…. O Ferenczi ωστόσο, δεν έλεγε να το βάλει κάτω και παρουσίασε κι άλλα σημεία ομοιότητας. Πάνω στο οποίο ο Φρόυντ απάντησε: « Μιάς και επιμένετε στη σύγκριση με τον Γκαίτε, μπορώ να συμβάλω κι εγώ σ’ αυτήν τόσο θετικά όσο και αρνητικά. Η θετική σύγκριση είναι ότι και οι δύο μας μείναμε στο Karlsbab, έπειτα υπάρχει και ο σεβασμός για τον Σίλλερ, τον οποίο θεωρώ μια από τις ευγενέστερες προσωπικότητες του Γερμανικού έθνους. Η αρνητική σύγκριση είναι η στάση μου απέναντι στον καπνό, τον οποίο ο Γκαίτε μισούσε θανάσιμα, ενώ όσον αφορά εμένα αποτελεί τη μόνη δικαιολογία του εγκλήματος του Κολόμβου. Γενικώς δεν καταδυναστεύομαι από καμία αίσθηση μεγαλείου».

Σε ένα άλλο γράμμα ρώτησε τον Ferenczi αν γνώριζε ότι υπήρχε τέτοιο πράγμα όπως εγκληματικότητα οφειλόμενη στο αίσθημα ενοχής και ότι το τραύλισμα μπορούσε να προκληθεί από μία προς τα επάνω μετάθεση συγκρούσεων από περιττωματικές λειτουργίες.

Το σπουδαιότερο ζήτημα που ο Φρόυντ συζήτησε με τον Abraham στα 1915 ήταν ένα θέμα κοινού ενδιαφέροντος και για τους δυό τους, η ψυχολογία της μελαγχολίας. Αυτό που γεννάει όμως τα μεγαλύτερα ερωτηματικά ήταν η παρατήρησή του ότι είχε επιτέλους αποκτήσει βαθειά αντίληψη της πρωταρχικής αντίληψης της παιδικής σεξουαλικότητας. Δεν ειπώθηκε τίποτα περισσότερο επ’ αυτού, μπορεί κανείς ωστόσο ν’ αναρωτηθεί για το αν είχε ήδη κατά νου την αλλαγή στις απόψεις του για τον σαδισμό και μαζοχισμό την οποία ανήγγειλε εννέα χρόνια αργότερα και η οποία συμβάδιζε με τη θεωρία του για μια ενόρμηση θανάτου.

Ο Φρόυντ τώρα διήγε το εξηκοστό έτος της ηλικίας του και η σκέψη των γηρατειών βάραινε ανέκαθεν πάνω του. Είχε τη δεισιδαίμονα πίστη ότι του έμεναν ακόμα κανα δύο χρόνια να ζήσει. Ήταν λοιπόν στην κατάλληλη διάθεση για να επιχειρήσει κάτι σαν σύνθεση των βαθύτερων ψυχολογικών εννοιών του και να προσθέσει οτιδήποτε έκρινε ότι είχε ακόμη να προσφέρει στον κόσμο, η πρόθεση κυοφορούνταν στο μυαλό του για μερικά χρόνια. Τέσσερα χρόνια πριν είχε πει στον Jung ότι «εγκυμονούσε μια μεγάλη σύνθεση» και ότι σχεδίαζε να αρχίσει να την γράφει από το καλοκαίρι. Τον τίτλο του βιβλίου τον έδωσε διαφοροτρόπως ως Zur Verberceiung der Metapychologie.

