τους, την οποία αποκάλεσε την πρώτη «ιππική ψυχανάλυση» στα χρονικά. Τότε συνέλαβε ξαφνικά την ιδέα ότι ο Φρόυντ έμοιαζε πολύ με τον Γκαίτε και προσκόμισε έναν αριθμό γνωρισμάτων που είχαν από κοινού, όπως η αγάπη τους για την Ιταλία- ένα κοινό γνώρισμα των περισσοτέρων βορείων, θα υπέθετε κανείς. Ο Φρόυντ απάντησε: «Νομίζω πράγματι ότι μου κάνετε μεγάλη τιμή, έτσι η ιδέα σας δεν με ευχαριστεί καθόλου. Δεν γνωρίζω καμία ομοιότητα ανάμεσα σε μένα και στον σπουδαίο αυτό κύριο που αναφέρετε κι αυτό όχι λόγω μετριοφροσύνης. Αγαπώ αρκετά την αλήθεια – ή ας πούμε μάλλον την αντικειμενικότητα για να κάνω πέρα τούτη την αρετή. Θα εξηγούσα κατά ένα μέρος την ιδέα σας, από την παρόμοια εντύπωση που αποκομίζει ο καθένας όταν, λόγου χάρη, δει δύο ζωγράφους να χρησιμοποιούν το πινέλο και την παλέτα, αυτό όμως δεν σου λέει τίποτα για την ίση ποιότητα των εικόνων. Κατά ένα άλλο μέρος προέρχεται από κάποια ομοιότητα στη συναισθηματική στάση σας απέναντι και στους δύο άνδρες. Επιτρέψτε μου να παραδεχθώ ότι έχω ανακαλύψει στον εαυτό μου μια μόνο ιδιότητα πρώτης ποιότητας: ένα είδος θάρρους που δεν επηρεάζεται από τις συμβάσεις. Παρεμπιπτόντως, κι εσείς ανήκετε στον παραγωγικό τύπο και θα πρέπει να έχετε παρατηρήσει τον μηχανισμό παραγωγής στον εαυτό σας: τη διαδοχή τολμηρής, αχαλίνωτης φαντασίας και ανηλεώς ρεαλιστικής κριτικής».