382x247xhistory_of_psychology.jpg.pagespeed.ic.QBsmZSV1wg (1)

 

 

Στην κατάθλιψη παρατηρούνται αλλαγές στη λειτουργία του εγκεφάλου μας. Επηρεάζεται ο ύπνος μας, επιβραδύνεται η δραστηριότητα των περιοχών του εγκεφάλου που ελέγχουν τις θετικές ενισχύσεις και τα θετικά συναισθήματα, και αυξάνεται η δραστηριότητα των περιοχών που ελέγχουν τα αρνητικά συναισθήματα. Εξαιρετικά σημαντικές είναι οι αλλαγές στον τρόπο μετάδοσης των πληροφοριών στον εγκέφαλο. Η σύγχρονη έρευνα δεν έχει καθορίσει με ακρίβεια όλες τις αλλαγές, αλλά θεωρείται ότι έχουν μεγάλη σημασία οι αλλαγές που παρατηρούνται στις μονοαμινεργικές νευρικές οδούς τους εγκεφάλου. Μια ολοκληρωμένη νευροχημική περιγραφή είναι μάλλον περίπλοκη, αλλά αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι τα αντικαταθληπτικά φάρμακα ενεργούν αυξάνοντας τη δραστηριότητα των τμημάτων του μονοαμινεργικού συστήματος που ελέγχουν τα θετικά συναισθήματα και μειώνοντας τη δραστηριότητα των περιοχών που ελέγχουν τα αρνητικά συναισθήματα. Τα διάφορα αντικαθληπτικά δεν δρουν όλα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το ερώτημα είναι γιατί συνέβησαν αυτές οι αλλαγές στον εγκέφαλο.

 

Τα γονίδια

Η πρώτη εκδοχή είναι η βιολογική προδιάθεση. Εμφανίζουμε κατάθλιψη επειδή κάτι δεν λειτουργεί καλά στις νευροχημικές ουσίες που παράγει και χρησιμοποιεί ο εγκεφαλός μας. Αυτή η δυσλειτουργία μπορεί να οφείλεται στα γονίδιά μας, δηλαδή στα τμήματα του DNA που ελέγχουν ένα τεράστιο αριθμό χημικών διεργασιών. Για να δεχτούμε την άποψη αυτή, θα πρέπει να εξετάσουμε, αν η κατάθλιψη παρουσιάζεται σε άτομα που είναι συγγενείς, δηλαδή αν τείνει να είναι κληρονομική.

H πιο σοβαρή ένδειξη γι” αυτό θα ήταν να παρουσιάζουν ίδιο βαθμό προδιάθεσης για εκδήλωση κατάθλιψης μονοζυγωτικοί (ιδανικοί) δίδυμοι που ανατράφηκαν ξεχωριστά. Τα πράγματα είναι όντως κάπως έτσι: αν διαπιστωθεί ότι ένας από τους δύο μονοζυγωτικούς διδύμους έχει κατάθλιψη, η πιθανότητα να αναπτύξει κατάθλιψη και ο άλλος είναι πολύ μεγαλύτερη από την πιθανότητα που έχει ένα άτομο το οποίο επιλέγεται τυχαία από το γενικό πληθυσμό. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται πολύ πιο έντονα στις πιο σοβαρές μορφές κατάθλιψης (ψυχωσική ή διπολική). Παρόμοια ευρήματα, αλλά σε μικρότερα ποσοστά, αναφέρονται και για τους διζυγωτικούς (απλούς) διδύμους. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, επομένως, φαίνεται ότι σε ορισμένες μορφές κατάθλιψης εμπλέκονται και τα γονίδια. Τα γονίδια μπορεί και να επηρεάζουν την «ουδό» ή, αλλιώς, την ευκολία με την οποία ενεργοποιούνται στον εγκέφαλο καταστάσεις κατάθλιψης εξαιτίας κάποιων γεγονότων της ζωής μας.

Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε, με βάση τα παραπάνω ευρήματα, να μην καταλήξουμε σε υπεραπλουστεύσεις του τύπου «όλα τα είδη κατάθλιψης είναι κληρονομικά«. Κατ” αρχάς, έχει μεγάλη σημασία το πώς ορίζουμε την κατάθλιψη. Δεν ευθύνονται τα γονίδια για όλες τις μορφές της κατάθλιψης, αν και αυξάνονται τα ευρήματα για ύπαρξη γενετικής συνιστώσας, τουλάχιστον σε ορισμένες μορφές κατάθλιψης. Επιπλέον, κάποια  άτομα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν ορισμένες μορφές κατάθλιψης επειδή ένας κοντινός (γενετικά) συγγενής τους υποφέρει από κάποια άλλη πάθηση, συμπεριλαμβανομένων του άγχους και του αλκοολισμού. Ωστόσο, είναι προφανές ότι ο κάθε άνθρωπος έχει μοναδικό γενετικό κώδικα – με εξαίρεση τους μονοζυγωτικούς διδύμους – και ότι ουδείς είναι ακριβές αντίγραφο κάποιο κάποιου άλλου ανθρώπου.  Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε βρέφη δείχνουν ότι οι διαφορές στην ιδιοσυγκρασία γίνονται εμφανείς από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής, για παράδειγμα, ορισμένα βρέφη είναι περισσότερο συνεσταλμένα και επιφυλακτικά, ενώ άλλα επιδεικνύουν μεγαλύτερη τάση για εξερεύνηση.