Η έννοια μεταψυχολογία παίζει κεντρικό ρόλο στη θεωρία του Φρόυντ για τον ψυχισμό. Με αυτήν θέλησε να κατονομάσει μια περιεκτική περιγραφή οποιασδήποτε ψυχικής διαδικασίας η οποία θα περιείχε μια έκθεση α) των δυναμικών της ιδιοτήτων β)των τοπογραφικών γνωρισμάτων της και γ)της οικονομικής της σημασίας. Ο ίδιος ο όρος, που έξ όσων γνωρίζω επινόησε ο Φρόυντ, απαντάται για πρώτη φορά σ’ ένα γράμμα πριν τον Fliess στα 1896. Εμφανίζεται για πρώτη φορά δημοσιευμένος στα 1901 και δεν τον ξανασυναντάμε μέχρι το 1915, στη μεγάλη πραγματεία για την «Απώθηση».

Ο Φρόυντ άρχισε να γράφει τούτη τη σειρά στις 15 Μαρτίου του 1915. Σε τρεις βδομάδες είχε ολοκληρώσει τα πρώτα δύο έργα «Ενορμήσεις και τύχες ενορμήσεων» και «Απώθηση». Το επόμενο. «Το ασυνείδητο» για το οποίο ανέφερε ότι ήταν το αγαπημένο του, χρειάστηκε άλλο ένα δεκαπενθήμερο. Τα δύο τελευταία. «Μεταψυχολογική προσθήκη στη θεωρία των ονείρων» και «Πένθος και Μελαγχολία» τελείωσαν ένδεκα μέρες αργότερα.

Οι πέντε αυτές πραγματείες ανήκουν στα βαθύτερα και σημαντικότερα έργα του Φρόυντ. Η πρωτοτυπία της διείσδυσής του στη θεωρία του ψυχισμού ήταν τόσο καινοφανής που χρειάζονται πολύ προσεχτική μελέτη. Το ότι θα μπορούσαν να γραφούν όλες σε διάστημα έξι εβδομάδων δύσκολα φαίνεται πιστευτό: κι όμως συνέβη. Τέτοιος οίστρος δραστηριότητας δύσκολα βρίσκει τον ομοιό του στην ιστορία της επιστημονικής παραγωγής.

Ό Φρόυντ όμως δεν σταμάτησε. Τις επόμενες έξι εβδομάδες είχε γράψει άλλες πέντε πραγματείες, αν και δύο από αυτές, «Συνείδηση», «Άγχος» αντιστοίχως, χρειάζονται ακόμη μερικές βελτιώσεις. Είπε στον Ferenczi ότι μόλις είχε ολοκληρώσει την πραγματεία «Υστερία μετατροπής» και ετοιμαζόταν να γράψει μια για τις «Ψυχαναγκαστικές Νευρώσεις». Μετά από ένα δεκαπενθήμερο μου είπε ότι και οι δώδεκα της σειράς ήσαν «σχεδόν τελειωμένες» και αρχές Αυγούστου είχαν ολοκληρωθεί.

Μια λυπηρή ιστορία τώρα. Καμμία από τις τελευταίες επτά πραγματείες δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, ούτε σώθηκαν τα χειρόγραφα. Και η μόνη νύξη γίνεται δύο χρόνια αργότερα όταν αναφέρει την αρχική του πρόθεση να τις δημοσιεύσει όλες μαζί σε μορφή βιβλίου. «Αλλά τώρα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή». Δεν μπορώ να καταλάβω τώρα, γιατί κανείς μας δεν τον ρώτησε μετά τον πόλεμο τι είχαν απογίνει. Και γιατί τις κατέστρεψε: H δική μου υπόθεση είναι ότι αντιπροσώπευαν το τέλος μιας εποχής όπου δεν υπήρχε κανένα σημάδι της τρίτης μεγάλης περιόδου στη ζωή του που επιτρέπει ν’ αρχίσει στα 1919. Πιθανώς να τις φύλαξε μέχρι τη λήξη του πολέμου και όταν άρχισαν και ανατέλλουν άλλες επαναστατικές ιδέες, οι οποίες συνεπάγονταν τον πλήρη ανασχηματισμό των πραγματειών, απλών τις έσχισε.

