Το πένθος δεν είναι νόσος και δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να ψυχιατρικοποιείται, έστω και αν κάποιοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε αντίδραση στο θάνατο σημαντικών προσώπων υπεισέρχεται στο πεδίο της ψυχοπαθολογίας. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί πως πέρα από το λεγόμενο «φυσιολογικό» ή ακριβέστερα «χωρίς επιπλοκές» πένθος, υπάρχει και το «παθολογικό» πένθος, η ακριβέστερα «επιπεπλεγμένο».

Το παθολογικό πένθος αρχίζει πλέον στους επίσημους ψυχιατρικούς κύκλους να θεωρείται διακριτή διαγνωστική κατηγορία, ενώ μέχρι σήμερα το επίσημο εγχειρίδιο κατάταξης των ψυχικών διαταραχών αναγνωρίζει μόνο την κατάθλιψη ως επιπλοκή του πένθους. Στο πεδίο του παθολογικού πένθους διακρίνουμε δύο τύπους κλινικών καταστάσεων: το επιπεπλεγμένο ή άλυτο πένθος και τα καθαρά ψυχιατρικά πένθη.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες της κατερίνας μάτσα

Κατά τον Ανούς, η ψυχιατρική μορφή που μπορεί να πάρει το παθολογικό πένθος καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τη δομή της προσωπικότητας του ατόμου. Τα πιο συχνά ψυχιατρικά πένθη είναι νευρωτικά (υστερικά ή υστεροφοβικά και ψυχαναγκαστικά). Υπάρχουν, επίσης, και τα μελαγχολικά, τα μανιακά, τα παραληρητικά ψυχιατρικά πένθη. Το βασικό ζήτημα, βέβαια, που τίθεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι το αν το πένθος αποτελεί εκλυτικό παράγοντα μιας προϋπάρχουσας ψυχοπαθολογίας ή αν είναι αποτέλεσμα της αποδιοργάνωσης μιας ευάλωτης ή παθολογικής προσωπικότητας, μετά την τραυματική απώλεια. Πάντως, σε όλες τις περιπτώσεις, ένας σοβαρός επιβαρυντικός παράγοντας είναι τα πρώιμα και άλυτα πένθη της παιδικής ηλικίας. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι πολλοί παράγοντες, σε ατομικό, οικογενειακό και ατομικό επίπεδο παρεμβαίνουν για να καθορίσουν το χαρακτήρα που θα πάρει στο συγκεκριμένο άτομο το πένθος του. Στους παράγοντες που συμβάλλουν καθοριστικά στο να μην επιτελεστεί και να επιπλακεί περιλαμβάνοντας τόσο ο βαθμός ευαλωτότητας της προσωπικότητας του όσο και η ιστορία του, ατομικά και διαγενεακά, τα τραυματικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας, η θέση του στο οικογενειακό σύστημα και οι σχέσεις του με τα μέλη του, η σχέση ολόκληρης της οικογένειας με το θάνατο και την προβληματική του, η σχέση του ίδιου με τον νεκρό κά..

Κατά τον Jacobs, το επιπεπλεγμένο πένθος μπορεί να πάρει πολλές κλινικές μορφές. Μπορεί να είναι απόν ή όψιμο, ανεσταλμένο ή στρεβλωμένο. Μπορεί επίσης να γίνει χρόνιο, όταν η διάρκειά του ξεπεράσει τον ένα χρόνο μετά την απώλεια του αγαπημένου προσώπου. Άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούν τους όρους ανεπίλυτο, ανολοκλήρωτο, ατελές πένθος. Αυτές οι περιπτώσεις κατά τον Zisook αποτελούν πρόδρομες καταστάσεις ενός μεταμφιεσμένου χρόνιου πένθους, όπου κυριαρχούν τα σωματικά συμπτώματα.

Το παθολογικό πένθος αποτελεί το 10% περίπου όλων των περιπτώσεων πένθους, ενώ κατά τον Prigerson, το ποσοστό αυτό φθάνει το 20%. Ο ίδιος έχει δημιουργήσει και μια ειδική κλίμακα επιμέτρησης του επιπεπλεγμένου πένθους.

Στη γαλλική βιβλιογραφία το παθολογικό πένθος αποδίδεται και με τους όρους «μη επιτελεσμένο» και «αδύνατο».

Στα ελληνικά χρησιμοποιούνται πολλοί όροι όπως «μη επιπεπλεγμένο», «ανεκπλήρωτο», «ανολοκλήρωτο», «αδύνατο πένθος». Προτιμήσαμε τον όρο «αδύνατο» για να αποδώσουμε πληρέστερα την έννοια του πένθους που δεν κατέστη δυνατό, για διάφορους λόγους, να ολοκληρωθεί ως διαδικασία.

Το «επιπεπλεγμένο πένθος προκύπτει ως αποτέλεσμα της αποτυχίας μετάβασης από το οξύ στο αφοσιωμένο πένθος. Η παράταση, απροσδιόριστης διάρκειας, του οξέος πένθους παίρνει τη μορφή διαφόρων συμπτωμάτων, όπως το παρατεταμένο στρες, το έντονο άγχος, την επίπονη αϋπνία, την κοινωνική απόσυρση, την αδυναμία ανταπόκρισης σε επαγγελματικές και άλλες υποχρεώσεις, τη μόνιμη ενασχόληση με τον νεκρό. Θεωρείται ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει αυξημένο ποσοστό κινδύνου για καρκίνο, καρδιοπάθεια, υπέρταση, χρήση ουσιών και αυτοκτονία. Ένας άλλος, μεγάλος κίνδυνος είναι η εμφάνιση μείζονος κατάθλιψης. Με βάση τα βιβλιογραφικά δεδομένα, σε ποσοστό 42% οι περιπτώσεις πένθους πληρούσαν συμπτώματα μείζονος κατάθλιψης ήδη από τον πρώτο μήνα.

