Ο Racamier θέτει ως προμετωπίδα σε αυτό το κεφάλαιο τη φράση « Ο σχιζοφρενής πολεμάει το πραγματικό και το αντικείμενο στο όνομα του πραγματικού και του αντικειμένου. Γι’ αυτό μας μαθαίνει τόσο πολλά γι’ αυτά τα ζητήματα».

Το παράδοξο είναι αυτό που συνδέει ακατάλυτα δύο ασύμβατες προτάσεις αλλά όχι εντελώς αντιφατικές. Το παράδοξο είναι για το Εγώ μια υποβάθμιση (πχ. Το παιδί λέει «πεινάω» και η μητέρα απαντάει «όχι δεν πεινάς») και λέγοντας υποβάθμιση εννοούμε το αντίθετο από κάθε ναρκισσική αναγνώριση της ιδιαίτερης δραστηριότητας του Εγώ.

Όταν η υποβάθμιση επεκταθεί μπορεί να καταλήξει σε υποβάθμιση των αισθημάτων. Το παράδοξο από μόνο του δεν είναι τίποτα σπουδαίο, όταν όμως η ψυχική ζωή οργανωθεί στη βάση του παράδοξου, καταλήγουμε στο σύστημα της παραδοξότητας, η οποία αποτελεί την πιο ριζική άμυνα ενάντια στα προϊόντα των συγκρούσεων, ενάντια στα προϊόντα των συγκρούσεων, ενάντια στην ίδια την εσωτερική ικανότητα για σύγκρουση και ιδιαίτερα την αμφιθυμία. Η παραδοξότητα είναι τελικά μια μείζων άμυνα, καθώς αποτελεί μια τεχνική επίθεσης και παραπλάνησης του Εγώ. Είναι γενικά αντι- αμφιθυμική και αντι- συγκρουσιακή. Το Εγώ τη χρησιμοποιεί όταν οι συνήθεις άμυνες υπερκερασθούν.

Στο νοητικό επίπεδο η παραδοξότητα οργανώνοντας άλυτα αινίγματα υποβαθμίζει τις δευτερογενείς διαδικασίες, παρά το γεγονός ότι τις επικαλείται σε βάρος των πρωτογενών. Η παραδοξότητα ξεγελάει τις δευτερογενείς διεργασίες, ενώ συγχρόνως καταπλήσσει τις πρωτογενείς τις πρωτογενείς, επιτίθεται στο Εγώ και υποβάλλει το ναρκισσισμό σε ακραία αναμέτρηση.

Η παραδοξότητα στη σχιζοφρένεια υποβαθμίζει την ψυχική παράσταση, εμποδίζει όχι μόνο τη σκέψη αλλά και τη φαντασίωση και το όνειρο.

Η παραδοξότητα φτάνει να αποτελεί σχεδόν τη μόνη πηγή ηδονής και τελικά το παράδοξο αφορά στην ίδια την ύπαρξή του υποκειμένου, επιδιώκοντας ώστε το υποκείμενο, το αντικείμενο και η σχέση τους να υπάρχουν υπό τον όρο να μην υπάρχουν.

Η παραδοξότητα είναι μια μορφή σκέψης. Στοχεύει προς το αντικείμενο και συγχρόνως το κενώνει μεγαλομανιακά. Μπορεί να επεκταθεί και στο ίδιο το υποκείμενο, που γίνεται συγχρόνως κύριος και θύμα του εαυτού του. Μπορεί η παραδοξότητα να μη συναντιέται μόνο στη σχιζοφρένεια, αλλά για τους σχιζοφρενείς γίνεται συντριπτική. Σ’ αυτούς είναι γενικευμένη, με την έννοια ότι κυβερνά όλη την ψυχική ζωή και εμφανίζεται αμέσως στην κάθε τους επαφή. Το κεντρικό παράδοξο στη σχιζοφρένεια αφορά στην ίδια την ύπαρξη του αντικειμένου και τελικά αποκαλύπτει αυτό που προσπαθεί να κρύψει. Δηλαδή μια αποπομπή από το αντικείμενο δηκτική και ζυμωμένη με φόβο, σε σχέση με την αμφιθυμία, φρίκη και λατρεία για το αντικείμενο. Σε τελευταία ανάλυση, είναι δείκτης μιας απελπισμένης μάχης για τον εαυτό, για το Εγώ και για την σκέψη.

Πηγή: Σχιζοφρένεια – Φαινομενολογική και ψυχαναλυτική προσέγγιση