Η στάση του Φρόυντ να επιθυμεί να συνοψίσει το έργο της ζωής του γίνεται φανερή στη συμπεριφορά του της εποχής εκείνης απέναντι στις ετήσιες πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Αποφάσισε να τις κάνει  για τελευταία φορά. Όλα έδειχναν να κλείνουν οριστικά.

Στα 1915 δημοσιεύτηκαν άλλες τέσσερις εργασίες. Η τελευταία από αυτές  ήταν δύο δοκίμια μαζί. «Επίκαιρες παρατηρήσεις για τον Πόλεμο και τον Θάνατο», που επανεκδόθηκε συχνά  σε διάφορες μορφές και ήταν μάλιστα πολύ του συρμού και μεταξύ μη- γιατρών.

Το έτος 1916 αποδείχτηκε πολύ ανιαρό, σε αντίθεση με το προηγούμενο. Άρχισε με κακούς οιωνούς για τον Φρόυντ, καθώς ο Otto Rank μετατέθηκε στην Κρακοβία τον Ιανουάριο για να διευθύνει τη σύνταξη της βασικής εφημερίδας εκεί. Με τον Abraham και τον Ferenczi μακριά, η απουσία του Rank ήταν ένα σοβαρό πλήγμα για τον Φρόυντ, αφού βασιζόταν σ’ αυτόν για ουσιαστική βοήθεια  στις συντακτικές και εκδοτικές του δραστηριότητες. Τώρα είχε απομείνει μόνο ο Hanns Sachs, αλλά ο Sachs στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και ο Φρόυντ δεν είχε παρά καλά λόγια να πει γι’ αυτόν. Η βασική έγνοια του Φρόυντ για τα υπόλοιπα χρόνια του πολέμου ήταν να κρατήσει με τον ένα ή άλλο τρόπο σε λειτουργία τουλάχιστον δύο από τα τρία ψυχαναλυτικά περιοδικά. Αντιπροσώπευαν ότι είχε απομείνει από το ψυχαναλυτικό κίνημα. Χάρις στη βοήθεια που προσέφερε ο ίδιος στη συμπλήρωση της ύλης με εργασίες που γράφονταν ειδικά για τον σκοπό αυτό, στη μείωση του μεγέθους των περιοδικών και κατόπιν – όταν τα πράγματα έφθασαν στο απροχώρητο – στην αραίωση της κυκλοφορίας τους, ο Φρόυντ πέτυχε τον σκοπό του. Ο Ferenczi συνιστούσε να απαλειφθεί η λέξη «Διεθνής» από τον τίτλο Zeitschrif, καθώς δεν ανταποκρινόταν πια στην πραγματικότητα, αλλά εγώ παρακάλεσα να μην συμβεί κάτι τέτοιο και το ονομά μου ως Συνδιευθυντή σύνταξης παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Τελικά ο Φρόυντ ήταν περήφανος στη σκέψη ότι αυτό ήταν το μόνο επιστημονικό περιοδικό που δεν υπέστειλε τη διεθνή σημαία του, παρ, όλη την τρομακτική έχθρα μεταξύ των εθνών τις μέρες εκείνες.