Περιγράφονται όμως και άλλες περιπτώσεις:  Στην κλινική εικόνα των ατόμων που δεν έχουν επιτελέσει το  πένθος τους για ένα αγαπημένο τους πρόσωπο φαίνεται να κυριαρχεί η απουσία συναισθημάτων. Μοιάζουν σαν να μην τους άγγιξε ο συγκεκριμένος θάνατος. Το παιδιά που δεν μπορούν να επιτελέσουν το πένθος τους συμπεριφέρονται συνήθως με υπερβολική ωριμότητα, θα έλεγε κανείς με «σοφία» μπροστά στη μεγάλη απώλεια. Γίνονται όμως πολύ εύθραυστα, ευάλωτα, επιρρεπή σε ψυχοσωματικές και άλλες ασθένειες. Πολλά από αυτά, κατά την έναρξη της εφηβείας, καταφεύγουν στη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών.

Κεντρική θέση στη μελέτη του παθολογικού πένθους κατέχουν οι θεωρίες των σπουδαίων ψυχαναλυτών Νικολά Αμπραάμ και Μαρία Τόροκ για τη δημιουργία της ενδοψυχικής κρύπτης, που εισάγει την ψυχαναλυτική σκέψη σε ένα νέο γοητευτικό πεδίο.

Οι δύο ψυχαναλυτές αναφέρονται στην «ασθένεια του πένθους», η οποία έχει τον πυρήνα της όχι στην λύπη, που προκύπτει από την απώλεια, αλλά στην αίσθηση ενός ανεπανόρθωτου αμαρτήματος, που το υποκείμενο είναι οπωσδήποτε υποχρεωμένο να το αποσιωπήσει: ότι ένιωσε να πνίγεται από επιθυμίες την πιο ακατάλληλη στιγμή, τη στιγμή, δηλαδή, που θα έπρεπε να πνίγεται από τη λύπη της απώλειας.

Το πένθος επιτελείται μέσα από τη διαδικασία της ενδοβολής του αντικειμένου της απώλειας. Όταν μπλοκάρεται αυτός ο μηχανισμός και η ενδοβολή καθίσταται αδύνατη, τότε κινητοποιείται ο μηχανισμός της ενσωμάτωσης του νεκρού αντικειμένου, το οποίο εισάγεται σε μια κρύπτη, ένα είδος κενοτόπιου μέσα στον ψυχισμό. Η κρύπτη δεν είναι η απώθηση αυτού που έχει συμβεί, της απώλειας και του θανάτου, αλλά η άρνησή του.

Η ενδοβολή ενός γεγονότος εμποδίζεται, μπλοκάρεται όταν αυτό έχει τραυματικό χαρακτήρα και το υποκείμενο δεν είναι σε θέση να το επεξεργαστεί και να το μεταβολίσει ψυχικά.

Το ψυχικό τραύμα, λέει ο Δεμερτζής, μπορεί να μην συνδέεται με κάποιο συγκεκριμένο γεγονός, αλλά να δομείται γύρω από μια φαντασίωση. Συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα και συγκινήσεις, τρόμο, αγωνία, φόβο, ντροπή, ταπείνωση, θυμό, αηδία, ενοχή.

Η δημιουργία της κρύπτης, λοιπόν, είναι αποτέλεσμα κάποιου ανεπεξέργαστου ψυχικού τραυματισμού, ο οποίος συνδέεται συνήθως με κάποιο ανομολόγητο μυστικό και με το αίσθημα της ντροπής που συχνά το συνοδεύει.

Κατά τον S. Tisseron, αυτό που είναι παθολογικό δεν είναι το γεγονός ότι δεν λέγεται κάτι, αλλά είναι απαγορευμένο μέσα στην οικογένεια να σκέφτεται κανείς ότι μπορεί να υπάρχει κάτι κρυμμένο, είτε αυτό αποκαλείται «μυστικό» είτε «μη λεχθέν».

Γνωρίζουμε ότι η ψυχική ζωή του υποκειμένου λειτουργεί σαν ένα σύστημα συνήχησης στην ψυχική ζωή του άλλου. «Μέσα από αυτό το σύστημα πραγματοποιείται και η μετάδοση του ψυχικού τραυματισμού από τη μια γενιά στην άλλη».

Τα ίδια τα πένθη που δεν έχουν επιτελεστεί, τα αδύνατα πένθη, λειτουργούν ως ψυχικοί τραυματισμοί, που μπορεί να μεταδίδονται και στις επόμενες γενιές.

Έτσι, η επιτέλεση ενός πένθους από την οικογένεια είναι ένα έργο τόσο πιο δύσκολο να πραγματοποιηθεί όσο πιο δύσκολο ήταν στην προηγούμενη γενιά.

Η τεράστια συμβολή των Νικολά Αμπραάμ και Μαρία Τόροκ βρίσκεται στο γεγονός ότι με τις θεωρίες τους έχουν διαμορφώσει τους όρους για την κατανόηση της διαγενεακής μετάδοσης των ανέφικτων, των αδύνατων πενθών.

Πηγή: το αδύνατο πένθος και η κρύπτη της Κατερίνα Μάτσα