Την Πρωτοχρονιά ο Φρόυντ έστειλε χαιρετισμούς στον Eitingon και πρόσθεσε: «Είναι δύσκολο να πεις οτιδήποτε για τον πόλεμο. Φαίνεται να επικρατεί η γαλήνη πριν τη θύελλα. Κανείς δεν γνωρίζει τι έπεται, που θα οδηγήσει και πόσο θα διαρκέσει…. Η κατάσταση εξάντλησης εδώ είναι ήδη πολύ μεγάλη και ακόμη και στην Γερμανία δεν είναι πια ανεπιφύλακτα αισιόδοξοι». Ανέφερε ότι ο μεγάλος του γιός είχε γίνει υπολοχαγός και ο μικρότερος Εύελπις, και οι δύο πολεμούσαν στο ιταλικό μέτωπο. Ο άλλος γιός, ο Όλιβερ, κατασκεύαζε μια σήραγγα στα Καρπάθια και είχε πάρει μαζί του εκεί τη νιόπαντρη γυναίκα του. Έναν μήνα αργότερα ο Φρόυντ είπε στον Ferenczi ότι διάβαζε τέσσερις εφημερίδες την ημέρα. Τώρα περίμενε πόλεμο με την Αμερική. Την άνοιξη εκείνη ανέφερα ότι είχα ασθενείς, κι άλλους τρεις σε αναμονή μιας άδειας θέσης, και είχα αγοράσει ένα αυτοκίνητο και ένα εξοχικό σπίτι. Λέγοντας τα νέα στον Ferenczi, ο Φρόυντ σχολίασε: «Ευτυχισμένη Αγγλία. Το πράγμα δεν δείχνει ότι θα έχουμε σύντομα τερματισμό του πολέμου».

Τον Φεβρουάριο ο Φρόυντ προσβλήθηκε βαριά από γρίπη και την ίδια περίπου  περίοδο υπέφερε από διαταραχές του προστάτη. Τον Μάιο ο Φρόυντ έφθασε τα εξήντα και κλαιγόταν στον Eitingon ότι βρισκόταν στο κατώφλι των γηρατειών. Έγραψε στον Abraham: «Οι αναγγελίες στις εφημερίδες του Βερολίνου είχαν σαν αποτέλεσμα τελικά να μαθευτεί ότι είχα τα γενεθλιά μου, ενώ εγώ επιθυμούσα να παραμείνει κρυφό. Ιδιαίτερα όσοι βρίσκονταν μακριά και δεν γνώριζαν τις επιθυμίες μου έκαναν ότι μπορούσαν για να μην προφταίνω για να τους στέλνω τις ευχαριστίες μου. Ακόμη και από τη Βιέννη έλαβα τόσα πολλά λουλούδια που δεν μπορώ πια να περιμένω στεφάνια στην κηδεία μου και ο Hitschmann μου διεβίβασε έναν «λόγο» που ήταν τόσο συγκινητικός που μπορώ να ζητήσω όταν έρθει η ώρα, να με θάψουν δίχως επικήδειο». Όταν ο κλήρος έπεσε σε μένα να τον εκφωνήσω πάνω από είκοσι χρόνια αργότερα, δεν γνώριζα τίποτα για τον λόγο του Hitschmann που είχε προηγηθεί.

Η έλλειψη τροφίμων είχε ήδη αρχίσει να κάνει δύσκολη οποιαδήποτε σκέψη για διακοπές στην Αυστρία και το κλείσιμο των συνόρων απέκλειε τόσο το αγαπημένο Berchtesgaden του Φρόυντ όσο και οποιαδήποτε επίσκεψη στη θυγατέρα του στο Αμβούργο. Ήρθε εκείνη όμως στη Βιέννη στα μέσα Νοεμβρίου, κι έμεινε έξι μήνες με τους γονείς της. Ο Φρόυντ έφυγε στις 16 Ιουλίου για το Bad Gastein , ένα όμορφο μέρος στους πρόποδες της οροσειράς Τάουρεν. Είχε την πρόθεση να περάσει όλο το καλοκαίρι του εκεί, αλλά οι συνθήκες ήσαν τόσο αντίξοες εκεί που μετά από μια εβδομάδα  πήγε στο Σάλτσμπουργκ και έμεινε για πέντε εβδομάδες στο ξενοδοχείο Bristol το μέρος όπου έγινε το πρώτο Συνέδριο. Τέλη Αυγούστου, ωστόσο, επέστρεψε στο Gastein για δεκαπέντε μέρες και γύρισε στη Βιέννη στις 15 Σεπτεμβρίου, νωρίτερα από ότι συνήθιζε. Στα μέσα των διακοπών του έγραψε: «Πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί κάθε δυνατό τρόπο να αποτραβηχτεί από τη φοβερή ένταση που υπάρχει στον έξω κόσμο, δεν υποφέρεται».

Η αλληλογραφία με τον Ferenczi εκείνη τη χρονιά αναλώθηκε κυρίως στη συζήτηση για την νεύρωση του τελευταίου, που παρεμπόδιζε μερικές ζωτικής σημασίας αποφάσεις στη ζωή του. Τα σχόλια του Φρόυντ ήσαν σύντομα και απλώς ενθαρρυντικά μάλλον παρά αναλυτικά. Η συμβουλή που έδωσε όντως ήταν ότι θα έπρεπε κανείς να παίρνει σοβαρές αποφάσεις στη ζωή του ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ανάλυσης, η οποία θα έπρεπε να προηγείται είτε να έπεται παρόμοιων αποφάσεων, όχι όμως να τις συνοδεύει.

Η μόνη παρατήρηση γενικού ενδιαφέροντος στην αλληλογραφία του ήταν το σχόλιο του Φρόυντ ότι η κοκαϊνη, «αν λαμβάνονταν σε υπερβολικές δόσεις» μπορούσε να προκαλέσει παρανοειδή συμπτώματα και ότι η παύση του ναρκωτικού θα έπρεπε να έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Γενικώς πάντως, οι εξαρτημένοι από τα ναρκωτικά δεν ήταν και πολύ πρόσφοροι για ψυχαναλυτική αντιμετώπιση, διότι κάθε ξανακύλισμα ή δυσκολία στην ανάλυση οδηγούσε σε περαιτέρω προσφυγή στο ναρκωτικό. Μια άλλη παρατήρηση, που θα μπορούσε ίσως κανείς να τη συνοδεύσει μ’ αυτό ήταν η παραδοχή ότι το πάθος του για κάπνισμα τον δυσχέραινε στην λύση ορισμένων ψυχολογικών προβλημάτων.

Στα 1915 ο Φρόυντ έθιξε το ζήτημα του Βραβείου Νόμπελ. « Η βράβευση του Barany με το βραβείο Νόμπελ, τον οποίο αρνήθηκα για μαθητή πριν μερικά χρόνια, διότι μου φάνηκε πως ήταν υπερβολικά μη – φυσιολογικός, μου γέννησε θλιβερές σκέψεις για το πόσο ανήμπορο είναι ένα άτομο να κερδίσει τον σεβασμό του πλήθους. Το ξέρετε πως το πως το μόνο που θα με ενδιέφερε θα ήταν τα χρήματα και ίσως το γαργαλιστικό αίσθημα να αίσθημα να  μπω στο μάτι των συμπατριωτών μου. Θα ήταν όμως γελοίο να περιμένεις ένα σημάδι αναγνώρισης όταν έχεις τα επτά όγδοα του κόσμου εναντίον σου».

Λίγες μέρες αργότερα είπε στον Ferenczi ότι δεν είχε πια άλλους ασθενείς και δεν έβλεπε καμιά προοπτική για άλλους. Ωστόσο η διαθεσή του ήταν καλή, γεγονός που απέδωσε στο demarche του Προέδρου Γουίλσον, το οποίο έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψιν.

Κατά το 1915 ο Φρόυντ δημοσίευσε το πρώτο μέρος των Παραδόσεων εισαγωγής στην ψυχανάλυση. Η μόνη του επιστημονική δραστηριότητα ήταν η προετοιμασία των περαιτέρω παραδόσεων του για την χειμερινή περίοδο 1916-17. Το έτος 1917 έμελλε ν’ αποδειχθεί ακόμα πιο θλιβερό και μάλιστα λιγότερο παραγωγικό από το προηγούμενο. Ο πρώτος ενθουσιασμός του Φρόυντ για μια Γερμανική νίκη είχε τώρα πια εξατμιστεί και γινόταν όλο και πιο απαισιόδοξος για την έκβαση του πολέμου